Sunday, April 25, 2021

 

Οι ιστορίες του μπλε λαγού - Ο κύκλος

 

της Χριστίνας Κοντούλη

 

Λένε πως ερωτευόμαστε όποιον απαντά στην ερώτηση. Κάθομαι με τα χέρια στο χώμα, τα μάτια μου φεύγουν στον ορίζοντα και τα χείλια μου ρωτούν καθώς καίγεται η Καρχιδόνα, ποιος είμαι; Μοιάζω με ό,τι προστάξατε, μοιάζω με ό,τι καημένη ποιότητα κράτησα ήρεμη, μαντρωμένη κι ανεπαίσθητη από τα ακόμα πριν την γέννησή μου; Μοιάζω με ό,τι δε σας αγγίζει; Ίσως να μοιάζω με ό,τι σας φτάνει , ίσως να μοιάζω με αρρώστια μεταδοτική, ίσως να μοιάζω με το τέλος. Δες άγνωστο πλάσμα το πρόσωπο αυτό που φέρω μπρος σου και πες μου με τι μοιάζω; Ερωτευόμαστε τον καθρέφτη, τον καθρέφτη του κάποτε, τον καθρέφτη του τώρα, τον καθρέφτη που ευελπιστούμε να φτάσει το τότε και να μας δείξει το καινούργιο, τον καλύτερο εαυτό ή τάχα ένα κόσμο που αυτός ο καλός(χαζή λέξη) ο δυνατά ήρεμος εαυτός μπορεί επιτέλους να είναι μέρος του; Εμείς, αναγκαστικά μοναχικοί, αναγκαστικά ορατοί, αναγκαστικά κι αόρατοι κυνηγούμε ατέρμονα κι απελπιστικά ένα οποιοδήποτε «εμείς» μπας και πάψουμε να είμαστε παρείσακτοι κάπου. Μπας και μας χωρέσει αυτός ο κόσμος τελικά ή μπας και τον χωρέσουμε εμείς εντέλει στα μελλοντικά μας σχέδια, στα ασφαλή όνειρά μας, στα μικροσκοπικά κι απλά μυαλά μας. Μπας και κοιμηθούμε ένα βράδυ χωρίς άγχος, χωρίς ξύδια, χωρίς ανούσιες υποταγές, χωρίς προστακτικές, μακάρια υπνωμένες δοτικές κι επιτακτικές κλιτικές στο τετράδιό μας.

Αλήθεια μάθαμε τίποτα στο σχολείο πέραν του να μιλούμε όμορφα; Να σκεφτόμαστε όμορφα; Να πράττουμε όμορφα; Να νιώθουμε όμορφα;  Πότε κανείς μας δίδαξε την ομορφιά βρεγμένη από τα μάτια της υπαρξιακής αλλοφροσύνης ή της ταπεινής ματαιότητας; Πότε είδες για τελευταία φορά την ομορφιά να ανατέλλει κι ύστερα πότε κατάλαβες πως ήταν η τελευταία φορά;   Ερωτευόμαστε την δυνατότητα της εκπλήρωσης, την πιθανότητα του αγνώστου, την ματαιότητα του τέλειου. Πως μπορούν όλα τούτα να χωρούν σε ένα ζευγάρι μάτια;

Ερωτευόμαστε την επανάσταση που θέλουμε να δημιουργήσουμε, ερωτευόμαστε την πραγματικότητα πάνω στην οποία θέλουμε να επαναπαυτούμε, ερωτευόμαστε το σώμα που απλώς μας δείχνει το δρόμο, τη φωνή που μας τραβά σαν στιγμιαία ιπτάμενο, cartoon των 50s κοντά στο γλυκό, τα βλέφαρα που ανοιγοκλείνουν στο ρυθμό του ονόματός μας. Ερωτευόμαστε, για μια φορά μοναδική, ναι μόνο για μια, βλέπουμε τον κόσμο όπως είναι, δίχως την ανθρώπινη παρέμβαση, δεν είναι αστείο; μέσα από τα μάτια του ανθρώπου  αναγνωρίζουμε την ομορφιά της ανυπαρξίας του, Μέσα από τα άγια μάτια του βλέπουμε τον παράδεισο που καταχράστηκαν πρόγονοι κι απόγονοι, συναντούμε την τελειότητα της ανυποστασίας του εδεμικού κήπου και την ουτοπική ανάγκη της non finitο  αναζήτησης. Κάποιοι είπαν, πως αναζητούμε το ταιριαστότερο ταίρι στα γονίδιά μας, εκείνο το ων που θα ολοκλήρωνε τα ελλιπή μας κύτταρα με τα δικά του, εκείνο το ταίρι που θα μας έδινε τους επιθυμητούς απογόνους. Κι όμως στα μάτια του έρωτα καραδοκεί η μεγαλύτερη μάχη, εκείνη της φύσης με την αφύσικη συμπεριφορά του ανθρώπου, δε θέλουμε συνεχιστή, θέλουμε επανάσταση, θέλουμε ό,τι δε μας θέλει, θέλουμε ότι δε φτιάχτηκε για μας χωρίς την έγκρισή μας, θέλουμε ό,τι μας αφήνει να μη σταματήσουμε να θέλουμε ποτέ. Θέλουμε να θέλουμε ή και να μη θέλουμε τίποτα, θέλουμε, θέλουμε, θέλουμε. Φοβάμαι όταν θα σταματήσουμε να επιθυμούμε.

 Ίσως να αναγνωρίζουμε την άθλιά επιστασία του ανθρώπινου γένους στον κόσμο, κάπου μέσα μας, τα γονίδιά μας, ίσως κι εκείνα να ποθούν το τέλος μας κι έτσι μυρίζουμε, ζητούμε, ξεθάβουμε εκείνο που μας θυμίζει τον απαραίτητο θάνατό μας. Εκείνο που θα μας ξεπλύνει από όλη την ανθρωπότητα κι ύστερα θα μας φορέσει στέμμα της ευθύνες της, θα μας χλευάσει και θα μας προκαλέσει να βρεθούμε αντιμέτωποι με κάθε μας κύτταρο. Ο έρωτας είναι ο καθρέφτης, ο έρωτας είναι εμείς, ο έρωτας είναι η αγάπη του ανθρώπου για τη φύση, ο έρωτας είναι το κουμπί προειδοποίησης πριν την έκρηξη. Ο έρωτας δεν έχει κορμί, αδύνατο να έχει, το κορμί είναι ο έρωτας, η φωνή είναι ο έρωτας, τα μάτια ο προδότης. Ο έρωτας είναι η μόνη αποδεκτή μάσκα, η μόνη, η πιο άγρια, εκείνη που γαντζώνεται πάνω στο δέρμα και το σχίζει, το κομματιάζει διαγράφει κάθε πληροφορία κι ύστερα χτίζει. Τίποτα δυνατότερο από την αδυναμία του έρωτα. λυπάμαι όσους σαπίσουν μόνο στο θάνατο, λυπάμαι όσους δε διαλύθηκαν, δε σάπισαν, λυπάμαι όσους δε πέθαναν μπροστά σε ένα ζευγάρι μάτια. Λυπάμαι όσους δεν έθαψαν εαυτούς μπροστά στο μεγαλείο τούτου του καθρέφτη. Κι ύστερα χαίρομαι, για εκείνους που αναστήθηκαν από το χώμα κι είδαν πως χώμα δεν υπήρξαν ποτέ, χαίρομαι για εκείνους που αναλήφθηκαν αγνοί, ξένοι, ατέλειωτοι και εξιλεωμένοι ανάμεσα στα εκστασιασμένα βλέφαρα  της γέννας. Δυο φορές γεννιέσαι, τη μια ανήμπορος, τυφλός, τυλιγμένος στο αίμα, σφυριλατιμένος στους πόνους της μάνας κι ύστερα γυμνός, ορθάνοιχτος ανάμεσα στους πόνους σου και στο δικό σου αίμα, αθάνατος. ΑΘΑΝΑΤΟΣ!

Επινοήσαμε θεραπείες, επεμβάσεις, κρέμες, αλοιφές, προσευχές και μαντζούνια προσπαθώντας να αποφύγουμε το θάνατο, κι όμως ο μόνος δρόμος προς την αιωνιότητα εμφανίζεται μπροστά μας όταν πια έτοιμοι περνούμε την πόρτα του θανάτου. Μη γελιέστε, μια φορά πεθαίνουμε, κάποιοι δε πέθαναν καν κι όμως βαδίζουν προς την σήψη. Ναι μια φορά πεθαίνουμε αν είμαστε τυχεροί, φορώντας το προσωπείο του έρωτα, αποχαιρετώντας κάθε τι ανθρώπινο, εκεί βρίσκουμε την ανθρωπιά μας. Αν δε σε σκότωσε ένα ζευγάρι μάτια, αν έζησες ύστερα από τον έρωτα, τότε σίγουρα δεν τον έχεις γνωρίσει.

ἐράω - ἐρῶ, ιωνικός τύπος: ἐρέω

1.    είμαι ερωτευμένος

2.    επιθυμώ σφόδρα

3.    κάνω εμετό, αδειάζω, εκκενούμαι

Αδειάζω ό,τι είμαι, ό,τι έμαθα, ό,τι έχω για να χωρέσω ό,τι επιθυμώ. Κι ύστερα το έρω και το αίρω μπορεί να μη γράφονται το ίδιο μα ακούγονται όμοια…Κι ίσως συμβαίνει αυτό γιατί όταν ερωτεύεσαι αναιρείς , όμως δεν είναι ίδια γιατί ό,τι κι αν αναιρέσεις η ομορφιά πάντοτε μένει αναλλοίωτη, πάντοτε μένει εκεί, δική σου. Η κυριότητα, η κατοχή, η απόκτηση,  ωστόσο δεν υποδηλώνουν την εξουσία που ασκείς, αλλά την εξουσία που σου ασκείτε. Ό,τι ονομάζεις δικό σου, είναι ό,τι του ανήκεις εσύ, ό,τι δόθηκες, ό,τι θέλησες, ό,τι είσαι.

 

 Και τώρα να, κάθισε εδώ, πιες ένα ποτήρι και πες μου πόσο φοβάσαι το τέλος ή πόσο έτοιμος είσαι κι ύστερα, όταν δε θα το περιμένεις θα σε ρωτήσω, εσένα που όλα τα έζησες, εσένα που όλα τα έκανες πες μου λοιπόν, πως βαδίζεις ανάμεσα στους νεκρούς, πως ανέπνευσες ανάμεσα στους ζωντανούς όταν ούτε πέθανες ποτέ ούτε ποτέ έχεις ζήσει; Κι ύστερα θα με ρωτήσεις τι είναι η ζωή; Κι εγώ δε θα πω τίποτα, μονάχα θα ανασάνω. Κι όταν ρωτήσεις τι είναι ο θάνατος, τότε θα κλείσω τα μάτια, θα ψάξω μες στη σκέψη μου κι ανασέρνοντας εκείνα τα μάτια θα σου δώσω την καλύτερη ανάσα μου κι αυτή ας είναι η τελευταία δήλωσή μου για απόψε. Αν αναρωτιέσαι ακόμα, αν δεν κατάλαβες, η ζωή και ο θάνατος είναι τα άκρα μιας μεγάλης ανάσας σε ένα μη γωνιακό σύστημα, η ζωή και ο θάνατος λοιπόν είναι δυο σημεία αναφοράς πάνω σε έναν ολοστρόγγυλο κύκλο. Η αρχή είναι αυτός, το τέλος είναι ο ίδιος. Ακριβώς γιατί δεν μπορεί να γίνει μεγαλύτερος όταν σχηματιστεί κι έπειτα από την απεικόνισή του δεν μπορεί να καταλάβει άλλο χώρο στο τετράδιο. Μέσα σε ένα αχανές –από την επίπεδη θέση μας- σύμπαν, μέσα σε ένα μικρό κι ασήμαντο-από την οπτική μας- πλαίσιο, βρίσκεται η πραγματικότητα της ύπαρξής μας.

Κι ο έρωτας; Θα μου πεις, που χωρά, που συμβαίνει; Ο έρωτας είναι το χρώμα που επεμβαίνει σε αυτή την στρόγγυλη ανάσα  κι ομορφαίνει όχι μονάχα το σχήμα αλλά και όλο το τετράδιο, μια σταλιά χρώμα , μια βούλα, μια μουτζούρα, ένα τυχαίο γεγονός που όχι μόνο ζωντάνεψε τον κύκλο ή το χαρτί αλλά άλλαξε και τη διάθεση ίσως, αυτού που κάθονταν στο θρανίο. Αν ένα χρώμα μέσα σε ένα σχήμα μπορεί να επηρεάσει τόσους μακρινούς από αυτό εξωτερικούς παράγοντες, φαντάσου τώρα φίλε μου τι έκανε σε αυτό το σχήμα. Ο έρωτας είναι η μόνη μας ανάσα στην ύπαρξη, μια ανάσα δυνατή να βγει εκτός πλαισίου ενώ ακόμη στρογγυλοκάθεται μέσα του. Μια ασήμαντη στιγμή μα τόσο σημαντική ταυτόχρονα, έτοιμη να αλλάξει τον κόσμο.

 Εύχομαι μόνο το επόμενο βράδυ, να μιλήσουμε με σχήματα και χρώματα, το επόμενο βράδυ να μου υποσχεθείς πως θα ανταλλάξουμε αναπνοές πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί, πως θα ανταλλάξουμε αναπνοές πάνω σε γράμματα, λέξεις και ήχους και τότε θα συναντηθούμε και θα συνομιλήσουμε, αν είμαστε τυχεροί, θα ξαποστάσουμε πάνω στο τραγούδι ενός ερωτευμένου, εκεί που τα σχήματα και τα χρώματα αποκτούν ήχους κι ανακυκλώνονται , αθάνατοι κι αγέραστοι παρέα με όσους δε γνωρίσαμε κι όμως αναγνωρίζουμε τα πρόσωπά τους. Εκεί θα βρούμε τους όμοιους μας, εκεί θα είμαστε εμείς κι ας ήρθαμε όλοι μόνοι σε αυτή τη συνάντηση, αυτό το ατέλειωτο βράδυ θα ναι η δική μας φιέστα. Πλημμυρισμένοι από ομορφιά, ασήμαντοι, πολύχρωμοι κι ηχηροί, απίστευτα γεμάτοι, θα σκάσουμε σαν τεράστιο πυροτέχνημα και θα φωτίσουμε την νύχτα για λίγο καθώς θα  καθώς οι κύκλοι μας σαν σαπουνόφουσκες θα μοιάζουν με αιώνιες παντιέρες.

Ο Λάβδαν σηκώθηκε εξτατικός κι αφού χάιδεψε το κεφάλι του γάτου που γουργούριζε απλωμένος στο πάτωμα άνοιξε το ψυγείο και πέταξε ένα μπουκάλι με λίγο ξινισμένο κρασί. Η Τζούντιθ είχε κοιμηθεί από ώρα πάνω στα απομεινάρια μαλακών ερώτων σαν τα τσιγάρα της κι ο Μέρι την παρακολουθούσε φοβούμενος από τον επικείμενο έμετό που επρόκειτο να μαζέψει αν γύριζε από την άλλη. Το ρολόι έδειξε 3 κι ένας ακόμη κύκλος της ώρας προμηνύονταν βαρετός και τραγελαφικά αποστειρωμένος μέσα στην καραντίνα. Ο Χερνάντεζ έριξε λίγη μπύρα στο ποτήρι του και βάλθηκε να παρατηρεί εραστές παλιάτσους στο ταβάνι ενώ ο Λάβδαν κούμπωνε το παντελόνι του γυρνώντας από την τουαλέτα. Τα μάτια της Γιουλέτ κλειστά και πεταριστά κάπου τώρα συνειδητοποιούσαν μέσα στο όνειρο την ανάσα κι ύστερα ξοδεύονταν μικροαστικά  και ρεαλιστικά στον σύντροφο που είχε διαλέξει χρόνια τώρα. Ο Λάβδαν σταμάτησε το πικ απ. Απαξίωσε τους μπάτσους και τη γειτόνισσα κι άραξε σε ένα σαλόνι με τέσσερα άτομα κι ένα παράξενο γούνινο ginger. Τρεις ανθρώπους, ένα γάτο στην εφηβεία και μια ανάμνηση που κείτονταν αθόρυβη, δυνατή και πολύχρωμη μέσα στον κύκλο της ύπαρξής του.

Το απόγευμα είχε περάσει από την εκκλησία, στα δεξιά του ένα όμορφο πρόσωπο έμπαινε στο αχρησιμοποίητο καφέ  ενώ στα αριστερά του, η άνοιξη μαρτυρούσε κρυφά την ομορφότερη ανάμνησή του, εκεί ανάμεσα στα ανθισμένα τριαντάφυλλα των παρτεριών κάποτε η Γιουλέτ του είπε να φύγουν γιατί της μύριζαν τα σκουπίδια.




https://www.blogger.com/blog/post/edit/preview/5655989070422499602/5605367375102762361

Wednesday, February 24, 2021

 

Προσωπικό

 

Της Χριστίνας Κοντούλη

 

 

Θέλω να σε κάνω κάπως να μείνεις, θέλω να κερδίσω τις μέρες, τις νύχτες σου, μη φεύγεις. Κάθεσαι στο διπλανό δωμάτιο. Γιατί το σπίτι μου μοιάζει ποιο ασφυκτικά άδειο από το να μην ήσουν εδώ κι έπειτα διπολικά και σιωπηλά, απλά γεμάτο; Τον τελευταίο καιρό νιώθω μια παράξενη ένταση, ειδικά απόψε, δε με χωράει ο τόπος, Αν μπορούσα να σε παρομοιάσω με κάτι θα σε ονόμαζα ρεύμα.

 

 

 

Δεν μπορώ να γράψω όσο είσαι δίπλα μου, θέλω μόνο να σου μιλάω ακόμη κι όταν μπετώνει το κεφάλι μου και δεν έχω τι να πω, θέλω να βρω, εν ανάγκη να δημιουργήσω, θέλω να ζωγραφίσω τα μάτια και τα χέρια σου πάνω στους αμφιβληστροειδείς των ματιών μου, όπου κι αν στρέφουν, να βλέπουν εσένα, να καθησυχάζονται χωρίς να έχουν άλλη ησυχία. Δεν αντέχω άλλη ησυχία, σιωπηλά καθώς σβήνει η εικόνα του ευρύχωρου κόσμου μας, καθώς τα περιθώρια στενεύουν , πιέζουν κι αποδομούν, θέλω να σε βλέπω. Κάθισε, κάνε ένα τσιγάρο μαζί μου, πρέπει να δυναμώσω κι άλλο , πρέπει να δω, φόρα τη φωνή σου στα μάτια μου, διώξε επιτέλους την επιλεκτική μυωπία. Ο καναπές δεν είναι πια τόσο άνετος, τα σανίδια του πέφτουν, η πλάτη του τρίζει, το στρώμα βρωμά. Δεν αντέχω άλλη μέρα αδράνειας, δεν αντέχω άλλη βολή, δεν αντέχω άλλη ασφαλή σκέψη.

Το παίρνω πίσω, έλα, έλα και κάτσε όπου θες, έλα κι ας μη μιλήσουμε όλο το βράδυ, έλα και κλείσου στο δίπλα δωμάτιο, θα προσπαθήσω κι εγώ να χαζέψω λίγο στην τηλεόραση τη σειρά που μου αρέσει, όσο μπορώ να συγκεντρωθώ. Σήμερα ξεπέρασα λίγο φόβο, επαναστάτησα, δεν πρόλαβα να στο πω, το έκανα όμως. Βγήκα επιτέλους από το πολύχρωμο κελί μου και περπάτησα! Ναι πήγα πιο μακριά από το περίπτερο, πιο μακριά από όσο έχω πάει τον τελευταίο καιρό, από όσο είχα ξεχάσει να πηγαίνω. Εδώ και μήνες ο κόσμος έμοιαζε να έχει μικρύνει επικίνδυνα, λίγα βήματα πέρα από τον νοητό κύκλο προστασίας που κατασκεύασα έμοιαζαν τόσο μακρινά, λίγα βήματα, μεγάλες αποστάσεις. Έχαψα για τα καλά το παραμύθι τους, μήνες τώρα δεν υπήρχα εγώ, εγώ μονάχα συντηρούμουν σαν τουρσί μέσα στη γυάλα του φόβου. Σήμερα βγήκα από τη γυάλα, πάλι δεν πρόλαβα να πάω πολύ μακριά πριν συναντήσω κάποια φίλη, αλλά τα κατάφερα, για σένα θα έκανα τον πιο μεγάλο δρόμο. Άμα εν τέλη στο πω ποτέ θα γελάσεις υποθέτω, έτσι κι αλλιώς στην κανονική πραγματικότητα αυτός δεν είναι μεγάλος δρόμος, δεν είναι τίποτα όμως για μένα είναι η επανάστασή μου. Και ξέρεις τι, δε φοβήθηκα, όχι δε φοβήθηκα καθόλου, πρώτη φορά εδώ και καιρό, μάλιστα ήθελα να περπατήσω κι άλλο, πιο γρήγορα, πιο γρήγορα ως που να φτάσω κοντά σου, εκεί που λογαριάζω τώρα τελευταία σπίτι μου.

Βλέπεις το σπίτι που μένω έχει πάψει εδώ και καιρό να διατηρεί τη σημασία του κι έξω τα σπίτια είχαν κλείσει, οι δρόμοι είχαν κλείσει, οι σκέψεις, οι ψυχολογία μας, είχαν κλείσει. Χαίρομαι που μου τηλεφώνησες, χαίρομε που έβγαλες το καπάκι της γυάλας, ακόμη δεν συνήλθα πλήρως, όμως θα κάνω ό,τι μπορώ να μείνεις εδώ, κοντά σου δε φοβάμαι τίποτα. Μείνε, σε χρειάζομαι, σε θέλω δίπλα μου, σήμερα δεν ανήκω στον φόβο, σήμερα ανήκω στο πλευρό σου, σήμερα ανήκω στο πλευρό όλων, ακόμη κι αν δε μπορώ να σε δω, μείνε, μείνε, μείνε μαζί μου, σύντροφοι θα αγωνιστούμε παρέα, δώσ’ μου το χέρι σου κι εγώ σου υπόσχομαι να κλείσω την παλάμη σφιχτά κι ο φόβος να μη βρει τρύπα, για  σένα, για μένα, για κανέναν μας. Σε εμπιστεύομαι κι αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορώ να σου δώσω.

Σήμερα σηκώθηκα από τον καναπέ μόλις άκουσα τη φωνή σου, και χτες το έκανα, θα το κάνω και αύριο, δεν αντέχω άλλο το φόβο, πλημμύρισέ με σιωπηλά, δυνατά, εσένα θέλω να ακούω, εσένα σε κάθε φωνή, η τρομοκρατία δε θα περάσει, δε θα ακουστεί, δε θα πάρει άλλη υπόσταση, μείνε κοντά μου και θα ρίξω το σύστημα, μείνε κοντά μου κι εγώ θα φέρω τούμπα τον κόσμο ολόκληρο , τον εαυτό μου.

Καθώς μιλάμε ένα ένα τα συστημικά κατάλοιπα , ένα ένα τα ψέματα καταρρέουν, ο χώρος αλλάζει, επεκτείνεται, η μοναξιά καταρρέει, τέλος η απομόνωση, τα χέρια σου, η φωνή σου η μόνη ασπίδα μου απέναντι στον εαυτό που επιθυμούν να μου φτιάξουν! Καμιά υπακοή! Κανένα κεφάλι κάτω, κανένα γόνατο στο πάτωμα, κανένα σιωπηλό, κανένα καλυμμένο στόμα. Σπάσε με κι άλλο, μπορείς; Μόνο όταν θα σπάσω ολόκληρη, μόνο όταν  πραγματικά μοιραστώ σε χίλια κομμάτια θα είμαι ελεύθερη, Εμπρός, πριν ξεκινήσεις να ρίχνεις τους δικτάτορες στην πλατεία ξεκίνα από μένα, βοήθησέ με να ρίξω τον δικτάτορα μέσα μου, τόσο καιρό τον σπρώχνω να πέσει μα εκείνος τρυφερά, λυπητερά και ύπουλα τρέφεται από τη δύναμή μου, με στήνει στον τοίχο ακόμη και ψεύτικος, κρύος, μαρμάρινος κι άκαμπτος χωρίς να σηκώσει το μικρό του δαχτυλάκι, υπολογίζει βλέπεις στην κούρασή μου…μα αν είμαστε δυο; Τι ζημιά μπορούμε να του κάνουμε τότε! Θα σε ακούω με όποιους τρόπους θέλεις, θα σε αγκαλιάζω με όποιους τρόπους διαλέξεις εσύ, θα είμαι δίπλα σου, θα σπρώχνω μαζί σου.

Κι αν πέφτω σε πισωγυρίσματα, αν ξεχνώ να κλείσω τις πόρτες μου όταν έρχεται ο φόβος, μίλα μου να θυμηθώ, κοιμήσου δίπλα μου να κοιμηθώ, βοήθησέ με να παραμείνω άνθρωπος τη στιγμή που μας διδάσκουν την τέχνη της απανθρωπιάς, τότε πιάσε μου το χέρι , τότε κοίτα με, μάζεψέ με από τη λήθη. Σου υπόσχομαι αν ξοκείλεις θα σε μάσω κι εγώ.

Τώρα σήκω από το κρύο σπίτι σου κι έλα εδώ, θα φτιάξουμε πανό για αύριο, μπορεί να χαζολογίσουμε, να πιούμε μια μπύρα, μπορεί να ακούσουμε ηλίθια τραγούδια ή τραγούδια με νόημα, μπορεί να σχολιάσουμε την πολιτική, να βρίσουμε τη μιζέρια, μπορεί να σκοτώσουμε μικρούς εαυτούς, να παίξουμε λίγο με τον γάτο ή το θάνατο, έλα να γίνουμε κι απόψε λίγο μικροί, ασήμαντοι άνθρωποι μέσα στο σύμπαν, έλα πριν μας φάει η μαρμάγκα δίχως να καταλάβουμε τίποτα. Ας είμαστε λίγοι, ασήμαντοι, νοσηρά σημαντικοί, αυτόφωτοι μες στο σκοτάδι. ΈΛΑ κι απόψε να ρίξουμε μικρούς δικτάτορες κι αύριο ας παλέψουμε για έναν καλύτερο εαυτό, για έναν καλύτερο κόσμο.

Tuesday, February 9, 2021

 

Απόψε πρέπει να μιλήσουμε

 

 

Της Χριστίνας Κοντούλη

 

 

 

 

 

Απόψε πρέπει να μιλήσουμε.  Ίσως δεν έχουμε τίποτα να πούμε.

«Φτωχή ανθρωπότητα

Δε μπόρεσες ούτε ένα κεφάλαιο να γράψεις ακόμα,

Σα σανίδα από σκοτεινό ναυάγιο

Ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος»

Ταξιδεύουμε μέσα στο χοροχρονικό συνεχές με την απληστία της άφθαρτης ύπαρξης κάτω από κάθε μας βλέφαρο, κοιμόμαστε, τινάζουμε τα πόδια κι ονειρευόμαστε πως ζούμε διαφορετικές ζωές την ώρα που το κορμί για άλλη μια φορά μακρηγορεί, αποκηρύττει κι αποκρύπτει το θάνατο.

Ακούμε τραγούδια που μιλάνε γι’ αυτόν, τον εκθειάζουν, τον ψυχαγωγούν, οι διασκεδαστές παραδίνονται και νομίζουν πως χλευάζοντάς τον ή εναποθέτοντας τιμές στα άυλα πόδια του, τον εξευμενίζουν και κατευνάζουν όχι το δικό του, το ανύπαρκτο πρόσωπο μα το πρόσωπο που τους άφησε να τον σκεφτούν, το πρόσωπο που τους παρουσίασε την πιθανότητά του. ΑΎΘΑΡΤΟΙ, Παντοτινοί, παντογνώστες. Πέρα για πέρα Ηλίθιοι.

Όχι , όχι, είμαστε κι επαναστάτες, επαναστατούμε στο γεγονός, ποτέ στην ηλιθιότητα, περιμένουμε, περιμένουμε, προσμένουμε, καρτερούμε, την τέλεια στιγμή, την τέλεια ζωή, τον τέλειο άνθρωπο χωρίς ποτέ να αποδεχτούμε το μισητό και δύσκολο επόμενο βήμα. Το επόμενο  «ΒΛΉΜΑ» ωστόσο εύκολα, το αγκαλιάζουμε. Περνούμε τα χέρια γύρω από τη μέση του θέματος κι έτσι απλά το μεταφράζουμε στη σκιά μιας πεταλούδας, ποτέ δε μελετήσαμε το σύστημα της απόχης, ούτε και της αποδοχής παρά εμμένουμε εκκεντρικά, βαρετά κι ατελέσφορα στο γεγονός του συναισθήματος για το οποίο δε μας είχαν προετοιμάσει.

Δεν ακούω πια τον βραστήρα, παρά αν βρίσκομαι σε κάποιο vintage café, ακούω το πλυντήριο, να στύβει και να στεγνώνει μαζί με τις βρώμικες μπλούζες μου και το μυαλό μου, τις επιλογές μου, τις απολήξεις μου, δεν είμαι ένα ανθρώπινο ων, κανείς λάθος, κι εσύ μη νομίζεις πως είσαι κάτι περισσότερο από μια τυχαία συνάρτηση, ίσως και να ήταν συνετό να μπλέξουμε τα μαθηματικά στην κουβέντα, εύκολα κάποια στιγμή θα μπορούσες να πεις πως δε τα καταλάβαινες από μικρός και πιθανόν αυτός είναι ο λόγος που δεν ακολούθησες κάποια φυσική επιστήμη, ύστερα θα σου εκμυστηρευόμουν πως στο δημοτικό είχα κι εγώ μερικά Β στον έλεγχο και θα γελούσαμε με τους αφελείς μας δασκάλους που προσπέρασαν κάποτε δυο διάνυες. Θα έσπαγε τον πάγο, τι λες;

Ωστόσο, αδυνατώ να αποκηρύξω πλέον ένα κομμάτι του ανθρώπου που μου δημιουργεί τέτοιο μυστήριο. Τα μαθηματικά είναι η ηθική μας, η ηθική είναι τόσο ρευστή όσο το «έστω x” , αφουγκραζόμενη την απαραίτητή προϋπόθεση προσδοκάει και παρουσιάζει το αλάθητο αποτέλεσμα. Παραμένει όμως ρευστή, παγωμένη, μπετωμένη , ξένη και συγγενείς, μα πάντα ρευστή. Νομίζεις πως υπάρχει κάποια συγκεκριμένη συνταγή στην παρουσίαση της ανθρώπινης υπόστασης και φυσιοκρατίας, νομίζεις ότι ο ζωγράφος εκφράστηκε ή έχτισε; Έχτισε ή ξέθαψε τα θεμέλια του τρικλίζοντα πύργου κι έπειτα ψιθυριστά αναθεμάτισε την ύπαρξη της διαπίστωσης της απολυτότητας καθώς έχωνε το προσάναμμα στις επιταγές του κοινωνικού του προσδιορισμού; Το έργο αποκρίθηκε, ο θεατής ανταποκρίθηκε, οι κριτικοί σάλιωσαν τα δάχτυλα κι ο ζωγράφος εκμηδενίστηκε ευχαριστημένος που ανήκε. Κι ύστερα παραμέρισε την ηθική κι αποθεώθηκε από φωνές που δεν είχε την μακροζωία να ακούσει, ακριβώς γιατί αρνήθηκε το θεμιτό κι όχι γιατί προστάτεψε τη σκέψη με το έργο. Η άρνηση του συστήματος ήταν αρκετή για να αγαπηθεί σαν αυτούσια τέχνη, το πρόσωπο διατήρησε την ψυχική του ανωνυμία κι αντάλλαξε την γέννα για λίγο ψωμί. Η κοινωνία χειροκρότησε και κάτω από τον πίνακα χιλιάδες σάπια καρβέλια παραδόθηκαν σαν τάμα, σαν θυσία καθώς το όργανο επεξεργασία τροφής σάπιζε πια μαζί με τον δημιουργό του.

Θα χρησιμοποιήσω την ελαστικότητα της κοινωνικής ηθικής για να δικαιολογήσω και να κατακρίνω την δική μου. Ναι έζησα προστατευμένος, ναι δεν έκανα τίποτα, ναι υπήρξα ανύπαρκτος, όχι από συνέπεια ή στιβαρή επιλογή μα από φόβο από αυτοχλευασμό της ίδια μου της επιθυμίας για την επιβίωσή μου ανάμεσα στο καλό όλων. Κι όταν το πρώτο σου μέλημα γίνεται τάχα μου, το κοινό όλων, πρέπει να ξέρεις πως δεν έχεις κανένα κοινό όφελος παρά μονάχα την ασπίδα του «καλώς έπραξα» όταν επιθυμείς να ξεκινήσεις μια πρόταση με το γνωστό σε όλους «ναι, αλλά εγώ…» δίνοντας για λίγο μια πνοή στη μίζερη ύπαρξή σου. Μαθηματικά καλύπτεις το τρυφερό σου κωλαράκι από τα βράχια, φιλοσοφικά, έστω χ ο επόμενος.

Κι εσύ τα ξέρεις όλα αυτά, μπορεί να μην στα έχω τοποθετήσει σε λέξεις, μα τα ξέρεις κι αυτό με στοιχειώνει απέναντί σου, με έχεις δει να φοβάμαι, με έχεις δει να μη φοβάμαι τίποτα, τώρα δε πρέπει να ξέρεις πως κάνω το τίποτα, δε πρέπει να ξέρεις πόσο με σακάτεψε η κοινωνία. Στην καλύτερη θα επιμείνεις με κάποιον δικό σου ατελέσφορο χειρισμό να βγω από το καβούκι μου κι έτσι θα με τρομάξεις κι άλλο για τη μέρα που πια δε θα το κάνεις, στη χειρότερη, δε θα το κάνεις καν. Θα γελάσεις, θα εγκαταλείψεις και θα αναγάγεις τον παράξενο αγώνα μου στη μονάδα, πιστεύοντας πως η μονάδα μου είναι μοναχική, μοναδικά απελπισμένη ίσως κι αδιάφορη.

Από χτες σκέφτομαι να ξεπεράσω τους φόβους μου, από χτες σκέφτομαι να έρθω να σε βρω, να κρύψω ένα μπουκάλι τσίπουρο στην τσάντα να γράψω ένα χαρτάκι παρακολούθησης κινήσεων και να υπερβώ τις μαύρες τρύπες της απομόνωσης που μου χάρισε η καραντίνα κι ο πληγωμένος εγωισμός μου. Να σε περιμένω στην αυλή κι όταν έρθεις να σε καθίσω κάτω επιτακτικά κι απαιτητικά κι άμα το θες να γίνουμε μια τελευταία φορά φίλοι. Κι ύστερα ξυπνώ το πρωί και σκέφτομαι πως δεν υπάρχει λόγος να παλέψω ούτε για σένα ούτε για τίποτα. Το Κράτος και η Βία, η καταστολή, κρατάνε τώρα τα αρχιδάκια μου και παίζουν μαζί τους badminton στο υπουργικό μέγαρο τρώγοντας σνακ από σολομό σφιγμένο ανάμεσα σε κρακεράκια. Πως να σου πω ότι με νίκησαν, σε σένα από όλους πως να παραδεχτώ την άνεση της φυλακής μου;

Μιλούσαμε για ελευθερία, σου έλεγα πως χρειάζεται σχέδιο, επανάσταση ναι, και μετά; Με κοιτούσες και θύμωνες, δεν πείραζε, ένιωθα λογικός, σοφός, έξυπνος. Θα το σκεφτείς, θα καταλάβεις, που θα πάει; Έλεγα βουλιάζοντας στον καναπέ, κουρασμένος από την τόση γνώση. Έλεγες φύση, έλεγα ναι αλλά πως, που, πότε, πάλι με κοιτούσες και θύμωνες κι εμένα μου άρεσε να είμαι ταραχοποιός στα σχέδιά σου. Λέγαμε για ανθρώπους που αγαπούμε κι ένιωθα σπίτι μου. Τώρα νιώθω υπόλογος για τις επιλογές άλλων, νιώθω μαλάκας γιατί υπηρέτησα αφεντικά χωρίς εταιρίες, αφεντικά χωρίς καταστατικά και συμβάσεις εργασίας, αφεντικά χωρίς ευδιάκριτα διακριτικά, αφεντικά χωρίς πρόσωπα. Αφεντικά που κι εσύ αγαπούσες. Νόμιζα πως κάνω το σωστό, νόμιζα πως το ηθικό ήταν να βγάζω το σκασμό, να ανέχομαι, εσύ μιλούσες; Κι όταν άρχισα να το βλέπω, όταν άνοιξα το στόμα μου, είχαν ήδη σκιαγραφήσει τους μηχανισμούς μου, η τρομερή μου επανάσταση έμοιαζε με σενάριο κι εγώ διάβαζα τις ατάκες . Δε μπορώ να σου μιλήσω γι’ αυτά, τα άφησες πίσω σου, θα ξανάρθουν όμως. Και τώρα έτοιμος να κάνω την εφηβική μου επανάσταση κοντά στα τριάντα, επιτέλους αμφισβητώ τον καθρέφτη μου, επιτέλους ξέρω πως δεν ήμουν καθαρός κι όσο κι αν αυτό με λούζει στις λάσπες σα νεογέννητο γουρουνάκι τόσο το επιθυμώ, επιτέλους ξέρω, νομίζω το είχες καταλάβει από την αρχή, στην θρησκεία των γουρουνιών αγαπιέται το μπέικον, η καμένη σάρκα είναι πιο συμβατή από τη ζωντανή κι ο ρόλος της μπριζόλας ήταν σιωπηλός, τραγικός, αξιομνημόνευτός, άγιος ίσως. Τώρα που στολίστηκα με τα αγαθά μου και μύρισα το καμένο μου σώμα, επιθυμώ τη λάσπη, ο φούρνος πλησιάζει, ακόμα στέκομαι, οι κατακόκκινες αντιστάσεις υπόσχονται παραδεισένιες αισθήσεις κι εγώ μυρίζω τις τρίχες που τσουρουφλίζονται. Γιατί, γιατί δε φεύγω;;;;

Δε σου ζητώ να το παίξει σωτήρας, δε ζητώ το χέρι σου να πιαστώ, πες μου όμως, μια τελευταία φορά, τι κάνουμε μπροστά στο φούρνο; Κάτσε δίπλα μου, πιες μαζί μου, πες μου γιατί διατηρούμε τη σιωπή όταν καιγόμαστε;

Η Βαλχάλα υπέκυψε, η σιωπηλή αποδοχή τελείωσε, οι μουγκοί μάρτυρες δεν είναι πια ηρωικοί, παρά μονάχα σε δακρύβρεχτες ταινίες κι εμείς παρανοϊκά εμμονικοί σφίγγουμε τη μύγα να στάξει γάλα κι έπειτα αυτοκτονούμε με το προσωπικό μας δηλητήριο περιμένοντας η κοινωνία να αναφωνήσει «Καλός ήταν» λίγο πριν τη λήθη.

Tuesday, September 29, 2020

 

Οι εκ γενετής νεκροί και το ένα

 

Της Χριστίνας Κοντούλη


 

  

 

-Βαρέθηκα Σιμόν, βαρέθηκα

-Θέλω να σταθείς στα πόδια σου

-Εύκολο νομίζει μου ’ναι;

-Όχι, θέλω όμως να μάθω να μου πεις

-Σιμόν, γεννήθηκα λίγος, ή πολύς δε  ξέρω, αλήθεια κουράζομαι. Μέσα σαυτό το κεφάλι τόσα γιατί, κι ούτε μία, τόσο δα απάντηση..

 

 

 

 

 

Ανοίγει η αυλαία, τα χέρια της σαν προέκταση των καλωδίων πίσω από τα παρασκήνια τεντώνονται στον αέρα φωνάζοντας καθώς η φωνή μικραίνει, απομακρύνεται, λιγοστεύει και τελικά χάνετε.

Δεν μάθαμε να περπατάμε, μόνοι μας, μόνοι μας ήταν πάντοτε αδύνατο, περπατούσαμε πάντα πάνω στα χνάρια των άλλων, στα βήματα που ήδη κάποιος άλλος άφηνε πίσω του, σηκωνόμασταν τινάζοντας λίγο το περίγραμμά μας κι ύστερα βιαστικά και προσεκτικά βάζαμε το ένα πόδι σε κάποιο σκονισμένο καρέ και μπαίναμε μέσα.

Το παλιό θέατρο ανακαινισμένο από τις διάφορες πολεμικές απόψεις τις εποχής μας περιβάλει σαν αγριεμένη μήτρα. Στα σπλάχνα της πονεμένης λύκαινας ξεφυσούσαμε όλοι μαζί κάρβουνο, απελπισία και μια ανεξήγητη τρέλα. Απόψε δεν ήταν η σειρά της, δεν ξέρω τι την έκανε να σηκωθεί.. ίσως έφταιγε που είχε μάθει στα μπουλούκια κι έτσι οι γνώσεις τις ήταν ελλιπείς για το πως λειτουργεί μια παράσταση, ίσως πάλι ακριβώς επειδή έμαθε στα μπουλούκια να μην την ενδιέφεραν καθόλου οι κανόνες μας κι αυτή να μην ήταν μια πράξη άγνοιας ή κακοτροπιάς μα μια πράξη αλήθειας. Ίσως ακόμη να έφταιγε που δεν τρώγαμε πρωινό τον τελευταίο καιρό και να είχε αρχίσει να τα χάνει από την πείνα.

Η Αλίκη στη χώρα των γευμάτων, αυτό ήταν το πραγματικό όνομα της παράστασης. 3 και τέταρτο δίναμε αίμα, έπειτα περνούσαν οι γιατροί και κοίταζαν τα μάτια μας, στις 5 μάζευαν τους απείθαρχους και στις έξι τους έφερναν να δουν μια τελευταία φορά να ανοίγει η αυλαία. Έπειτα τους απομάκρυναν συνοπτικά κι εμείς μέναμε μόνοι ακούγοντας καλλίγραμμα βαλσάκια στο μεσοδιάστημα του ταΐσματος. Κι έπειτα πάλι για ύπνο. Άλλη μια σκληρή μέρα είχε περάσει ή μήπως ήταν μια ώρα;

Ο ύπνος δεν ήταν εύκολος, άλλοι έπαιρναν χάπια για να κοιμηθούν, άλλοι χτύπαγαν ρυθμικά τα δάχτυλα στα σανίδια των παρασκηνίων, άλλοι κρυφά αγκάλιαζαν κάτι ή κάποιον κι άλλοι έμεναν ξάγρυπνοι γιατί φοβόταν και δεν ήταν σίγουροι πια αν ξύπναγαν ή αν κοιμόταν με τον εφιάλτη.

Ο πομπός μετέδιδε τα ψέματα όσο εύκολα μετέδιδε τα βήματα του βαλς και τα πόδια χόρευαν ασυναίσθητα πια, απογυμνωμένα από την ευχαρίστηση, παραδομένα στο σίγουρο πάτημα, βαριεστημένα.

Δυο περιστέρια το ένα πίσω από το άλλο ακολουθούσαν την μουσική πάνω στο χοντρό σύρμα που χώριζε τον ουρανό από το κτήριο. Ήταν ευχάριστο που και που να βλέπεις και κάτι που είχε άγνοια κινδύνου μα ακόμα κι αυτή η εικόνα όταν γίνονταν συχνά άρχιζε να διαστρεβλώνεται παράξενα και τα αθώα περιστέρια να μοιάζουν πια με ρουφιάνους έτοιμους να χέσουν από ψηλά και να καταδείξουν τον επόμενο. Ήταν κυριολεκτικά οι καταδότες του κώλου.

Τα Σαββατοκύριακα είχαμε ρεπό. Τότε κατεβαίναμε στους δρόμους μόνοι ολομόναχοι, με συντροφιά τα ξένα βήματα των αγνώστων και χορεύαμε πια πάνω σε αόρατες πατημασιές που χορογραφημένες κι εκείνες οδηγούσαν για άλλη μια φορά στη Δευτέρα.

Στους δρόμους λαμπερά φωτάκια και συνεχόμενες μουσικές από τα μεγάφωνα  έμοιαζαν να χλευάζουν τη γκρίζα ανθρώπινη μάζα που περνούσε από κάτω.

«Μόνοι, θα είστε πάντα μόνοι, δεν κάνει ούτε καν να κοιτάζεστε, θα πρέπει να προχωράτε μακριά ο ένας από τον άλλο, μην αγγίζεστε, μην ανοίγετε καν το στόμα, προς το παρόν μπορείτε να αναπνέετε, μην το παρακάνετε όμως»,

έλεγαν και ξαναέλεγαν, τώρα με ακόμη πιο χρωματιστές διαφημίσεις, τόσο ψεύτικα κι άσχημα χρωματιστές που αν είχες συνηθίσει στο γκρίζο σε ζάλιζαν κι έφευγες ακόμη πιο γρήγορα για τη δουλειά. Ααα ναι στη δουλειά δεν υπήρχε πρόβλημα, εκεί δεν ήταν κακό η συναναστροφή -με εγκράτεια φυσικά- αλλά, εκεί μπορούσες να κοιτάξεις, να μιλήσεις, αν χρειάζονταν και να ακουμπήσεις.  Μπορούσες και να πεθαίνεις, βέβαια μόνο όταν αυτό εξυπηρετούσε το σύστημα, όταν δεν αποτελούσες πια εκμεταλλεύσιμη ύλη.

Ο άνθρωπος βλέπεται είχε μάθει να εκμεταλλεύεται τα πάντα κι έτσι δεν ήταν τόσο δύσκολο να εκμεταλλευτεί και τον άνθρωπο, κι ο καλύτερος τρόπος να εκμεταλλευτείς κάποιον είναι η απομόνωση, η αποξένωση…. η μοναξιά δημιουργούσε πάντοτε εύκολη λεία. Κι ύστερα τσακισμένος καθώς ήσουν τότε, ήσουν έτοιμος να δουλέψεις και με πόση χαρά θα έκανες αυτή τη δουλειά, ό,τι και να ήταν, αρκούσε που δεν ήσουν για λίγο μόνος κι έτσι δεν έφερνες αντίρρηση, καμιά αντίρρηση, καμιά σκέψη. Κάθε φορά ανάμενα την ώρα της αυλαίας με απίστευτη προσμονή, σαν το παιδί που περιμένει το γλυκό να πέσει για ύπνο. Μόλις άνοιγε τούτη η σκοροφαγωμένη κουρτίνα, το μισογκρεμισμένο θέατρο μεταμορφώνονταν σε υπέρλαμπρο ναό και πως δεν θα ήταν, αφού όλοι, εκεί κάναμε στα αλήθεια τις προσευχές μας.

Κι όταν έλεγε το σενάριο πως πρέπει να αγκαλιαστούμε τότε να δεις, πόση η χαρά, πόση η αγκαλιά, πόση αγάπη, όταν έπρεπε να ξεκολλήσουμε αναμεταξύ μας τότε ήταν δε, που πραγματικά πονούσαμε λες και ξεσκίζονταν ένα κομμάτι από το κορμί μας. Πάνω στη σκηνή, όταν άναβαν τα φώτα, δεν ήμουν, δεν ήσουν, δεν ήταν, είμασταν το κορμί. Ένα, ένα τεράστιο πλατωνικό ανθρωποειδές ,εμπλουτισμένο στις μέρες μας, με περισσότερα χέρια και πόδια, με δεκάδες δάχτυλα και μάτια, και χιλιάδες τρίχες μαλλιών και άπειρα στόματα. Το κορμί ήταν η τροφή μας, η λογική μας, η ψυχραιμία, το θάρρος μας, το κορμί ήταν τα όνειρά μας.

Σιγά σιγά όμως κι ενώ περνούσε ο καιρός το κορμί θέριευε και μεγάλωνε, το κορμί ένιωθε, ζητούσε κι έτσι το κορμί κοίταξε γύρω του και είδε αυτή τη φορά πίσω από τα φώτα…. Μια μέρα είχαν φέρει άλλο ένα τσούρμο απείθαρχους. Ρίξαμε μια ματιά όπως πάντα πίσω από την κουρτίνα όταν ακόμη τα φώτα της σκηνής δεν ήταν ανοιχτά, κάτι παράξενο υπήρχε στην εικόνα απέναντί μας, κάτι παράξενο πλανιόνταν και στον αέρα γύρω μας, το κορμί δεν ένιωθε καλά, κάτι έλειπε, κάποιος έλειπε… Κοιταχτήκαμε όλοι, σχεδόν λες κι είχαμε συνεννοηθεί, οι ματιές μας ανταλλάχτηκαν με τόση γρηγοράδα όπως θα περνούσε μια πληροφορία στο νευρικό σύστημα ενός οργανισμού. Το λάθος είχε εντοπιστεί. Ένας από εμάς καθόταν τώρα απέναντί μας, ένας από εμάς ήταν τώρα στη θέση του θεατή.

Για πρώτη φορά η συνείδηση δεν περιορίστηκε στο πέρασμα άλλης μιας μέρας, για πρώτη φορά δεν ένοιαζε κανέναν αν αυτή η μέρα θα τέλειωνε, αν θα συνεχίζονταν αύριο ή αν δεν θα έρχονταν ποτέ ξανά. Αποφασίσαμε . Αυτή ίσως θα ήταν η τελευταία μέρα μα σίγουρα θα ήταν και η πρώτη.

 Ο φροντιστής άνοιξε την αυλαία αργά. Τα όργανα της αποτροπής και πρόληψης φάνηκαν να δυσανασχετούν, δυο αλλαγές, σε λίγο έρχονταν η Τρίτη.

Οι απείθαρχοι μας κοίταζαν αποσβολωμένοι, καθώς  προχωρούσαμε μπροστά στην σκηνή ένας ένας, όλοι, ηθοποιοί, σκηνοθέτες, φωτιστές, καθαριστές, ταξιθέτες, όλοι όσοι κρύβονταν στο καβούκι των παρασκηνίων τώρα έβγαζαν όλοι μαζί το κεφάλι της χελώνας από το σώμα της. Το κορμί άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε, το κορμί άνοιξε τα μάτια του και είδε. Με ένα βλέμμα ρίξαμε το σύστημα, με ένα βήμα πετάξαμε το λάβαρο τους συστήματος από μέσα μας κι αφού ξεριζώσαμε τα γρανάζια τότε φυτέψαμε τη νάρκη και ετοιμαστήκαμε. Απλώσαμε τα χέρια μιας και πιάνοντας ο ένας του άλλου σφίξαμε με δύναμη, η νάρκη οπλίστηκε ήταν έτοιμη κι αυτή. Το κορμί κοίταξε το κοινό και θαύμασε, το κορμί κατάλαβε, την ατέλειωτη, την ανυπόφορη μέρα, ίδια, απαράλαχτη, επίπεδη, υποδουλωμένη, αυτή τη μέρα που ζούσε βδομάδες, μήνες, χρόνια τώρα κι αποφάσισε να γυρίσει τη κολλημένη σελίδα στο ημερολόγιο και να γνωρίσει την επόμενη μέρα.  Όλοι ξέρουμε όμως πως για να ξημερώσει πρέπει να έρθει πρώτα η νύχτα κι έτσι έσβησε το φως. Το κορμί δεν μπορούσε άλλο να κρατηθεί, όρμισε μέσα στο πλήθος κι αγκάλιασε, το κορμί ερωτεύτηκε, το πλήθος ερωτεύτηκε κι εκείνο, το κορμί ξαναβρήκε το κομμάτι που έλειπε μα και κάτι παραπάνω, βρήκε ένα άλλο κορμί.

Η νάρκη εξερράγη.

Τίποτα δεν μπορούσε να μας κρατήσει πια μακριά, ούτε τα όργανα της αποτροπής και πρόληψης, ούτε το σύστημα, ούτε καν οι εαυτοί μας,

Σπάσαμε τις πόρτες, πηδούσαμε ανάμεσα στα σάπια ντουβάρια με τις ξεσκισμένες ταπετσαρίες κι αφήνοντας πίσω τους ξεπεσμένους μας εαυτούς, γίναμε ένα, ένα ακόμη μεγαλύτερο. Ορμίσαμε στους δρόμους φωνάζοντας, γελώντας, τραγουδώντας κι ουρλιάζοντας. Ανεβήκαμε στους στύλους, στα δέντρα και στα χαλάσματα και γκρεμίσαμε τα ψεύτικα φώτα, ύστερα αρχίσαμε να γκρεμίζουμε και το γκρίζο. Αρπάζαμε αγνώστους και τους αγκαλιάζαμε, τους φιλούσαμε στα χέρια και στα μάγουλα κι εκείνοι άρχισαν να χαμογελούν σαστισμένοι και να μας ακολουθάνε, σε λίγο το ένα ήταν τόσο μεγάλο που απλώνονταν σαν ποτάμι στην γκρίζα πολιτεία.  Απόψε πολεμούσαμε εμείς, απόψε καταστρέφαμε τον φόβο, σπάζαμε τη φυλακή, απόψε θα κάναμε απογραφή θυμάτων του έρωτα κι όχι του θανάτου κι αν ήταν να υπάρξει ένας θάνατος ας ήταν ο υποδουλωμένος μας εαυτός, ας ήταν τα μόνα πτώματα που θα μαζεύαμε από τις πλατείες εκείνα των φόβων μας.

Ξάφνου είδαμε το στρατό να πλησιάζει. Όργανα επιβολής ασφάλειας και αμούστακα στρατιωτάκια οπλισμένα σαν αστακοί, έθεσαν ένα φράγμα στη συζήτηση κι επιχείρησαν κρατικό μονόλογο. Όμως εμείς δεν ακούγαμε τίποτα πια, είχαμε σκοπό να δούμε την επόμενη μέρα. Το ένα έπεσε πάνω τους με ακατανίκητη ορμή κι εκείνοι συγχυσμένοι και απορημένοι δεν κατάφεραν, δεν πρόλαβαν να κάνουν τίποτα, το φράγμα άρχιζε να σπάει κι οι τάχα στιβαρές του πέτρες να γίνονται βότσαλα στον ποταμό μας. Κι ύστερα να τρίβονται με το κύμα και να αφομοιώνονται ως που δεν υπήρχε κανείς να μας πολεμήσει πια, κανείς να μας φοβερίσει.

 Όταν ξημέρωσε η μέρα η πολιτεία μας είχε πάψει πια να είναι γκρίζα. Στο απαλό φως της αυγής νιώσαμε την έκσταση του ζωγράφου καθώς ξανθά, πορτοκαλιά, μαύρα μαλλιά, πράσινα , καστανά, λαδιά και γαλάζια μάτια απλώνονταν παντού, χείλια κόκκινα και ροζ, σκούρα κι ανοιχτά δέρματα, για πρώτη φορά είδαμε το χρώμα των ρούχων μας καθώς η ομιχλώδης κατάσταση είχε περάσει. Το χώμα που σήκωναν στον αέρα οι μπότες του συστήματος, τώρα είχε γεμίσει τα υφάσματα που μας έντυναν σαν τα απομεινάρια της μάχης, κι είχε φύγει για τα καλά από τα μάτια μας. Κοίταξα γύρω μου, ήταν όλοι άγνωστοι, είμασταν όλοι μα όλοι άγνωστοι, μα αυτή τη φορά δεν είμασταν μόνοι, κανείς δεν ήταν μόνος του. Γύρω μου απλώνονταν το κορμί, το τεράστιο, το ανίκητο κορμί κι εγώ σαν μικροσκοπικό κύτταρο ξάπλωσα κάτω από τον ήλιο.

Κι αυτή που σας εξιστορώ είναι θαρρώ η μόνη ιστορία που ξέρω, όπου ο άνθρωπος νίκησε και νικήθηκε ταυτόχρονα με μόνη μυρωδιά θανάτου τους φόβους του, που σάπιζαν τώρα γρήγορα κι ήρεμα, ενώ τρώγαμε επιτέλους το πρώτο μας πρωινό στη λιακάδα….! Έβγαλα από την τσέπη μου το μικρό ημερολόγιο κι έσκισα για τα καλά τη Δευτέρα, σήμερα ήταν Τρίτη κι αύριο θα ξημέρωνε Τετάρτη, ο χρόνος κυλούσε ξανά. Κάτι νέο είχε γεννηθεί σήμερα και το όνομά του θα είχε όλα μας τα ονόματα, σήμερα γεννήθηκε το ένα.

 

 

 

Thursday, September 3, 2020

 

Ναυτικό ημερολόγιο- ενδιαμέσως γραμμών, ευθυγράμμιση οριζόντων στον ουρανό των άλλων

 

Της Χριστίνας Κοντούλη

 

 

 

Σε ένα μυστικό βασίλειο, μακρινό και μεγαλειώδες οι άνθρωποι τα κατάφερναν καλά. Σ’ ένα ακόμα πιο μακρινό βασίλειο καθόλου μεγαλειώδες, οι άνθρωποι τα κατάφερναν άσχημα. Τα δυο βασίλεια ωστόσο δεν ήταν τόσο μακριά το ένα από το άλλο, αντίθετα μοιράζονταν μονάχα μια γραμμή όπου ξεχώριζαν τα σύνορά τους. Στο βασίλειο της ευημερίας οι άνθρωποι ήταν μόνοι μα ήταν εντάξει με αυτό, δεν είχαν δική τους γλώσσα μα πάλι δεν παραπονιόταν. Το βασίλειο της ευημερίας έμοιαζε μερικές φορές σαν αποστειρωμένο εργαστήριο και κανείς δεν μπορούσε ούτε να φύγει ούτε να πάει. Ο βασιλιάς του ήταν ένας κύριος. Δεν ξέρω ποιος ήταν ο βασιλιάς τους, ούτε και άκουσα ποτέ τίποτα γι’ αυτόν μα και οι γνώσεις μου για τους κατοίκους είναι κάπως περιορισμένες. Από κάποιους τολμηρούς που πέρασαν κάποτε τα σύνορα μαθεύτηκε πως δεν συνέβαινε τίποτα εκεί κι έτσι σιγά σιγά ξεχάστηκε με το χρόνο.

Στο άλλο βασίλειο οι άνθρωποι ήταν παράξενοι, μοιράζονταν κάποια γλώσσα  αλλά ήταν τόσο δύσκολη που ούτε οι ίδιοι καλά καλά δεν κατάφερναν να τη μιλούν. Το βασίλειο αυτό ήταν τόσο δύσκολο να ελεγχθεί που οι βασιλιάδες του τα παρατούσαν και όριζαν νέους στη θέση τους, κι εκείνοι με τη σειρά τους άλλους κι άλλοι άλλους και κάπως έτσι πάει λέγοντας. Οι στέγες των σπιτιών ήταν τρύπιες, ετοιμόρροπες,  κι οι τοίχοι άσχημοι, σάπιοι, ξεφτισμένοι ωστόσο κάποιοι από τους κατοίκους επέμεναν να τους πλαισιώνουν με μικρούς κήπους που ανέβαιναν ήρεμα στις πέτρες κι αναμιγνύονταν σιγά σιγά με αυτές. έσκαβαν το χώμα ως που να συναντήσουν τις ρίζες του κι είτε τις φρόντιζαν και τις μεγάλωναν είτε τις μασουλούσαν  μα καμιά φορά τις κατάπιναν κιόλας. Από την άσχημη πολιτεία ακούγονταν το βράδυ τραγούδια, άμα ήξερες τα λόγια θα έλεγες πως ήταν πένθιμα ωστόσο τα περισσότερα είχαν χαρούμενο ρυθμό,  άλλα σιωπηλά, άλλα ψιθυριστά άλλα εκκωφαντικά, ζωηρά κι απότομα, φάλτσα, επηρεασμένα. Κι οι άνθρωποι που τα τραγουδούσαν είχαν πάντα έναν καημό, μια αδιόρατη , αμυδρή θλίψη στο βλέμμα, σαν αγκάθι αχινού , μια ενόχληση, στιλπνή, βυθισμένη.

Στην όμορφη πολιτεία στο κέντρο είχαν χτισμένη μια μεγάλη χωματερή, αποκλεισμένη από τους δρόμους, τα πεζοδρόμια και τους περαστικούς αγκαλιασμένη από βαριές αρχιτεκτονικές οπτασίες και μεγαλωμένη από το μεγάλωμα το καθενός, στέκονταν παγερή, ηλιοστάλαχτη και βρωμερή στο κέντρο της πόλης.  Είχε παρόλα αυτά έναν αέρα μεγάρου, μια αίσθηση κομψής αδιάφορης ωραιοποίησης, στιβαρή και ψεκασμένη καθημερινώς από μικροσκοπικούς αρωματοποιούς θύμιζε περισσότερο δημοτική βιβλιοθήκη παρά σκουπιδιάρα. Οι τζαμένιοι υπόνομοι ήταν τόσο καθαροί και λαμπεροί όπου πολύ συχνά διάφορες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις λάμβαναν χώρα στους δαιδαλώδεις υποστηρικτικούς διαδρόμους τους με χιλιάδες απαράλλαχτους μύστες να αναρωτιούνται και να χειροκροτούν χορωδιακά και άψυχα το έργο χωρίς να τους νοιάζει ακριβώς τι ήταν κι αν ήταν στο ταβάνι, στο πάτωμα ή μέσα στα νερά. Αρκούσε που κάποιος χτύπαγε τις παλάμες του κι όλοι απολάμβαναν των ήχο των δικών τους.

Τα σπίτια ήταν τετραώροφα. Σε κάθε όροφο έμενε και ένας πολίτης ξεκινώντας φυσικά από την κάστα. Οι χαμηλότερου ενδιαφέροντος κάστες έμεναν πάντα στους τελευταίους ορόφους έτσι ώστε να τους βρίσκεις πιο εύκολα στις σκάλες, ενώ οι υψηλότερες στους πρώτους δυο όπου συνήθως χτίζονταν και μεγαλύτερα διαμερίσματα. Τα ρούχα είχαν κι εκείνα τη δική τους μόδα. Λευκό για τις εξαιρετικές κάστες, γκρίζο για τις μέτριες, ριγέ για τις τελευταίες. Διακοσμητικοί κήποι από γυάλινα λουλούδια και χρυσαφένια ζώα βρίσκονταν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και η παραλιακή άμμος είχε καλυφθεί από ένα φιλντισένιο υγρό που διατηρούσε την αρχική μορφή της πέτρας ωστόσο απέφευγε κάθε είδος φθοράς του «φυσικού περιβάλλοντος» κρατώντας το απομονωμένο από την αψύτητα της πατούσας. Μικροσκοπικοί γυάλινοι σωλήνες με καλλιγραφικές επιγραφές της OXYGEN PROVIDE –μη κερδοσκοπικής εταιρίας κρατικού απολογισμού ωραιότητας- παρείχαν το απαραίτητο οξυγόνο  για την διατήρηση της φυσικότητας αλλά και την αργή (φυσική) μετατροπή της αρχικής εικόνας.

Η ΦΡΕΣ ΛΑΙΤ ΟΞΙΤΖΕΝ ΚΟ(Μ)ΠΡΟΜΕΙΣΟΝ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤ εισήγαγε μάσκες τελευταίας τεχνολογίας όπου προσέφεραν την εμπειρία του καθαρότερου οξυγόνου μαζί με μια στιλιστική άποψη και τα γραφεία της εδρεύανε κάπου ανάμεσα στην θαλάσσια ζώνη της περιοχής και στις παρυφές ενός μικροκαμωμένου λόφου.  Μια τέλεια περιοχή για μια τόσο πολύτιμη εταιρία. Κανείς πια δεν κυκλοφορούσε χωρίς την μάσκα της ΦΛΟΚΙ κι όσοι είχαν παλιότερα μοντέλα περίμεναν με ανυπομονησία τη στιγμή που θα είχαν τους αντίστοιχους πόντους ώστε να φορέσουν κι εκείνοι τις τελευταίες ντιζαινάτες δημιουργίες του άκρως καταρτισμένου, και παγκοσμίως αναγνωρισμένου επιστημονικού-καλλιτεχνικού επιτελείου της φιλανθρωπικής αυτής εταιρίας. Οι πιο ψαγμένοι διέθεταν μάσκες ειδικού ντιζάιν βέβαια και πολλές φορές προσωπικών παραγγελιών με ελεγκτές αίματος, φυσικής λειτουργίας, πόντων αξίας αλλά και φυσικά σχεδίων που παρέπεμπαν σε καλτ αναμνήσεις του παρελθόντος.

 Η FOXY TOUCH συμπλήρωνε τις εποχικές εμφανίσεις με γάντια τελευταίας τεχνολογίας που έκαναν ακόμη και πρόβλεψη συνείδησης ενώ η δημοφιλέστατη  «ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ» συμπλήρωνε την χαριτωμένη τετράδα με ταριχευτικές μάσκες αντιγύρανσης όπου φωτογραφίζοντας το κυτταρικό υλικό αναδομούσαν πλήρως σε μερικούς μήνες το χαλασμένο στοκ, ξεσουφρώνοντας ακόμη και τις πιο απαιτητικές περιπτώσεις.

Οι άνθρωποι ήταν όμορφοι (;), οι άνθρωποι ήταν φρέσκοι (;), οι άνθρωποι ήταν ίδιοι, οι άνθρωποι ήταν γελοίοι (!) .

 

 Στην άσχημη πολιτεία οι άνθρωποι δεν ήταν πολύ διαφορετικοί από τα σπίτια τους, ούτε κι από τα ζώα, γκρεμισμένα ερείπια,  ξεπερασμένα μεγαλεία, ψυχολογική αστάθεια, γήρας. Αναξιόπιστη μόδα και πολύχρωμη διαφήμιση φωνακλάδων, απελπισμένων να αγγίξουν το ανέφικτο. Παραβατικότητα, αβεβαιότητα,” Πηγαίνουμε μπρος με σύμβολο την παλάντζα! “ Στην άσχημη πολιτεία ο θρήνος ήταν ο βασιλιάς.

Στις άκρες, στο λιμάνι, πολύχρωμα φώτα περασμένων αιώνων, σκουριασμένα κι απογαλακτισμένα νωρίς από την φαντασία του δημιουργού, ούρλιαζαν σαν πόρνη σε gold digging  οίστρο. Οι ψαράδες με πόδια γυμνά και κουρελιασμένα δίχτυα έψελναν ομοιοκατάληκτα στιχάκια στους βουτηχτές ως που να γυρίσουν συχνά με τα χέρια άδεια πίσω, ξορκίζοντας τον θάνατο και τη σήψη με οπισθοδρομικές μα σίγουρα ιδιαίτερες  τεχνικές. Η άμμος συνθλιμμένη από το κύμα και το οξυγόνο έμπαινε ανάμεσα στα δάχτυλα θυμίζοντας πως ό,τι ζει αλλάζει κι η γνώση γερνά.

«Η γνώση, η σοφία, είναι  ένας σάκος που γεμίζει όσο προχωράμε στον δρόμο μας κι όσο γεμίζει τόσο καμπουριάζουμε και το σώμα κυρτώνει κι όσο προσπαθούμε να τη σηκώσουμε τόσο κάνουμε μορφασμούς κι αυτοί διεκδικούν βίαια μια θέση στο πρόσωπό μας» . Ο καπετάνιος σα γέρικη κουκουβάγια, έσουρνε τα φτερά του σκορπίζοντας σοφιστείες στην πλώρη όταν ένιωθε μόνος του. Ο καπετάνιος είχε γεννηθεί στην όμορφη πόλη. Ο καπετάνιος ένιωθε μόνος συχνά.

Η άσχημη πόλη δεν διέφερε από καμιά πόλη του παρελθόντος κι ούτε ήταν μη αναμενόμενη σαν πόλη του μέλλοντος. Ήταν τραγική, θλιβερή, εκθαμβωτικά μίζερη μα σίγουρα καθόλου στάσιμη, ούτε μια στάλα βαρετή. Ναι μπορεί να είχε μια εσάνς παρελθόντος μα σίγουρα ήταν μια πόλη του μέλλοντος άλλωστε το μέλλον πάντα είναι γεμάτο αβεβαιότητα, προσεχείς κίνδυνους, άγνωστες περιπέτειες κι ίσως γιατί όχι, πιθανή νηνεμία, αποστασιά, «καμιά γαλήνη δεν έχει τη γεύση της ζεστασιάς αν δεν έρχεται από τη γεύση της τρικυμίας….» έλεγε ο καπετάνιος… Στο λιμανάκι είχε ένα μικρό καφέ, εκεί απαγκιάσαμε για το βράδυ και δέσαμε στην προκυμαία το μικρό βαπόρι μας. Η άλλη πλευρά, στο μεγάλο πόρτο ήταν κατάμεστη στις φωνές και τα ξεκατινιάσματα, η πόλη μεγάλωνε κυκλικά μα ο καπετάνιος κι οι δυο ανθυποπλοίαρχοι προτιμούσαν κι εκείνοι όπως κι εγώ να αράξουμε στους αστραγάλους του παράξενου βασιλείου. Έτσι κατεβάσαμε ένα ανιχνευτικό και γυρίσαμε τον κόλπο προς τα πίσω. Το μεγάλο καράβι έδεσε στα ανοιχτά. Οι άλλοι προτίμησαν το μεγάλο λιμάνι.

Κοιτούσα τους ανθρώπους, το πήγαινέ λα τους με ζάλιζε ώρες ώρες  μα με ευχαριστούσε κάπως αυτή η εικόνα αναποφασιστικότητας  , αυτό το μπέρδεμα επιθυμιών ήταν προτιμότερο από την έλλειψη επιθυμίας, την τακτικότητα της απαλλοτρίωσης που θα προσέφερε το διπλανό βασίλειο εφόσον κάναμε εκεί την επίσκεψή μας. Ακόμη κι εκεί κάποια πλοία, όπως τα ανατροφοδοτικά (οξυγόνου,) ήταν αν όχι καλοδεχούμενα σίγουρα οπωσδήποτε ανεκτά.

Εγώ έβγαλα ένα αυτοσχέδιο μπλοκάκι και ξεκίνησα να κλέβω τις όψεις των περαστικών φυλακίζοντας μερικές στιγμές τους σε κλουβάκια από κινέζικο ρυζόχαρτο την ώρα που ήταν πολύ απασχολημένοι για να ζητήσουν πίσω τους εαυτούς που πρόσθετα στη συλλογή μου. Οι ΄σύντροφοι είχαν ριχτεί με χαρά στο φαΐ και κάθε τόσο τσουγκρίζαμε τα ποτήρια. Αυτό το εύθραυστο γυαλί έμοιαζε ξαφνικά τόσο γερό, πως θα μπορούσε να μην είναι, άλλωστε χωρούσε αιώνες τώρα τα βάσανα και την χαρά τόσων και τόσων.

Στη μέση της πόλης ένας τεράστιος φάρος δήλωνε την παρουσία του αναπνέοντας βαριεστημένα και σιγά τη χαρτογράφηση χιλιάδων οριζόντων. Ποτέ δεν υπήρξε ένας ορίζοντας, πάντοτε κοιτούσαμε την κατεύθυνση με νέα μάτια κι ήταν πολλά τα μάτια που κοίταζαν στο ίδιο σημείο χαράζοντας άλλες πορείες παρόλα αυτά…

Το δωμάτιό μου στο πανδοχείο, είχε θέα στα σύνορα. Σύνορα…. Δεν ήταν παρά μια νοητή γραμμή κι όμως τόσα χρόνια ελάχιστοι την είχαν περάσει.

Η όμορφη, η γυάλινη πολιτεία έσβηνε τέτοια ώρα τα φώτα της κι έκανε μπάνιο με αντισηπτικό. Περιηγούνταν σιωπηλά στις ρυθμίσεις του ψυγείου και λοιπών ηλεκτρικών ειδών κι έπειτα βάζοντας στη μοριακή συντήρηση  ένα μπολάκι φαγητού μαγειρεμένο στον ατμό έκλεινε τα μάτια κι αποκοιμιόνταν με κακές παραλλαγές του Truman show.

Εγώ δεν είχα ούτε σαπούνι, τα μαλλιά μου είχαν κοκαλώσει σαν γλιστερά χέλια καπνισμένα στην αλμύρα ενώ κάποια εξελιγμένη μορφή σκόρου είχε αφήσει στο σεντόνι μου τρύπες σε φα μείζονα.  Οι τοίχοι του πανδοχείου ΕΥΤΥΧΙΑ  είχαν την όψη ημιξεπετσιασμένης μπανάνας μα κατά τα άλλα το δωμάτιο ήταν υπέροχο. Κάτω από το περβάζι και κάθετα της συμβατικής οπτικής πλευράς της «θέας» μου, ένας φροντισμένος μα άγριος κήπος ύψωνε τα φύλλα του προσπαθώντας να μου τραβήξει την προσοχή. Μέσα από ένα μεγάλο πεσμένο πιθάρι μια λεμονιά άπλωνε τις ρίζες της ανάμεσα σε παράσιτα και άλλα παράξενα λουλούδια ενώ στη μέση ελάχιστες πλάκες είχαν παραμείνει, ανασηκωμένες ελαφρώς  από την κλίση του εδάφους και την πολυκαιρία. Η υπόλοιπη αυλή καλύπτονταν από ένα καφεκόκκινο χώμα μισοκρυμμένο από τα χορτάρια. Η μυρωδιά των λουλουδιών κάλυπτε κάπως τη δική μου βρώμα… Ωστόσο η καλοκαιρινή άπνοια δε μ άφηνε να κοιμηθώ κι έτσι σηκώθηκα και κατέβηκα κάτω να θαυμάσω από κοντά τα σύνορα.

Η παραλία ήταν κάτω από το σπίτι, οι σύντροφοί μου, αποσταμένοι από το ταξίδι και το πιόμα είχαν εξαφανιστεί κι έτσι υπέθεσα πως πήγαν για ύπνο. Στην αυλή δεν υπήρχε κανείς παρά μόνο ένα γατίσιο μπασταρδάκι που κοιμόταν ανάσκελα. Αυτός ο γάτος, σκέφτηκα για μια στιγμή, πως σίγουρα ζει καλύτερα από όλους μας. Η στάση του κορμιού του έδειχνε μια εμπιστοσύνη, δεν ξέρω ακριβώς σε τι, αλλά  ήμουν σίγουρος πως ένιωθε ασφαλής. Τότε μου ήρθε μια περίεργη έξαψη! Έβγαλα τα ρούχα μου και τα άφησα πάνω στο πιθάρι. Όταν έμεινα γυμνός πια  ένιωσα ένα παράξενο γαργάλημα στο στήθος, μια αίσθηση που είχα να νιώσω από παιδί, σήμερα είχα όρεξη για σκανδαλιά…

Αφού βεβαιώθηκα πως δεν υπήρχε ψυχή  έτρεξα γρήγορα προς τη θάλασσα και με κρότο ανέμελου καρχαριοειδούς έσκασα με δύναμη διαταράσσοντας την νυχτερινή ζωή της υδάτινης έκτασης. Έκανα μακροβούτια και κολοτούμπες, πλατσούρισα στα ανοιχτά κι ύστερα με εκστατική φάτσα παρατηρούσα τα αστέρια που καθρεφτίζονταν από πάνω μου. Μέχρι που κάποια στιγμή μου ήρθε μια τρελή ιδέα. Αποφάσισα να κολυμπήσω στα σύνορα και να τα περάσω. Εδώ και χρόνια, αιώνες ίσως, κανένας βουτηχτής δεν είχε περάσει τα σύνορα χωρίς έγκριση τουλάχιστον….κι εγώ ίσως να ήμουν ο πρώτος.

Άρχισαν να κολυμπάω, όσο πλησίαζα η αβεβαιότητά μου γινόταν προσμονή, ο φόβος γίνονταν απαραίτητη ελπίδα, δεν ήξερα για τι ακριβώς, αλλά σίγουρα ήλπιζα, επιθυμούσα! Όσο πλησίαζα τόσο γέμιζα ευχαρίστηση, ένιωθα λες κι οδηγούσα μια επανάσταση, λες κι έκανα κάτι μοιραίο. Όταν έφτασα στην γραμμή σταμάτησα, μα πριν προλάβω να σκεφτώ ή να διστάσω έδωσα μια και βρέθηκα στην άλλη πλευρά.

Κολύμπησα μέχρι την ακτή. Δεν υπήρχε κανείς. Ξάπλωσα στο παγωμένο γυαλί διατήρησης και γελώντας  όσο πιο σιγανά μπορούσα άφησα το βλέμμα μου να πλανηθεί πάνω από τον ορίζοντα. Ο ουρανός ήταν ίδιος όπως πριν. Ο κόσμος φάνηκε τόσο απέραντος μέσα στο μικροσκοπικό του τσόφλι όσο μικρός μέσα στην απεραντοσύνη του.΄ Όσο ο ουρανός  παρέμενε σταθερός δεν ένιωθα φόβο, παρά μονάχα αυτή την έξαψη της σκανδαλιάς και την ήρεμη συνειδητοποίηση μιας μπαμπούσκας ομοιοτήτων.  Καθώς γυρνούσα στάθηκα για λίγο πάνω στο σύνορο. Η μεγαλύτερη ελευθερία βρίσκονταν στο αδέσποτο, ανάμεσα στα δυο βασίλεια, ανάμεσα στους δυο κόσμους. Μα καθώς ήταν απασχολημένες και οι δυο πλευρές στις γωνίες τους δε θα συναντιόνταν ποτέ στη μέση κι οι δυνατότητες αυτού του ορίζοντα δεν θα ήταν ποτέ εμφανείς. Ξάφνου πρόσεξα πως δεν ήμουν μόνος, κάποιος άλλος στέκονταν στη μέση μα λίγο πιο μπροστά. Το παράξενο πλάσμα κατευθύνθηκε προς το μέρος μου κι αφού έφτασε σε απόσταση 4 μέτρων σήκωσε ελαφρά το χέρι και με χαιρέτησε. Εγώ σαστισμένος του έγνεψα να βγάλει τη μάσκα. Ο άνθρωπος για λίγα λεπτά έμεινε ακούνητος, έπειτα σήκωσε τη μάσκα ως το μέτωπο κι ένα συμπαθέστατο πρόσωπο χαμογέλασε ευγενικά. Εγώ σάστισα για λίγο μα ανταπέδωσα το χαμόγελο, έπειτα ο καθένας πήρε το δικό του δρόμο.

Όταν έφτασα στο δωμάτιό μου ένα μικρό τσαλακωμένο σαπουνάκι με άρωμα πούδρας βρίσκονταν στην άκρη του κομοδίνου μου, ξέπλυνα ευχαριστημένος τα αλάτια από πάνω μου κι αφού ξάπλωσα μοσχομυριστός και κουρασμένος έριξα μια ματιά στο δωμάτιο. Τα ρούχα μου απλωμένα στις καρέκλες δεξιά κι αριστερά από το κρεβάτι μου ανασηκώνονταν ελαφρώς από ένα απαλό αεράκι ενώ ο ευτυχισμένος μπασταρδάκος κουλουριάζονταν γουργουρίζοντας πάνω σε μια από αυτές. Από το παράθυρο φαίνονταν η γυάλινη πολιτεία , στιβαρή, παγωμένη κι ακλόνητη - μα όχι πια απροσπέλαστη -λαμπύριζε από μακριά. Κοιμήθηκα επιτέλους χωρίς σκέψεις, χωρίς να το καταλάβω, έσβησα.

Την άλλη μέρα, καθώς λιαζόμουν μασουλώντας κουλουράκια βουτύρου και κανέλας , οι σύντροφοί επέστρεφαν από το λιμάνι χαζογελώντας.

-Καλημέρα!

-Καλημέρα, μα τι έγινε γιατί γελάτε;

-Άμα σου πούμε θα γελάσεις κι εσύ…

-Τι πράμα;

-Χτες το βράδυ λένε οι ψαράδες είδανε έναν εξωγήινο να κολυμπά!

-Τι λέτε ρε; Έκανα εγώ φτύνοντας μερικά ψίχουλα στα μούτρα τους. Εκείνοι σκασμένοι από τα γέλια πιάστηκαν από έναν καναπέ μπαμπού και σωριάστηκαν μαζί με αυτόν στο χώμα.

-Έχει και καλύτερο περίμενε!

-Τι άλλο;

- Ακούστηκε στον ασύρματο ότι στο διπλανό βασίλειο είδαν οι θαλασσοφύλακες μια αρσενική γοργόνα!

-Ρε με δουλεύετε;

-ΑΧΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ, όχι αλήθεια, έτσι λένε, ήταν λέει ξαπλωμένος ένας άντρας γυμνός πάνω στο γυαλί διατήρησης και σίγουρα ήταν μισός ψάρι!

Εκείνη τη στιγμή τα κουλουράκια εκσφενδονίστηκαν από το στόμα μου με τη μορφή τορπίλης καθώς συνειδητοποιούσα σε ποιον αναφέρονταν, σε εμένα!

-Και δε μου λέτε, ο εξωγήινος είχε γυαλιστερό κεφάλι σαν να φόραγε μάσκα θαλάσσης;

-Ναι, εσύ που το ξέρεις;

-Θα το ‘δα στον ύπνο μου…

Είπα και γύρισα το βλέμμα μου προς τα σύνορα, ευχαριστημένος που κάποιος ακόμη, κάπου εκεί απέναντι, τα είχε αψηφήσει, 4 μέτρα πιο μπροστά.

 

Saturday, July 25, 2020


 Ο άνθρωπος και το θηρίο


της Χριστίνας Κοντούλη




Το θηρίο στέκεται μπροστά μου, στέκεται δίπλα μου, κουλουριάζετε μέσα στην βοή της πολιτείας κάτω από το τραπέζι, ζητάει από το ποτήρι μου, πίνει από τα χείλη μου την τελευταία σταγόνα, θα καλοπαντρευτεί. Στάζει από το στόμα του στο δικό μου και βρυχάται πως μου χαρίζει την τύχη μα ξέρω πως με κοροϊδεύει αφού γνωρίζει καλά πως πάμε δυο δυο.
Τόσα χρόνια δε σκέφτηκα να του δώσω ένα όνομα κι έτσι καμιά φορά όταν είμαι πολύ κουρασμένος φοράει το δικό μου και μ’  αφήνει να καθίσω κάτω από το τραπέζι σιωπηλά. Δεν με ξεχνάει όμως, με εφοδιάζει με φρέσκα κόκαλα από ψάρια και μου μαζεύει μπουκιές από το λάδι το πιάτο του, σαν μάνα στοργική μου τις ταΐζει στο στόμα. Μ’ αφήνει να ακούσω τις ιστορίες των άλλων αλλά και τις δικές του όταν συζητά με ξένα θεριά, με πηγαίνει πάντα στο σπίτι. Μου βγάζει με τα νύχια τους φακούς από τα μάτια μου, μου φορά την ξεχειλωμένη φανέλα του πατέρα για πιζάμα και ανάβει τον ανεμιστήρα πριν κοιμηθώ. Καμιά φορά άμα έχει πιει πολύ ξεχνάει τα παντζούρια μισάνοιχτα κι ας ξέρει πως μ’ αρέσει να κοιμάμαι στο σκοτάδι. Του αρέσει όταν βλέπω παράξενα όνειρα, τότε έχει την ευκαιρία του να έρθει πάνω μου και να κουλουριαστεί, τότε ξέρει δε θα το διώξω, θα το αγκαλιάσω πιο σφιχτά για να συνεχίσω τον ύπνο μου.
Το θηρίο μου με πιάνει με τα δόντια από το σβέρκο σαν κουτάβι και με ακινητοποιεί, με πιάνει με τα δόντια του από τα χέρια και μου δείχνει το δρόμο που βρήκε για να περπατήσουμε.. Το θηρίο μου έχει μεγάλα κοφτερά δόντια κι είναι άγριο κι απαιτητικό μα καμιά από τις πληγές μου δεν τις έκαμε εκείνο. Κι όμως εγώ ευθύνομαι για όλες τις δικές του πληγές, για κάθε τραύμα του. Σπάνια έμπαινα μπροστά για να το προστατεύσω, το άφηνα στη μοίρα του από φόβο μα εκείνο δε με άφησε ποτέ. Το θηρίο ήταν σοφότερο από μένα. Το θηρίο ήταν εξυπνότερο.
Κάποτε έμεινε καιρό χωρίς φαί, εγώ δεν είχα χρόνο, δεν είχα όρεξη, δεν είχα τίποτα κι έτσι έμεινα νηστικός κι ούτε που πάλεψα την πείνα μου, ούτε που με ένοιαξαν τα κόκαλα μου που φαινόταν στο δέρμα μου, ήθελα μόνο να περάσει ο χρόνος… να τελειώνει ο χρόνος…. Μια μέρα άκουσα βρυχηθμούς μα δεν έδωσα σημασία, θα ήταν η μάταιη ανάγκη μου σκέφτηκα και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Μια μέρα άκουσα κλάματα μα δεν με ένοιαξε, σκέφτηκα πως είναι η θλίψη μου που προσπαθούσε να επιβεβαιώσει την ύπαρξή της, να εδραιώσει την αυτοκρατορία της στο μικρό μου δωμάτιο. Γύρισα πλευρό. Μια μέρα άκουσα χτύπους μα δεν σκέφτηκα τίποτα, έκλεισα τα μάτια, παραδέχτηκα πως τρελάθηκα και παρακάλεσα το χρόνο να τελειώσει τις δουλειές του και να εξετάσει την περίπτωση μου γρήγορα, να μου δώσει τη λύτρωση από τον άδικο κόσμο.
Κοιμόμουν σε ένα δωμάτιο σκοτεινό, απ’ έξω απ’ το παράθυρο υπήρχε μόνο βροχή, διάττοντες αστέρες τάραζαν τον ύπνο μου που και που μα  ως που να ξαραχνιάσω την ελπίδα από το βλέμμα εξατμίζονταν στα απομακρυσμένα νεφελώματα κι εγώ μονάχος στο σκοτάδι έκλεινα πιο σφιχτά τα μάτια για να μη με ξυπνάει το ανέλπιδό τους φως. Τότε δεν άκουσα τίποτα.
Ξάφνου, ένας κρότος μου τάραξε αυτή τη φορά τον ύπνο, μα πάλι δεν έδωσα καμιά σημασία, άκουγα τα βήματα αλλά και πάλι δεν έκανα τίποτα, ξάπλωσα πίσω και περίμενα χωρίς λαχτάρα, χωρίς θλίψη ή χαρά, το αναπόφευκτο. Τέσσερα βαριά πόδια στάθηκαν δίπλα μου, η ανάσα  του απλώθηκε στο δωμάτιό μου, μια μυρωδιά λησμονιάς, πείνας, μια μυρωδιά θανάτου με σήκωσε για τα καλά. Πέταξα από πάνω μου τα βαριά σκεπάσματα, πήδηξα από το κρεβάτι κι άρχισα να ψάχνω την πόρτα σα μανιασμένος μέσα στο έρεβος. Δεν υπήρχε τίποτα, όσο κι αν άγγιζα κι αν ψηλάφιζα κι αν έψαχνα ένιωθα το μέρος να στενεύει κι ανάσα να με πλησιάζει, τα βήματα ακούγονταν πιο δυνατά κι οι βρυχηθμοί με κύκλωναν ολοένα. Ήμουν σίγουρος πως ήμουν νεκρός, ήμουν νεκρός κι ο θάνατος δεν είχε λευκά φώτα, ούτε ανταμώματα με αγαπημένους, δεν είχε γέλια, ούτε χερουβείμ , μονάχα αγωνία, φόβο, σκοτάδι κι αυτό το άγνωστο, ό,τι κι αν ήταν αυτό, αυτό που ετοιμάζονταν να με ξεσκίσει.  Ξάφνου το χέρι μου έπιασε κάτι στερεό πέρα από τους τοίχους, κάτι σαν υφασμάτινη κορδέλα. Το τράβηξα με μανία, τα μάτια μου ήταν κλειστά, σφιγμένα, γεμάτα δάκρυα, ένας επίμονος αναστεναγμός που έφραζε το λάρυγγα και το κορμί μου έκαιγε, έβραζε από τον φόβο. Μια ζεστή ανάσα προσγειώθηκε στα μούτρα μου,  έσφιξα τα μάτια περισσότερο κι έβαλα τα κλάματα, έκλεψα ώρες, χρόνια, αιώνες, δεν είμαι σίγουρος, ως που στέρεψαν τα δάκρυα κι αυτή η ζέστη που ένιωθα δεν έλεγε να φύγει.
Άνοιξα τα μάτια μου κι ένα παράξενο φως όρμισε κάτω από τα βλέφαρά μου. Πονούσα, μα τα άνοιξα περισσότερο…. Έπειτα από λίγο κι όταν πια συνήθισα κοίταξα γύρω μου σαστισμένος, ήμουν ακόμα στο μικρό μου δωμάτιο, όλα τα πράγματά μου ήταν εκεί, όλα, η πόλη ήταν στη θέση της, εγώ ήμουν. Χάρηκα τόσο πολύ που για λίγο δεν πρόσεχα τίποτα άλλο πέρα από το ύψος που έφταναν τα μάτια μου, μέχρι που μια καυτή ανάσα κι ένας εξασθενημένος βρυχηθμός με έκαναν να  ανατριχιάσω. Κοίταξα μπρος μου, το θηρίο είχε σπάσει το κουτί του, στέκονταν τώρα μπροστά μου, πεινασμένο, εξαθλιωμένο, έτοιμο. Έκλεισα ξανά τα μάτια μου και περίμενα, αυτό τελικά θα ήταν το τέλος, έπειτα από τόσο καιρό χωρίς φαΐ ήταν σίγουρο πια πως θα με κατασπάραζε. Έσφιξα τα άκρα στο κορμί μου και ξέσπασα σε κλάματα.
Ξάφνου ένιωσα μια υγρασία στο πρόσωπό μου, άνοιξα τα βλέφαρα. Μπροστά μου ένα κοκαλιάρικο θηρίο, μικροσκοπικό και μισοπεθαμένο με κοίταζε τρυφερά. Σήκωσε το πόδι του αργά κι ακουμπώντας στο χέρι μου έγνεψε με το κεφάλι προς τα κάτω.  Μπροστά μου βρίσκονταν ακουμπισμένα ένα σμάρι τρυφερά κρέατα, αχνιστά ψωμιά με μαλακή ψίχα κι ένα μπολ με νερό… Το θηρίο μου έγνεψε να φάω. Για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωθα να πεινώ, ένιωθα. Άρπαξα ένα κομμάτι κρέας και το πέρασα στα χείλια μου, η ζουμερή του σάρκα έλιωνε ανάμεσα στα δόντια μου καθώς τα ζουμιά του τρέχαν στο λαιμό μου. Άρπαξα στα χέρια μου το ψωμί. Το καυτό σιτάρι μύριζε ξύλο και στάχτη, τα έβαλα στο στόμα μου κι άρχισα να μασουλάω τόσο δυνατά, τόσο γρήγορα, που να σιγουρευτώ πως είμαι ακόμα ζωντανός λες κι η επιβεβαίωση της ύπαρξής μου εξαρτιόταν από τούτο το καρβέλι. Ύστερα πήρα το μπολ με το νερό και το κατέβασα μονορούφι.
Ανάμεσα στα απαλά κομμάτια του ψωμιού και στα λύπη του κρέατος, ένας λυγμός, μια ταπεινή ανάσα θρυμμάτισε την πείνα μου. Το θηρίο μου με κοίταξε δακρυσμένο κι έκλεισε τα μάτια. Δίχως να σκεφτώ έτρεξα δίπλα του, για μια φορά έτρεξα δίπλα του δίχως να έχω ανάγκη από εκείνο. Όρμισα πάνω του και έσφιξα τη γούνα του στην αγκαλιά μου, φίλησα τα πόδια του, το πρόσωπό του. Καθώς περνούσα τα δάχτυλά μου πάνω στο δέρμα του ένιωσα δέκα λεπτούς μικρούς τοπογράφους να καταγράφουν τα κόκαλά του με περισσή λεπτομέρεια.   Τότε για πρώτη φορά στην εγωιστική μικροσκοπική ζωούλα μου ένιωσα τη μεγαλύτερη θλίψη, την τραγική λύπη της κατανόησης. Άρπαξα το κρέας και του το έφερα στο στόμα μα ήταν πολύ αδύναμο για να μασήσει κι έτσι το μάσησα εγώ και το έβαλα στο στόμα του, πήρα το ψωμί και το έλιωσα στις χούφτες μου προσπαθώντας να το ταΐσω. 
Κάποια στιγμή το θηρίο μου, ζήτησε νερό. Κοίταξα γύρω μα το μόνο νερό που υπήρχε ήταν εκείνο που με μανία είχα καταβροχθίσει εγώ. Τότε άνοιξα το στόμα του κι έβαλα το κεφάλι μου ανάμεσα στα κοφτερά του δόντια μα αυτή τη φορά δεν φοβόμουν, αυτή τη φορά ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Πέρασα γύρω μου το χέρι του και το αγκάλιαζα καθώς τα μάτια μου άρχισαν να τρέχουν. Το θηρίο έγλυψε με ευγνωμοσύνη τα μάτια μου κι όταν πια χόρτασε , γρύλισε ευχαριστημένο και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Ύστερα ξάπλωσα δίπλα του κι εγώ κι αποκοιμήθηκα, για πρώτη φορά ονειρεύτηκα ήρεμα με ανοιχτά παντζούρια…. Κι ονειρεύτηκα ένα καλύτερο κόσμο κι ως τώρα που στα λέω αυτά παιδί μου δεν είδα όνειρο κακό ούτε ένιωσα άλλο φόβο.
Ο γέρος σηκώθηκε από το κρεβάτι κι έκανε μερικά δειλά βήματα προς την πόρτα, το θηρίο σηκώθηκε κι εκείνο σιγά σιγά και γέρικο πια δίχως δόντια, με θαμπό τρίχωμα και βαριά περπατησιά κατέβηκε μαζί του τη σκάλα. Ο γέρος ανάσανε ευχαριστημένος που  χρόνος είχε κάποτε ξεχάσει το παράγγελμα του κι ανασκαλεύοντας το χώμα σ’ ένα παρτέρι ντομάτες έσκυψε κι έκοψε ένα ντοματόφυλλο.  Ύστερα το έκοψε στη μέση κι αφού μύρισε τα δυο μισά έβαλε το ένα κομμάτι στο στόμα του και το άλλο στο στόμα του θηρίου. Το θηρίο άπλωσε το πόδι του στο πόδι του γέρου και τον κοίταξε στα μάτια. Ο γέρος κάθισε στο σκαλοπάτι σα μικρό παιδί και το θηρίο σαν κουτάβι ξάπλωσε χαρούμενο δίπλα του.
Ο εγγονός τους κοίταξε χαμογελαστός και χάιδεψε το δικό του θηρίο στη πλάτη.
-Παππού τελικά πως το λένε;
-Άλλοι το λένε Άγγελο, άλλοι Θηρίο, άλλοι το λένε Συνείδηση, άλλοι Ένστικτο παιδί μου
-Κι εσύ πως το λες;
-Εγώ το λέω Εαυτό παιδί μου. Είπε ο γέρος κι ο Εαυτός συμφώνησε ακουμπώντας το κεφάλι του στα γόνατα του ανθρώπου του.
-Τον εμπιστεύεσαι παππού;
Ο γέρος γέλασε. –Το θέμα είναι να με εμπιστεύεται εκείνος. Όλοι ερχόμαστε στον κόσμο με ένα θεριό παιδί μου, κι οι πιο πολλοί αναρωτιούνται αν τελικά το θεριό θα τους πληγώσει, αλλά καλέ μου, αυτό που δε ξέρουν οι πολλοί είναι πως εμείς πληγώνουμε το θεριό. Το θεριό δεν κάμει κακό, ο άνθρωπος κάμει. Το θεριό παιδί μου ξέρει μονάχα να δίνεται. Κι ο άνθρωπος ξέρει να παίρνει, ποιος λες να είναι πιο τρομαχτικός;
Το παιδί αγκάλιασε το θηρίο του, το έσφιξε τόσο δυνατά που το θηρίο δάκρυσε. Το θηρίο έμεινε για πάντα κοντά του, ο άνθρωπος παρέμεινε ασφαλής.

Wednesday, June 24, 2020


Οι ιστορίες του μπλε λαγού:   Στον τρόπο του Αιγόκερω

 της Χριστίνας Κοντούλη



Στα ιερά της Δήμητρας, Ο Νίσος έβγαζε το στέμμα του σκασμένος από την ανυπόφορη καλοκαιρινή υγρασία και χάριζε απλόχερα το σώμα του στο Σαρωνικό. Οι Λέλεγες κι οι Κάρες ετοίμαζαν τις βαλίτσες τους για της θερινές αποδράσεις που είχαν σχεδιάσει πολύ πριν την απομόνωση των πόλεων. Ήρεμοι τώρα πίστευαν πως κάποτε δεν θα εξαφανιστούν κι ο δρόμος χαραγμένος σε ένα πανάρχαιο  gps  με βάση τον ήλιο θα εμφανίζονταν στις οπτικές οθόνες τους λίγο πριν λοξοδρομήσουν.
Ο Μίνωας είχε ανοίξει την πολεμική του κονσόλα και φορώντας τη διχαλωτή ολόχρυση παντούφλα του καλούσε τον αντίπαλο για game.
Άραγε στη Μήλο τρώνε τον καρπό της γνώσης ή μονάχα τον φορούν για όνομα στα βράχια τους;
Στρεσαρισμένος από την αβάσταχτη επίδραση της κοινωνικής σταρχιδιστικής επιτροπής επέτρεψα στον εαυτούλη μου να φανταστεί για λίγο πως όλα θα ήταν όπως πριν, η  γλυκύτατη μίζερη ζωούλα μου, το έπος του Νέμο στις τηλεόψεις, η διαλυμένη σχολή, το πολύ αναμενόμενο μεν πτυχίο κι η φανταστική μου περιήγηση στο τι θα μπορούσε να συμβεί όταν πια θα το κρατούσα στα χέρια μου, οι καθημερινές ειδήσεις κι οι εκφράσεις τις μάνας μου που θαρρείς ξόρκιζαν το κακό σε κάθε φωνήεν που πετιόταν από το στόμα. Οι βόλτες, οι τραγελαφικοί έρωτες, το χέσιμο, τα φασολάκια, φτηνιάρικες μποτίλιες κρασιού από ανακυκλωμένο βιοδιασπώμενο πλαστικό, κρυμμένες κάτω από το κρεβάτι στο πατρικό σπίτι. Μια τυχαία φωτογραφία που βγήκαμε όλοι όμορφοι όταν ήμασταν παιδιά. Γαλάζιες παστίλιες για τα κουνούπια… Ήμασταν πια στην εποχή του Αιγόκερω κι έμοιαζε ακόμη να μας “τοιχώνει” και να μας στοιχειώνει μια μίξη του υδροχόου και των ιχθύων. Οι θρησκείες ήταν νεκρές. Η επιστήμη για λίγους σαν γνώση για όλους σαν διαφήμιση. Κάθε ζωδιακός υπέφερε από τα σημάδια της γέννας του προηγούμενου και της προβλέψης του επόμενου. Μου φαίνονταν αλήθεια πως κανείς άνθρωπος ως τώρα δεν είχε καταφέρει να ζήσει στην εποχή του. Είτε θα αναπολούσαμε νεκρούς είτε θα φανταζόμασταν σπέρματα από πέη που ακόμη δεν φόρεσαν σάρκα.
Ο Σαρωνικός στέκονταν ανελέητος, διεκδικητικός και σκούρος.
Διάβαζα κάποτε για ένα μάθημα ιστορίας: η πάλη των τάξεων, η πάλη των γεννών, η πάλη των φύλων, η πάλη των άδειων ήταν η χειρότερη. Όταν έγινε εκείνη η τελευταία, η πάλη των συναισθημάτων όπως την αποκαλούσε η κυρία Μπλανς Ντιμπουά Τζόνσον, η ανθρωπιά τσακίστηκε, η ανθρωπότητα διχάστηκε. Σκοταδισμός. Η ρουφιανιά στα καλύτερα της, ωστόσο ήρθε η εποχή του “Πουαντιγισμού” κι ο κόσμος ηρέμησε για λίγο. Ο Υδροχόος ήταν ανάδρομος κι η τεχνολογία σιώπησε , με ένα εκκωφαντικά κλειστό στόμα επέτρεψε στην κούραση να γίνει αλληλεγγύη κι έλυσε όλα τα πρότερα δεσμά με ένα τρόπο από όσο γνωρίζω πρωτόγνωρο. Οι τελευταίες θρησκείες πήγαν για ύπνο στις όχθες του Αχέροντα, αφήνοντας μερικούς αμετανόητους, να τους τραβούνε που και που τις τσίμπλες από τα μάτια. Ο κόσμος όπως ήταν το φυσικό παραδόθηκε, διαδόθηκε, άνθισε σαν κήπος γεμάτος διαφορετικά και παράξενα βοτάνια. Το γκρίζο κοστούμι της καταστολής θάφτηκε σαν τσεκούρι πολέμου κι ένα πλουμιστό ύφασμα απλώθηκε ολόγυρα.  Καθώς τα επιτεύγματα των ιχθύων γκρεμίζονταν- όμοια με πανάρχαια κτίσματα που τώρα αφιερώνονταν μονάχα στη λήθη- οι άνθρωποι του επόμενου αστερισμού ανήγειραν και μπάλωσαν το πλοίο της ελευθερίας. Κι ύστερα γυρίσαμε με τα πολλά εκεί που αρχίσαμε.
Κομπλεξαρισμένοι οργανισμοί διεκδικούσαν την εξουσία, οι απελπισμένοι παρακαλούσαν την υποδούλωση να βγει έστω ένα τυφλό ραντεβού μαζί τους κι οι νέοι σπόροι επαναπαυτήκαμε σε σκαμμένα χωράφια αφού ήταν βαρύ το στίγμα της διεκδίκησης. Το καθαρό νερό για άλλη μια φορά έπρεπε να βρέχει τα χείλια μιας νέας ελίτ, τις ρίζες των ζιζανίων. Τα χωράφια στέρεψαν, καλώδια γυμνά και άγνωστα έντυναν τα σπίτια, λογότυπα ανιαρά και πομπώδη μας αφιέρωναν σε άλλους ανθρώπους, όμοιους με εμάς, μα τόσο διαφορετικούς εν τέλει. Η ιστορία παρερμηνεύτηκε για άλλη μια φορά, σήμερα, τώρα, ξανά, ζούμε στα ώρια της μυθολογίας. Κι αυτό το μέλλον που φαντάζονταν οι δραματουργοί κι οι σκηνογράφοι του 1980, άργησε να έρθει δυο ζωδιακούς. Χοντροί πρασινωποί σωλήνες ντύνουν σοκάκια μεικτής αισθητικής, βρώμικα φρούρια-σπίτια παραγεμισμένα με εξαθλιωμένα πρόσωπα, ξεμαλλιασμένα κεφάλια,  κακοφτιαγμένες αφίσες και φτηνιάρικα μα περιβαλλοντικά ελεγμένα κόπρανα που πήραν τη θέση του σταφυλιού, έχουν τυλιγμένο γύρω τους έναν ξεφτισμένο Βάκχο. Άκουσα πως κάποτε έβαφαν τα μαλλιά του περίεργα χρώματα οι αντισυστημικοί, εμείς τα μακραίνουμε τόσο ως που να μπορούμε να τους βάλουμε φωτιά στην πλατεία κι έπειτα να τα κόψουμε πριν φτάσουν το κρανίο μας.
Μα λέω να πάρω άλλη μια μπύρα «Yellow Piss» απ’ το βαρέλι και να πάω στο μπαλκόνι. Να ακούσω για τους έρωτες της ΡΧΤ, την ανεργία του ΦΝΣ και τον ΡΖΝΤ να λέει πόσο άχρηστη είναι η γενιά μας. Να κλείνω το στόμα μου σκύβοντας συγκαταβατικά το κεφάλι στα ακαταλαβίστικα ονόματά τους, στις πνιχτές λέξεις τους καθώς θα πέφτει φευγαλέα η ματιά τους πάνω μου την ώρα που  θα σφίγγω τον εαυτό μου πριν να πετάξει το βάρβαρο κι άγνωστο πια φωνήεν. Κι έπειτα στη διάρκεια της νυχτερινής μας συνάθροισης,  παραπεταμένος σε μια γωνιά να κλαίω που τα χωράφια της Δήμητρας δεν καρπίζουν και να αναπολώ κάθε ιστορία που διάβασα για το Σαρωνικό όταν ακόμα μύριζε θάλασσα καθώς θα αγναντεύω μια πελώρια έρημο από σκουπίδια.
Η ΚΡ μου πρόσφερε ένα τσιγάρο κι εγώ χαμογέλασα προσποιούμενος πως βρισκόμουν πάνω σε ένα πλοίο. Πίσω από το μικροσκοπικό κεφαλάκι της new age Βαλκυρίας ξεχώριζε ένας αστερισμός. Σε όποια χρονική στιγμή φώναξα στον καπετάνιο την θέση μας. Οι απέραντες αφρικάνικες λίμνες ξεκουράζονταν ανάμεσα σε πυκνή βλάστηση και παρακαρπισμένα  οπωροφόρα καθώς η μεσογειακή έρημος σφάδαζε απορημένη για την άδικη γύμνια της που μύριζε πλαστικό και τσίκνα. Η Δήμητρα κατοικούσε αλλού. Ο Οντιν ετοιμάζονταν για speed date χρησιμοποιώντας το σφυρί του για σίδερο ρούχων πάνω σε πολύχρωμα σώβρακα κι οι θεοί της Αιγύπτου νοίκιαζαν τα bungalows  με την ώρα στα δάση της Ατάρ. Μονάχα ένας Άμμων Ρα πέτρινος και θλιμμένος προσπαθούσε να μετρήσει τα τατουάζ από γκραφίτι στο σώμα καθώς ανάμεσα στις φυλλωσιές ένας μικροαπατεώνας ανθρωπάκος πούλαγε φωτογραφίες του Bowie,  του Delon  και του Mπάρκουλη για ένα πιάτο κεφτέδες.
Όταν έμεινα μόνος, άνοιξα το ψυγείο, κι έφαγα κι εγώ. Ένα πιάτο γεμάτο κεφτέδες από ομιλούντα καναρίνια. Προς υπεράσπισή μου, ήθελα απλώς να σωπάσουνε, αυτές οι μουλωχτές φωνές τους μου μιλούσαν για περίεργες επαναστάσεις…..