Tuesday, February 9, 2021

 

Απόψε πρέπει να μιλήσουμε

 

 

Της Χριστίνας Κοντούλη

 

 

 

 

 

Απόψε πρέπει να μιλήσουμε.  Ίσως δεν έχουμε τίποτα να πούμε.

«Φτωχή ανθρωπότητα

Δε μπόρεσες ούτε ένα κεφάλαιο να γράψεις ακόμα,

Σα σανίδα από σκοτεινό ναυάγιο

Ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος»

Ταξιδεύουμε μέσα στο χοροχρονικό συνεχές με την απληστία της άφθαρτης ύπαρξης κάτω από κάθε μας βλέφαρο, κοιμόμαστε, τινάζουμε τα πόδια κι ονειρευόμαστε πως ζούμε διαφορετικές ζωές την ώρα που το κορμί για άλλη μια φορά μακρηγορεί, αποκηρύττει κι αποκρύπτει το θάνατο.

Ακούμε τραγούδια που μιλάνε γι’ αυτόν, τον εκθειάζουν, τον ψυχαγωγούν, οι διασκεδαστές παραδίνονται και νομίζουν πως χλευάζοντάς τον ή εναποθέτοντας τιμές στα άυλα πόδια του, τον εξευμενίζουν και κατευνάζουν όχι το δικό του, το ανύπαρκτο πρόσωπο μα το πρόσωπο που τους άφησε να τον σκεφτούν, το πρόσωπο που τους παρουσίασε την πιθανότητά του. ΑΎΘΑΡΤΟΙ, Παντοτινοί, παντογνώστες. Πέρα για πέρα Ηλίθιοι.

Όχι , όχι, είμαστε κι επαναστάτες, επαναστατούμε στο γεγονός, ποτέ στην ηλιθιότητα, περιμένουμε, περιμένουμε, προσμένουμε, καρτερούμε, την τέλεια στιγμή, την τέλεια ζωή, τον τέλειο άνθρωπο χωρίς ποτέ να αποδεχτούμε το μισητό και δύσκολο επόμενο βήμα. Το επόμενο  «ΒΛΉΜΑ» ωστόσο εύκολα, το αγκαλιάζουμε. Περνούμε τα χέρια γύρω από τη μέση του θέματος κι έτσι απλά το μεταφράζουμε στη σκιά μιας πεταλούδας, ποτέ δε μελετήσαμε το σύστημα της απόχης, ούτε και της αποδοχής παρά εμμένουμε εκκεντρικά, βαρετά κι ατελέσφορα στο γεγονός του συναισθήματος για το οποίο δε μας είχαν προετοιμάσει.

Δεν ακούω πια τον βραστήρα, παρά αν βρίσκομαι σε κάποιο vintage café, ακούω το πλυντήριο, να στύβει και να στεγνώνει μαζί με τις βρώμικες μπλούζες μου και το μυαλό μου, τις επιλογές μου, τις απολήξεις μου, δεν είμαι ένα ανθρώπινο ων, κανείς λάθος, κι εσύ μη νομίζεις πως είσαι κάτι περισσότερο από μια τυχαία συνάρτηση, ίσως και να ήταν συνετό να μπλέξουμε τα μαθηματικά στην κουβέντα, εύκολα κάποια στιγμή θα μπορούσες να πεις πως δε τα καταλάβαινες από μικρός και πιθανόν αυτός είναι ο λόγος που δεν ακολούθησες κάποια φυσική επιστήμη, ύστερα θα σου εκμυστηρευόμουν πως στο δημοτικό είχα κι εγώ μερικά Β στον έλεγχο και θα γελούσαμε με τους αφελείς μας δασκάλους που προσπέρασαν κάποτε δυο διάνυες. Θα έσπαγε τον πάγο, τι λες;

Ωστόσο, αδυνατώ να αποκηρύξω πλέον ένα κομμάτι του ανθρώπου που μου δημιουργεί τέτοιο μυστήριο. Τα μαθηματικά είναι η ηθική μας, η ηθική είναι τόσο ρευστή όσο το «έστω x” , αφουγκραζόμενη την απαραίτητή προϋπόθεση προσδοκάει και παρουσιάζει το αλάθητο αποτέλεσμα. Παραμένει όμως ρευστή, παγωμένη, μπετωμένη , ξένη και συγγενείς, μα πάντα ρευστή. Νομίζεις πως υπάρχει κάποια συγκεκριμένη συνταγή στην παρουσίαση της ανθρώπινης υπόστασης και φυσιοκρατίας, νομίζεις ότι ο ζωγράφος εκφράστηκε ή έχτισε; Έχτισε ή ξέθαψε τα θεμέλια του τρικλίζοντα πύργου κι έπειτα ψιθυριστά αναθεμάτισε την ύπαρξη της διαπίστωσης της απολυτότητας καθώς έχωνε το προσάναμμα στις επιταγές του κοινωνικού του προσδιορισμού; Το έργο αποκρίθηκε, ο θεατής ανταποκρίθηκε, οι κριτικοί σάλιωσαν τα δάχτυλα κι ο ζωγράφος εκμηδενίστηκε ευχαριστημένος που ανήκε. Κι ύστερα παραμέρισε την ηθική κι αποθεώθηκε από φωνές που δεν είχε την μακροζωία να ακούσει, ακριβώς γιατί αρνήθηκε το θεμιτό κι όχι γιατί προστάτεψε τη σκέψη με το έργο. Η άρνηση του συστήματος ήταν αρκετή για να αγαπηθεί σαν αυτούσια τέχνη, το πρόσωπο διατήρησε την ψυχική του ανωνυμία κι αντάλλαξε την γέννα για λίγο ψωμί. Η κοινωνία χειροκρότησε και κάτω από τον πίνακα χιλιάδες σάπια καρβέλια παραδόθηκαν σαν τάμα, σαν θυσία καθώς το όργανο επεξεργασία τροφής σάπιζε πια μαζί με τον δημιουργό του.

Θα χρησιμοποιήσω την ελαστικότητα της κοινωνικής ηθικής για να δικαιολογήσω και να κατακρίνω την δική μου. Ναι έζησα προστατευμένος, ναι δεν έκανα τίποτα, ναι υπήρξα ανύπαρκτος, όχι από συνέπεια ή στιβαρή επιλογή μα από φόβο από αυτοχλευασμό της ίδια μου της επιθυμίας για την επιβίωσή μου ανάμεσα στο καλό όλων. Κι όταν το πρώτο σου μέλημα γίνεται τάχα μου, το κοινό όλων, πρέπει να ξέρεις πως δεν έχεις κανένα κοινό όφελος παρά μονάχα την ασπίδα του «καλώς έπραξα» όταν επιθυμείς να ξεκινήσεις μια πρόταση με το γνωστό σε όλους «ναι, αλλά εγώ…» δίνοντας για λίγο μια πνοή στη μίζερη ύπαρξή σου. Μαθηματικά καλύπτεις το τρυφερό σου κωλαράκι από τα βράχια, φιλοσοφικά, έστω χ ο επόμενος.

Κι εσύ τα ξέρεις όλα αυτά, μπορεί να μην στα έχω τοποθετήσει σε λέξεις, μα τα ξέρεις κι αυτό με στοιχειώνει απέναντί σου, με έχεις δει να φοβάμαι, με έχεις δει να μη φοβάμαι τίποτα, τώρα δε πρέπει να ξέρεις πως κάνω το τίποτα, δε πρέπει να ξέρεις πόσο με σακάτεψε η κοινωνία. Στην καλύτερη θα επιμείνεις με κάποιον δικό σου ατελέσφορο χειρισμό να βγω από το καβούκι μου κι έτσι θα με τρομάξεις κι άλλο για τη μέρα που πια δε θα το κάνεις, στη χειρότερη, δε θα το κάνεις καν. Θα γελάσεις, θα εγκαταλείψεις και θα αναγάγεις τον παράξενο αγώνα μου στη μονάδα, πιστεύοντας πως η μονάδα μου είναι μοναχική, μοναδικά απελπισμένη ίσως κι αδιάφορη.

Από χτες σκέφτομαι να ξεπεράσω τους φόβους μου, από χτες σκέφτομαι να έρθω να σε βρω, να κρύψω ένα μπουκάλι τσίπουρο στην τσάντα να γράψω ένα χαρτάκι παρακολούθησης κινήσεων και να υπερβώ τις μαύρες τρύπες της απομόνωσης που μου χάρισε η καραντίνα κι ο πληγωμένος εγωισμός μου. Να σε περιμένω στην αυλή κι όταν έρθεις να σε καθίσω κάτω επιτακτικά κι απαιτητικά κι άμα το θες να γίνουμε μια τελευταία φορά φίλοι. Κι ύστερα ξυπνώ το πρωί και σκέφτομαι πως δεν υπάρχει λόγος να παλέψω ούτε για σένα ούτε για τίποτα. Το Κράτος και η Βία, η καταστολή, κρατάνε τώρα τα αρχιδάκια μου και παίζουν μαζί τους badminton στο υπουργικό μέγαρο τρώγοντας σνακ από σολομό σφιγμένο ανάμεσα σε κρακεράκια. Πως να σου πω ότι με νίκησαν, σε σένα από όλους πως να παραδεχτώ την άνεση της φυλακής μου;

Μιλούσαμε για ελευθερία, σου έλεγα πως χρειάζεται σχέδιο, επανάσταση ναι, και μετά; Με κοιτούσες και θύμωνες, δεν πείραζε, ένιωθα λογικός, σοφός, έξυπνος. Θα το σκεφτείς, θα καταλάβεις, που θα πάει; Έλεγα βουλιάζοντας στον καναπέ, κουρασμένος από την τόση γνώση. Έλεγες φύση, έλεγα ναι αλλά πως, που, πότε, πάλι με κοιτούσες και θύμωνες κι εμένα μου άρεσε να είμαι ταραχοποιός στα σχέδιά σου. Λέγαμε για ανθρώπους που αγαπούμε κι ένιωθα σπίτι μου. Τώρα νιώθω υπόλογος για τις επιλογές άλλων, νιώθω μαλάκας γιατί υπηρέτησα αφεντικά χωρίς εταιρίες, αφεντικά χωρίς καταστατικά και συμβάσεις εργασίας, αφεντικά χωρίς ευδιάκριτα διακριτικά, αφεντικά χωρίς πρόσωπα. Αφεντικά που κι εσύ αγαπούσες. Νόμιζα πως κάνω το σωστό, νόμιζα πως το ηθικό ήταν να βγάζω το σκασμό, να ανέχομαι, εσύ μιλούσες; Κι όταν άρχισα να το βλέπω, όταν άνοιξα το στόμα μου, είχαν ήδη σκιαγραφήσει τους μηχανισμούς μου, η τρομερή μου επανάσταση έμοιαζε με σενάριο κι εγώ διάβαζα τις ατάκες . Δε μπορώ να σου μιλήσω γι’ αυτά, τα άφησες πίσω σου, θα ξανάρθουν όμως. Και τώρα έτοιμος να κάνω την εφηβική μου επανάσταση κοντά στα τριάντα, επιτέλους αμφισβητώ τον καθρέφτη μου, επιτέλους ξέρω πως δεν ήμουν καθαρός κι όσο κι αν αυτό με λούζει στις λάσπες σα νεογέννητο γουρουνάκι τόσο το επιθυμώ, επιτέλους ξέρω, νομίζω το είχες καταλάβει από την αρχή, στην θρησκεία των γουρουνιών αγαπιέται το μπέικον, η καμένη σάρκα είναι πιο συμβατή από τη ζωντανή κι ο ρόλος της μπριζόλας ήταν σιωπηλός, τραγικός, αξιομνημόνευτός, άγιος ίσως. Τώρα που στολίστηκα με τα αγαθά μου και μύρισα το καμένο μου σώμα, επιθυμώ τη λάσπη, ο φούρνος πλησιάζει, ακόμα στέκομαι, οι κατακόκκινες αντιστάσεις υπόσχονται παραδεισένιες αισθήσεις κι εγώ μυρίζω τις τρίχες που τσουρουφλίζονται. Γιατί, γιατί δε φεύγω;;;;

Δε σου ζητώ να το παίξει σωτήρας, δε ζητώ το χέρι σου να πιαστώ, πες μου όμως, μια τελευταία φορά, τι κάνουμε μπροστά στο φούρνο; Κάτσε δίπλα μου, πιες μαζί μου, πες μου γιατί διατηρούμε τη σιωπή όταν καιγόμαστε;

Η Βαλχάλα υπέκυψε, η σιωπηλή αποδοχή τελείωσε, οι μουγκοί μάρτυρες δεν είναι πια ηρωικοί, παρά μονάχα σε δακρύβρεχτες ταινίες κι εμείς παρανοϊκά εμμονικοί σφίγγουμε τη μύγα να στάξει γάλα κι έπειτα αυτοκτονούμε με το προσωπικό μας δηλητήριο περιμένοντας η κοινωνία να αναφωνήσει «Καλός ήταν» λίγο πριν τη λήθη.

No comments:

Post a Comment