Wednesday, February 24, 2021

 

Προσωπικό

 

Της Χριστίνας Κοντούλη

 

 

Θέλω να σε κάνω κάπως να μείνεις, θέλω να κερδίσω τις μέρες, τις νύχτες σου, μη φεύγεις. Κάθεσαι στο διπλανό δωμάτιο. Γιατί το σπίτι μου μοιάζει ποιο ασφυκτικά άδειο από το να μην ήσουν εδώ κι έπειτα διπολικά και σιωπηλά, απλά γεμάτο; Τον τελευταίο καιρό νιώθω μια παράξενη ένταση, ειδικά απόψε, δε με χωράει ο τόπος, Αν μπορούσα να σε παρομοιάσω με κάτι θα σε ονόμαζα ρεύμα.

 

 

 

Δεν μπορώ να γράψω όσο είσαι δίπλα μου, θέλω μόνο να σου μιλάω ακόμη κι όταν μπετώνει το κεφάλι μου και δεν έχω τι να πω, θέλω να βρω, εν ανάγκη να δημιουργήσω, θέλω να ζωγραφίσω τα μάτια και τα χέρια σου πάνω στους αμφιβληστροειδείς των ματιών μου, όπου κι αν στρέφουν, να βλέπουν εσένα, να καθησυχάζονται χωρίς να έχουν άλλη ησυχία. Δεν αντέχω άλλη ησυχία, σιωπηλά καθώς σβήνει η εικόνα του ευρύχωρου κόσμου μας, καθώς τα περιθώρια στενεύουν , πιέζουν κι αποδομούν, θέλω να σε βλέπω. Κάθισε, κάνε ένα τσιγάρο μαζί μου, πρέπει να δυναμώσω κι άλλο , πρέπει να δω, φόρα τη φωνή σου στα μάτια μου, διώξε επιτέλους την επιλεκτική μυωπία. Ο καναπές δεν είναι πια τόσο άνετος, τα σανίδια του πέφτουν, η πλάτη του τρίζει, το στρώμα βρωμά. Δεν αντέχω άλλη μέρα αδράνειας, δεν αντέχω άλλη βολή, δεν αντέχω άλλη ασφαλή σκέψη.

Το παίρνω πίσω, έλα, έλα και κάτσε όπου θες, έλα κι ας μη μιλήσουμε όλο το βράδυ, έλα και κλείσου στο δίπλα δωμάτιο, θα προσπαθήσω κι εγώ να χαζέψω λίγο στην τηλεόραση τη σειρά που μου αρέσει, όσο μπορώ να συγκεντρωθώ. Σήμερα ξεπέρασα λίγο φόβο, επαναστάτησα, δεν πρόλαβα να στο πω, το έκανα όμως. Βγήκα επιτέλους από το πολύχρωμο κελί μου και περπάτησα! Ναι πήγα πιο μακριά από το περίπτερο, πιο μακριά από όσο έχω πάει τον τελευταίο καιρό, από όσο είχα ξεχάσει να πηγαίνω. Εδώ και μήνες ο κόσμος έμοιαζε να έχει μικρύνει επικίνδυνα, λίγα βήματα πέρα από τον νοητό κύκλο προστασίας που κατασκεύασα έμοιαζαν τόσο μακρινά, λίγα βήματα, μεγάλες αποστάσεις. Έχαψα για τα καλά το παραμύθι τους, μήνες τώρα δεν υπήρχα εγώ, εγώ μονάχα συντηρούμουν σαν τουρσί μέσα στη γυάλα του φόβου. Σήμερα βγήκα από τη γυάλα, πάλι δεν πρόλαβα να πάω πολύ μακριά πριν συναντήσω κάποια φίλη, αλλά τα κατάφερα, για σένα θα έκανα τον πιο μεγάλο δρόμο. Άμα εν τέλη στο πω ποτέ θα γελάσεις υποθέτω, έτσι κι αλλιώς στην κανονική πραγματικότητα αυτός δεν είναι μεγάλος δρόμος, δεν είναι τίποτα όμως για μένα είναι η επανάστασή μου. Και ξέρεις τι, δε φοβήθηκα, όχι δε φοβήθηκα καθόλου, πρώτη φορά εδώ και καιρό, μάλιστα ήθελα να περπατήσω κι άλλο, πιο γρήγορα, πιο γρήγορα ως που να φτάσω κοντά σου, εκεί που λογαριάζω τώρα τελευταία σπίτι μου.

Βλέπεις το σπίτι που μένω έχει πάψει εδώ και καιρό να διατηρεί τη σημασία του κι έξω τα σπίτια είχαν κλείσει, οι δρόμοι είχαν κλείσει, οι σκέψεις, οι ψυχολογία μας, είχαν κλείσει. Χαίρομαι που μου τηλεφώνησες, χαίρομε που έβγαλες το καπάκι της γυάλας, ακόμη δεν συνήλθα πλήρως, όμως θα κάνω ό,τι μπορώ να μείνεις εδώ, κοντά σου δε φοβάμαι τίποτα. Μείνε, σε χρειάζομαι, σε θέλω δίπλα μου, σήμερα δεν ανήκω στον φόβο, σήμερα ανήκω στο πλευρό σου, σήμερα ανήκω στο πλευρό όλων, ακόμη κι αν δε μπορώ να σε δω, μείνε, μείνε, μείνε μαζί μου, σύντροφοι θα αγωνιστούμε παρέα, δώσ’ μου το χέρι σου κι εγώ σου υπόσχομαι να κλείσω την παλάμη σφιχτά κι ο φόβος να μη βρει τρύπα, για  σένα, για μένα, για κανέναν μας. Σε εμπιστεύομαι κι αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορώ να σου δώσω.

Σήμερα σηκώθηκα από τον καναπέ μόλις άκουσα τη φωνή σου, και χτες το έκανα, θα το κάνω και αύριο, δεν αντέχω άλλο το φόβο, πλημμύρισέ με σιωπηλά, δυνατά, εσένα θέλω να ακούω, εσένα σε κάθε φωνή, η τρομοκρατία δε θα περάσει, δε θα ακουστεί, δε θα πάρει άλλη υπόσταση, μείνε κοντά μου και θα ρίξω το σύστημα, μείνε κοντά μου κι εγώ θα φέρω τούμπα τον κόσμο ολόκληρο , τον εαυτό μου.

Καθώς μιλάμε ένα ένα τα συστημικά κατάλοιπα , ένα ένα τα ψέματα καταρρέουν, ο χώρος αλλάζει, επεκτείνεται, η μοναξιά καταρρέει, τέλος η απομόνωση, τα χέρια σου, η φωνή σου η μόνη ασπίδα μου απέναντι στον εαυτό που επιθυμούν να μου φτιάξουν! Καμιά υπακοή! Κανένα κεφάλι κάτω, κανένα γόνατο στο πάτωμα, κανένα σιωπηλό, κανένα καλυμμένο στόμα. Σπάσε με κι άλλο, μπορείς; Μόνο όταν θα σπάσω ολόκληρη, μόνο όταν  πραγματικά μοιραστώ σε χίλια κομμάτια θα είμαι ελεύθερη, Εμπρός, πριν ξεκινήσεις να ρίχνεις τους δικτάτορες στην πλατεία ξεκίνα από μένα, βοήθησέ με να ρίξω τον δικτάτορα μέσα μου, τόσο καιρό τον σπρώχνω να πέσει μα εκείνος τρυφερά, λυπητερά και ύπουλα τρέφεται από τη δύναμή μου, με στήνει στον τοίχο ακόμη και ψεύτικος, κρύος, μαρμάρινος κι άκαμπτος χωρίς να σηκώσει το μικρό του δαχτυλάκι, υπολογίζει βλέπεις στην κούρασή μου…μα αν είμαστε δυο; Τι ζημιά μπορούμε να του κάνουμε τότε! Θα σε ακούω με όποιους τρόπους θέλεις, θα σε αγκαλιάζω με όποιους τρόπους διαλέξεις εσύ, θα είμαι δίπλα σου, θα σπρώχνω μαζί σου.

Κι αν πέφτω σε πισωγυρίσματα, αν ξεχνώ να κλείσω τις πόρτες μου όταν έρχεται ο φόβος, μίλα μου να θυμηθώ, κοιμήσου δίπλα μου να κοιμηθώ, βοήθησέ με να παραμείνω άνθρωπος τη στιγμή που μας διδάσκουν την τέχνη της απανθρωπιάς, τότε πιάσε μου το χέρι , τότε κοίτα με, μάζεψέ με από τη λήθη. Σου υπόσχομαι αν ξοκείλεις θα σε μάσω κι εγώ.

Τώρα σήκω από το κρύο σπίτι σου κι έλα εδώ, θα φτιάξουμε πανό για αύριο, μπορεί να χαζολογίσουμε, να πιούμε μια μπύρα, μπορεί να ακούσουμε ηλίθια τραγούδια ή τραγούδια με νόημα, μπορεί να σχολιάσουμε την πολιτική, να βρίσουμε τη μιζέρια, μπορεί να σκοτώσουμε μικρούς εαυτούς, να παίξουμε λίγο με τον γάτο ή το θάνατο, έλα να γίνουμε κι απόψε λίγο μικροί, ασήμαντοι άνθρωποι μέσα στο σύμπαν, έλα πριν μας φάει η μαρμάγκα δίχως να καταλάβουμε τίποτα. Ας είμαστε λίγοι, ασήμαντοι, νοσηρά σημαντικοί, αυτόφωτοι μες στο σκοτάδι. ΈΛΑ κι απόψε να ρίξουμε μικρούς δικτάτορες κι αύριο ας παλέψουμε για έναν καλύτερο εαυτό, για έναν καλύτερο κόσμο.

No comments:

Post a Comment