Tuesday, December 28, 2021

 Καλησπέρα φίλοι του μπλε λαγού, εδώ και ένα μήνα περίπου έχω ξεκινήσει την συγγραφή ενός μυθιστορήματος. Καιρό τώρα, κάποιοι φίλοι που διάβασαν τις ιστορίες μου, μου είχαν προτείνει να δημιουργήσω και μια ας πούμε, μεγάλου μήκους. Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στην αρχή της μέσης της ιστορίας μου η οποία βασίζεται σε μια ιδέα που είχα δεκατέσσερα χρόνια πριν. Σήμερα είμαι τριάντα χρονών και ομολογώ πως είχα προσπαθήσει αρκετές φορές να παρουσιάσω αυτήν μου τη σκέψη ωστόσο θα έλεγα πως δεν ήταν η κατάλληλη ώρα κι ήταν πολλά εκείνα που την εμπλούτισαν μέχρι σήμερα , ώστε να μπορέσω να σας παρουσιάσω ένα κεφάλαιο όπως πραγματικά υπήρχε στο μυαλό μου. Άλλωστε πολλές φορές γνωρίζουμε την εικόνα, ωστόσο τα λόγια δεν είναι πάντα κατάλληλα να την πλαισιώσουν, να την ζωγραφίσουν αν θέλετε, στο αυτί. Οι ιδέες μεγαλώνουν και ωριμάζουν μαζί μας, κάθε μια από αυτές, παρόλο που μπορεί μην παραθέτει την πραγματικότητα βασίζεται σε αυτήν με πολλούς τρόπους, με μια τυχαία κουβέντα, ένα βλέμμα, μια μυρωδιά, μια ανάμνηση, μια αγουροξυπνημένη μούσα που παραπαίει ανάμεσα στο υπαρκτό και στο ιδεατό, στο φανταστικό και στο γεγονός, χαρίζοντάς μας την ηρεμία της ανωνυμίας μέσα από τα χέρια ενός άλλου. Για απόψε θα παρακαλούσα να βάλετε ένα κρασί ή ένα τσάι στο ποτήρι σας, να ανάψετε ένα μόνο τσιγάρο και να διαλέξετε μια μουσική, ύστερα με δική μου ευθύνη σας προσκαλώ να χαθήτε για λίγο σε μια εικόνα και να βγάλετε τα συμπεράσματά σας καθώς σας παραθέτω τα δικά μου με απόλητη φαντασία, και σίγουρη ειλικρίνεια. Μην βιαστύτε,  Η βιασύνη είναι βαρετή. Φορέστε το προσωπείο της αναζήτησης κατά την παραμονή σας στην αίθουσα και .αναρωτηθήτε .

Το μόνο στοιχείο που θα σας δώσω είναι πως βρίσκεστε μπροστά σε ένα μυστήριο κι αν διαλέξετε να ακολουθήσετε τον πρωταγωνιστή τότε να ξέρεται, το μυστήριο είναι μεγαλύτερο από όσο νομίζεται  κι εσείς ξεκινάτε από την μέση. Εύχομαι σύντομα να μπορέσω να διαλευκάνω τις τυχόν απορίες σας κι αν δεν σας κέρδισα τώρα με τις δικές μου απορίες, μια μέρα οι δικές σας να κερδίσουν τις ιστορίες μου. Ευχαριστώ για τον χρόνο που είδη διαθέσατε ώστε να διαβάσετε την εισαγωγή μου κι ύστερα ευχαριστώ για τον χρόνο που διαθέσατε για να μου χαρίσετε τις απορίες σας. Θυμηθήτε όμως, το μυαλό μας είναι δικό μας και γι'αυτό το λόγο δεν μπορεί ούτε να οδηγήσει, ούτε να προσβάλει κανέναν παρά μόνο εμάς τους ίδιους. Όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται κι όποιος έχει το σπόρι, βρέχει απόψε.

Κοντούλη Χριστίνα






Πράξη Δεύτερη

 

 

Κεφάλαιο Πρώτο

 

Κοσμογονία!

 Εν αρχή είναι ο λόγος. Κι ο λόγος ήταν η αρχή της διάπλασης κοινωνιών και της ένταξης του ανθρώπινου δυναμικού σε ένα σύνολο με στόχο την επιβίωση και την προστασία. Οι αγέλες έδωσαν την θέση τους στις ομάδες κι οι ομάδες αποτέλεσαν μέσα στην πάροδο του χρόνου εστίες αναδιαρρύθμισης κι ομαλής ένταξης  στην γενική σκέψη, του νέου ανθρώπου, του επιθυμητού υποκειμένου για την ευημερία του συνόλου καθώς και την εικόνα του ανεπιθύμητου. Μέσα από την ζύμωση των δυο εννοιών γεννήθηκε το γκρι, καθώς τίποτα δεν αποτελούταν στα αλήθεια από άσπρο μαύρο, μα καθορίζονταν εξαιρετικά αιχμηρά από τις όποιες διαβαθμίσεις τους. Στα σβησίματα του φωτός και τις σκιάς, μπροστά και πίσω από την μούρη μας, γεννήθηκε το παρακράτος. Από την πρώτη κιόλας δόμηση της συντροφιάς, από την πρώτη κιόλας μάζωξη γύρω από την φωτεινή εστία υπήρξε και εκείνος που δεν μπόρεσε ποτέ να ζεσταθεί από αυτή, εκείνος που ποτέ δεν προχώρησε καθώς έχασε τα προνόμια της δύναμής του από την επικείμενη γνώση. Εκείνος, ο αδύναμος, λυπηρός άνθρωπος που σύνθεσε για πρώτη φορά στο κεφάλι του την λέξη εξουσία, επιθυμώντας την κατοχή της. Ο άναρχος κόσμος αναζήτησε για πρώτη φορά την αρχή. Με πρόσχημα την προστασία έναντι του ζωικού βασιλείου δημιουργήθηκε η κυριαρχία του αδυνάτου, του απροίκιστου, η κυριαρχία του παραγκωνισμένου.

Όταν ήταν μικρός συνήθιζε να κοιτάζει πάντα μπροστά. Ο κόσμος έμοιαζε σαν μια ατέλειωτη και πολλά υποσχόμενη ευθεία, ακόμη κι όταν έστριβε, παρέμενε μια ευθεία γι’ αυτόν, ένας ωκεανός επιλογών χαρακτηρισμένος από έναν μακρύ και καθαρό ορίζοντα, ένα καρτουνίστικο σύμπαν με τις ευκαιρίες να τραγουδούν λικνιζόμενες κάτω από τον ήλιο του παραμυθιού. Καθώς όμως μεγάλωνε άρχισε να αναπτύσσει μια… ιδιόμορφη θα έλεγε κανείς, συνήθεια. Άρχισε να κοιτάζει προς τα πάνω. Ξάφνου ο κόσμος ξεκίνησε να αποχτά περισσότερες κατευθύνσεις, δεν ήταν μόνο το μπροστά αλλά υπήρχε και το πάνω, το κάτω, το δεξιά, το αριστερά, το μπρος όσο και το πίσω. Ο χώρος δεν αποτελούνταν τελικά από μια ατέλειωτη πορεία όμοια με τα αμερικάνικα highways, όσο μεγάλωνε, έμοιαζε περισσότερο με λαβύρινθο, με ποντικοπαγίδα. Κι από την στιγμή που ο φίλος μας δεν βρίσκονταν ψηλότερα από αυτόν, τότε έπρεπε εκείνος να είναι το ποντίκι. Σκεφτόταν… στο νου του ήρθε μια μέρα, μια μέρα τόσο παράδοξη που έμοιαζε τέλεια καμουφλαρισμένη μέσα στην καθημερινότητα, ωστόσο εκείνος κατάφερε να την αναγνωρίσει. Περπατούσε στην οδό  Φοινίκης, είχαν μόλις πρωτοέρθει στην Αρράντη με την μητέρα του κι αναζητούσαν ένα σπίτι κατάλληλο να στεγάσει την οικογένειά τους τους μήνες των διακοπών. Έτσι συνήθιζαν να βολτάρουν ασταμάτητα στην πόλη παρατηρώντας τα σπίτια, τους δρόμους, την αρχιτεκτονική και να σχολιάζουν τα τυχόν λάθη των μηχανικών που μόνο οι καλλιτέχνες μπορούσαν να καταλάβουν. Η μητέρα του ζωγράφιζε τις ελεύθερες ώρες της κι έτσι είχε αναπτύξει μια δική της θεωρία για την πολεοδομική έκφραση του συνωστισμού των μεγάλων λιμανιών. Ήταν άνθρωπος της γης και της θάλασσας κι έτσι τα ύψη έδιναν στα νεύρα του ζωδιακού της κύκλου… Για εκείνη υπήρχε μονάχα άσχημο και όμορφο, το όμορφο ήταν πάντα λειτουργικό, το άσχημο, ήταν το ελλιπές, το κακώς μελετημένο. Θυμόταν λοιπόν τις βόλτες τους στην οδό Φοινίκης, εκείνος εξτασιασμένος, με το μικρό σιδερένιο του ποδηλατάκι θαύμαζε τον ορίζοντα καθώς η μητέρα του παραπονιόταν συνεχώς για την έλλειψη επιπέδων, Κάπου κάπου σταματούσε για να κάνει μια αναφορά στην κοσμογονία του Ηρόδοτου και μέσα από το μύθο του Προμηθέα και του Επιμηθέα να καταδικάσει τον κάθε στείρο από φαντασία αρχιτέκτονα, ανώνυμα πάντα και με μια αίσθηση αυθεντίας στα χείλη. Τότε δεν άκουγε, τα αυτιά του ήταν παραδομένα στα μικροσκοπικά μυστήρια των δρόμων, στις ρωγμές των πεζοδρομίων, στον καυτό ήλιο του μεσημεριού, στις ουρές των αδέσποτων γατιών και στο θρόισμα των φύλλων. Μεγαλώνοντας όμως οι λέξεις άρχισαν να παίρνουν πέτρα και σίδερο και να χτίζουν μπρος του την πολιτεία του θυμωμένου παιδιού που δεν είχε καταφέρει ακόμη να αποκοπεί από την επιθυμία του εντυπωσιασμού του γονέα. Ο άνθρωπος… δεν ήταν παρά ένα πεντάχρονο που τσίριζε για προσοχή, ένας έφηβος που αρνούνταν την προκαθορισμένη θέση του, που προσπαθούσε με μανία να αποδείξει πως ήταν καλύτερος από εκείνο που τον προόριζαν να γίνει. Ο άνθρωπος ήταν μέσα στους αιώνες μια φιγούρα ανωριμότητας που έκραζε την κακή του μοίρα γιατί δεν μεγάλωσε ποτέ, εκθειάζοντας παράλληλα την φύση του που ποτέ δεν έπρεπε να ωριμάσει. Αν μια φράση μπορούσε να μας χαρακτηρίσει ως ανθρωπότητα ήταν “θα σου δείξω εγώ”, μην ξέροντας ούτε πως να αποκτήσει, ούτε πως να γίνει, ούτε και τι να δήξει στο τέλος.

Χρόνια μετά πέρασε μια μέρα από την οδό Φοινίκων. Ο δρόμος είχε αλλάξει αρκετά, ίσως πάλι να μην είχε αλλάξει καθόλου και το μόνο που ήταν διαφορετικό να μην ήταν τίποτα άλλο παρά μόνο η σκέψη του. Ο δρόμος ήταν μεγάλος και ανοιχτός, θα μπορούσε να είναι κι ένας δρόμος διπλής κατεύθυνσης ωστόσο σε κάθε πλευρά του δέσποζαν, μεγάλες, πλατιές πολυκατοικίες. Κι αυτή τη φορά φάνταζαν τόσο ψηλές που ο ήλιος δεν έφτανε να αγγίξει την άσφαλτο. Κάτι μέσα του ανησυχούσε, ένιωθε σαν να περπατούσε σε ένα δάσος από πανύψηλα δέντρα κι εκείνος μικρός, μικροσκοπικός κι αδύναμος πρόσμενε ανά πάσα στιγμή κάποιο wild αμάξι να πεταχτεί και να τον κατασπαράξει με συνοπτικές διαδικασίες. Η πόλη είχε αντικαταστήσει την ζούγκλα. Καθώς προχωρούσε κοντά στην οδό Φιλανθρώπων , βρέθηκε στο τσίρκο για πρώτη φορά. Όχι, όχι, δεν ήταν ένα τσίρκο σαν εκείνο που θυμόταν παιδί, δεν υπήρχαν ακροβάτες και παρουσιαστές, ούτε απαλά βλέμματα ελεφάντων χωμένα μέσα στην σκληρή τους σάρκα, παρά μόνο ένα θέαμα χλευασμού. Ένας τεράστιος φοίνικας, δεμένος με σιδερένια σύρματα από τα μπαλκόνια μιας πολυκατοικίας, λεπτός στην αρχή και χοντρός όσο ψήλωνε, έγερνε λυπητερός, αταίριαστος δεσμώτης μέσα στο τροπικό τσιμέντο.  Τότε ήταν που σκέφτηκε για πρώτη φορά πως ο άνθρωπος δεν προσπαθούσε να κυριαρχήσει στην φύση, αλλά να την εκδικηθεί, να την εκδικηθεί που δεν του έδωσε κανένα εφόδιο να ενσωματωθεί παρά μόνο τρόπους να την μισήσει. Ο άνθρωπος, δεν σκέφτονταν πριν πράξει, ούτε μετά, σκέφτονταν πως να πράξει. Ο Προμηθέας και ο Επιμηθέας σαν κακοί γονείς του στέρησαν τα εφόδια, το ξέχασαν, τώρα εκείνος θα τους έκανε να ξεχάσουν την φύση κι όλα τα εφόδια που κακώς μοιράστηκαν κάποτε. Ο άνθρωπος δεν είχε φτερά να πετάξει κι ούτε χωρούσε στις τρύπες των δέντρων, έτσι έκοψε κι έριξε τα δέντρα για να φτιάξει πέτρινες φωλιές. Ο άνθρωπος δεν είχε γούνα για να ζεσταίνεται κι έτσι κυνήγησε και έγδαρε την γούνα των ζώων, ο άνθρωπος δεν είναι μεγάλα δόντια κι έτσι έφτιαξε μαχαίρια και μηχανές του κιμά. Ο άνθρωπος δεν είχε στον ήλιο μοίρα κι έτσι έκλεισε τον ήλιο έξω από τους δρόμους του. Ήταν η ζήση του ανθρώπου μια μακροσκελής κι ανούσια προσπάθεια εκδίκησης απέναντι στους θεούς; Ήταν ο άνθρωπος το παραμελημένο κομμάτι της δημιουργίας που μεγαλώνοντας αποφάσισε να κατηγορήσει τους “γονείς” του για το ατέρμονο βασανιστήριο της επιβίωσης; ήταν η κραυγή της φύσης έναντι στην μοναξιά και την αδιαφορία; Η μήπως ήταν το καλομαθημένο θρεφτάρι που ξαφνικά πετάχτηκε έξω από την εστία της φροντίδας πριν ακόμη μάθει να φροντίζει τον εαυτό του κι έτσι έχασε την ευκαιρία να φροντίσει τους υπόλοιπους; Η μήπως τελικά ήταν ο ευνοούμενος; Ο αγαπημένος; Εκείνος που μια μέρα θα φρόντιζε , μες στην αδυναμία του, τους δυνατούς;

Αν τώρα τον ρωτούσε κανείς τι ήταν η Εδέμ, θα έλεγε πως ήταν η παιδικότητα, το μήλο δεν ήταν τίποτα περισσότερο από την εφηβεία. Η στιγμή που καταλαβαίνεις την σάρκα σου είναι η στιγμή που καταλαβαίνεις την θνητότητά της. Ο Εβραϊκός κι ο Χριστιανικός θεός είπαν στον άνθρωπο μη μεγαλώσεις κι εκείνος μεγάλωσε παρά τις απαγορεύσεις τους, με την ενοχή του να μην είναι πια το μωρό του γονιού του. Η μητέρα ήταν πάντοτε πιο άγρια, πιο σκληρή, η φύση μιλούσε τη γλώσσα της αλήθειας, της ανακύκλωσης, η μητέρα ζητούσε την προστασία σου για να μεγαλώσει κι εκείνη, ζητούσε το μεγάλωμά σου όσο εκείνη επέστρεφε στην εμβρυακή της κατάσταση μέσα από το γύρας. Άλλωστε οι τέσσερεις εποχές δεν ήταν τίποτα περισσότερο από τον κύκλο της φύσης, ένα εξαιρετικό παραμύθι έτοιμο να χωρέσει τις ερωτήσεις της ανθρωπότητας, να δεχθεί το ξύπνημα, τρυφερά όπως δέχονταν τον ύπνο. Να προσκομίσει τις αποδείξεις μιας έρευνας πάνω στην ανάγκη της μέρας. Ένας ολόκληρος χρόνος, η μέρα μας. Αν το σκεφτόταν με βάση την ζωή της πεταλούδας, τότε πόσα χρόνια ζούμε με τις μέρες μας, 365 αιώνες σε ένα χρόνο, μια αιωνιότητα. Μια αθάνατη λήψη.

 Ήταν ο άνθρωπος ο επιστάτης; αναρωτήθηκε. Κατ’ εικόνα και ομοίωση. Ελάχιστοι άνθρωποι κατάλαβαν πως ο γονιός επιθυμεί το παιδί βρέφος γιατί έτσι συντηρεί την δική του νεότητα. Σε ελάχιστους η φύση είπε το μυστικό, ελάχιστοι χάιδεψαν τα μαλλιά του πατέρα κι επιβεβαίωσαν πως η Εδέμ θα είναι πάντα εκεί, σε εκείνους επιβεβαίωσε ο πατέρας με ένα γιορτινό τραπέζι. Ίσως το πραγματικό μυστήριο να βρίσκονταν στην αντίληψη πως ο παράδεισος της αναζήτησης δεν έφυγε ποτέ, παρά μόνο έδωσε χώρο στην δημιουργία νέων παραδείσων, κρατώντας τον πρώτο ως σημείο αναφοράς κι όχι ως στάση επιστροφής. Ο γονιός παραμένει νέος μονάχα μέσα από την ασπίδα που χαρίζει στα παιδιά του κι όχι προσπαθώντας να την κρατήσει αιώνια απέναντι την εφηβεία τους. Η αναζήτηση συντήρησης της πρώτης σχέσης τους δεν είναι παρά κακό μπόντοξ σε μια ανόητη σάρκα. Ο καλός θεός μεγαλώνει μικραίνοντας, ο άνθρωπος θεριεύει  μεγαλώνοντας κι η φύση ήταν πάντα εκεί να βγάζει φωτογραφίες. Ίσως ο άνθρωπος να βρίσκονταν εδώ όχι για να τον βοηθήσουν οι θεοί να περάσει από τα 40 κύματα αλλά για να τους βοηθήσει εκείνος να περάσουν τα δικά τους. Ήταν ο άνθρωπος η γάτα των θεών; Κι ήταν τάχα οι θεοί που αναζητούσαν διακαώς την συντήρηση καθώς η λήθη σήμαινε θάνατο για εκείνους; Τα λόγια του Μίτια ίσως και να έκρυβαν κάποια αρχέγονη προφητεία… Η συντήρηση μήπως είχε στόχο την διατήρηση της αθανασίας των θεών; Δίχως πιστούς τι ήταν θεοί στο κάτω κάτω; Αυτή η σκέψη του θύμιζε κάπως την γιορτή των νεκρών, οι νεκροί δεν μπορούσαν να επιστρέψουν, ούτε να συνεχίζουν να υπάρχουν δίχως εκείνους που τους μνημόνευαν. Η υστεροφημία, ήταν στ’ αλήθεια η πραγματικότητα της αθανασίας; Κι αν ναι, που πήγαιναν, οι θεοί και οι θνητοί που δεν μνημονεύονταν;

Κι ύστερα τι ήταν αυτή η εμμονή με τον σοβαρό κι απόμακρο πατέρα, ήταν μια έκφανση της εξουσιαστικής διάθεσης του ανθρώπου πάνω στην ατέλειωτη δύναμη του θεϊκού; Ήταν ένα στενό κουτάκι που ζούπαγαν όπως όπως τα ανθρώπινα μυαλά την απέραντη δύναμη της ύπαρξης; Μπορεί ένα ποτήρι να χωρέσει την θάλασσα; Κι αν δεν μπορεί, τότε μια ανάμνηση πως μπορεί να την χωρέσει; Η ανάμνηση ωστόσο κατείχε το μυστικό της επέκτασης, η ανάμνηση ήταν τόσο μεγάλη όσο το μυαλό που την αποθήκευε. “Συν το ανάρχω σου πατρί”, ο άναρχος θεός, η ζωή δεν επιδέχονταν στην πραγματικότητα κανένα στένεμα, ούτε σε άφηνε να την πάρεις λίγο στο βολάν, χρησιμοποιώντας καρφίτσες. Άγνωστοι και γνωστοί, ατέλειωτοι ράφτες κι ατέλειωτοι μηχανικοί χωροταξίας , επιμελητές και επιστάτες, συνωμότησαν μια μέρα μέρα πάνω στο άπειρο προσπαθώντας να αποκρύψουν την αλήθεια προς όφελός τους κι αυτή ήταν η μέρα που οι θεοί γίναν θνητοί κι οι θνητοί απέχτησαν το όνομά τους. Ήταν η μέρα που δημιουργήθηκε η λέξη θάνατος. Κι ο θάνατος, δεν ήταν παρά μια διαταραχή. Ο ελεύθερος και σοφός πατέρας έγινε δικτάτορας και ιερός εξεταστής, η γενναιόδωρη ζωοφόρος μητέρα έγινε ταπεινή και μυστήρια σκλάβα. Τα φύλλα χωρίστηκαν, τα ατέλειωτα φύλλα, στριμώχτηκαν σε υγρά και στενά κουτιά, τα μυαλά πήραν το σχήμα του κουτιού τους. Η οικογένεια των πιθανοτήτων και τον επιλογών στάθηκε στην νέα εποχή με στρατιωτικά ρούχα και ηχογραφημένα μηνύματα. Ο άνθρωπος έπλασε κατ’ εικόνα και ομοίωση τους θεούς του. Ο κόσμος γνώρισε τον θάνατο την μέρα που αποφασίστηκαν οι συντεταγμένες του μεγέθους του. Έμεινε μόνο ένας στενός πλανήτης, αποκομμένος από το αχανές, πληγωμένος από τεχνητά σύνορα, ένα νεκροταφείο θεών κι ανθρώπων. Ανάμεσά τους όμως, υπήρξαν κι εκείνοι που στα κρυφά, συνέχισαν να λατρεύουν την πιθανότητα και να βρίσκουν ακόμη το απέραντο, στο στενό κύμα.

Κύμα ονομάζεται μια διαταραχή στον χώρο και στον χρόνο.  Ο όρος κύμα αποκαλύπτει την μεταφορά της διαταραχής συνήθως χρησιμοποιώντας κάποιο μέσο. Η αποκάλυψη αυτή, η μεταφορά διεξάγετε μέσω μιας παλμικής κίνησης του μέσου όπου έχει επιλεγεί. Τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα διατηρούν την διαταραχή αυτή ακόμη και στο κενό. Σε ένα ηλεκτρομαγνητικό κύμα η διαταραχή καθορίζεται από την ένταση του μαγνητικού και του ηλεκτρικού πεδίου. Τα κύματα του αρμυρού νερού διαταράσσουν μονάχα την επιφάνεια ωστόσο αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει αντίκτυπο, αντίστοιχη δράση και αντίδραση στο σώμα που επεμβαίνει στην επιφάνεια της θαλάσσης. Τα κύματα ωστόσο μεταφέρουν ενέργεια κι έτσι διαταράσσεται ότι βρίσκεται στην εμβέλειά τους, Η πρόβλεψη διατάραξης εξαρτάτε από την ενέργεια που έχει αποδοθεί.

Ανάμεσα στις μαλακές μεμβράνες των δακτύλων του τα herτz των κυμάτων  εναλλάσσονταν διατηρώντας  την συχνότητα σε μια σταθερά. Ο λόγος στέκονταν με μαύρα γράμματα, πομπώδης και σκούρος πάνω στα λεπτά χάρτινα φύλλα, ανάμεσα σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες και γραφικά διαφημίσεων. Μια παλιά φωτογραφία με ένα γελαστό πρόσωπο σμίλευε την τραγικότητα της κατάστασης μέσα από την ειρωνεία. Ένας νεότερος Δομένικος, λαμπερός και σίγουρος δέσποζε σε ένα κομμάτι επεξεργασμένο ξύλο, νωχελικός και αδιάφορος για το μέλλον, διθυραμβικός κι αφελής όσο η ίδια η ανθρωπότητα. Ο Χριστόφορος τσαλάκωσε τα φύλλα στα χέρια του και τα άφησε δίπλα του στο πεζούλι. Ο φθινοπωρινός αέρας είχε επιτέλους κατευνάσει την διαταραχή προσωπικότητας που έμοιαζε να παρουσιάζει τον τελευταίο καιρό και παγωμένος προμήνυε τον χειμώνα. Ο κήπος του νοσοκομείου έμοιαζε ξαφνικά μεγαλύτερος, βαρύς και χαώδης όπως ο αέρας είχε κάτι από την γραφή του άρθρου, κάτι από την προσωπικότητα του χαμένου νέου που υπήρχε πια μόνο μέσα από τις στίξεις του μελανιού.  Ο Χριστόφορος κάθονταν ασάλευτος. Πίσω του μερικές ανθισμένες τριανταφυλλιές αμφέβαλαν ακόμη για την εποχή και πλαισίωναν το σκηνικό του σε πείσμα του μήνα. Ήταν Δεκέμβρης, ωστόσο το φθινόπωρο κρατούσε πάντα περισσότερο στις κάτω χώρες , το ίδιο και η άνοιξη.

Τα πόδια του χτυπούσαν ρυθμικά τις πλάκες τις αυλής και τα χέρια του απολάμβαναν με ζογκλερικά τσιγάρων τις σκέψεις που κρατούσαν το βλέμμα του ακίνητο. Έβαλε το τσιγάρο στο στόμα, ο Προμηθέας δεν του αρνήθηκε την χάρη ενός καταπραϋντικού και ξεφυσώντας μερικές τολύπες, προσπάθησε να βάλει το μυαλό του σε μια τάξη. Ξάφνου θυμήθηκε την Νινευή! Το βιβλίο δεν ήταν στα ρούχα του, σίγουρα ούτε στο κομοδίνο, ίσως να είχε χαθεί στην φωτιά…. Το μόνο που είχε προλάβει να δει ήταν αυτή η φωτογραφία, ίδια ολόιδια, τσουχτερή περνούσε στην αθανασία. Για μια στιγμή αποφάσισε να μην σκεφτεί, ένα υδάτινο τοίχος άρχισε να χτίζεται ανάμεσα σε εκείνον και τις πληροφορίες, μια ρυθμική διαταραχή που κρατούσε έξω επιταγές θεών και ανθρώπων.

Εκείνη την στιγμή ένα παλτό αγκάλιασε τους ώμους του και διατάραξε την συχνότητα των κυμάτων. Ο κύριος Φωτεινός στεκόταν από πάνω από το κεφάλι του, σαν αγέρωχος φοίνικας, ναι… φοίνικας…..αν θα μπορούσε να μοιάζει με κάποιο πουλί τότε σίγουρα ήταν φοίνικας, έτσι κι αλλιώς στον γλάρο κάτι δεν του κολλούσε.  Αποδεσμευμένος από ανόητες πλην καταστροφικές πολιτικές παρατάξεις και γελοίους φασίστες που έραβαν με κουρέλια την μορφή του ιπτάμενου μύστη, ο φοίνικας γλειμμένος από τις φλόγες της νοητής αντίστασης υπερτερούσε στον δρόμο της Φοινίκης. Τις εποχές της προεφηβικής του νεότητας του φάνηκε πως είδε πάνω από της πολυκατοικίες να πετά, το πουλερικό που αναγεννάτε από τις στάχτες του. Δεν μπορούσε καν να φανταστεί τότε πως κάποιοι θα έκλεβαν τα φωτεινά φτερά του για να χτίσουν άλλο ένα γελοίο ψευτοείδωλο. Τι ειρωνεία, δεν ήταν ποτέ οι άνθρωποι στο έλεος των θεών, θλιβερό συμπέρασμα, οι θεοί ήταν πάντα στο έλεος των ανθρώπων….

-Είναι νωρίς, τι κάνεις έξω;

-Θα’ πρεπε να μαι ξαπλωμένος κάτω από την ζεστή κουβέρτα μου, έτσι;

-Όχι, αν κάτι θα περίμενα από εσένα θα ήταν να βρίσκεσαι είδη τυλιγμένος στην γκρίζα κουβέρτα κάποιου επιβατικού.

-Με ετικέτα και νούμερο στο πλάι;

-Και μια κίτρινη κούπα καφέ στα χέρια σου. Δεν βρήκα κίτρινη κούπα, αλλά κι αυτή την κάνει την δουλειά της. Έκανε  κύριος Φωτεινός αφήνοντας στα χέρια του τον ζεστό καφέ. Ο Χριστόφορος ανάσανε το καϊμάκι. Ήταν παράξενο πως ένας βρασμένος κόκκος μπορούσε να σου δώσει τόση ηρεμία και ζεστασιά όσο άγχος και διαυγή αβεβαιότητα.

Έμαθες για τον Δομένικο.

-Αργά ή γρήγορα…

-Δεν ήταν ώρα να σου πούμε, ήσουν κουρασμένος, ίσως αυτή η γνώση σε κρατούσε περισσότερο καιρό…..στο κρεβάτι.

-Ναι, έκανες καλά. Και τώρα;

-Και τώρα;

-Και τώρα Γιάννη, τι θα γίνει;

- Ό,τι είναι να γίνει Χριστόφορε. Όχι όμως χωρίς στοιχεία.

Ο Χριστόφορος χαμογέλασε άθελά του. Ο κύριος Φωτεινός τον αγκάλιασε και χάιδεψε τον δεξί του ώμο.

-Υπάρχουν πολλοί που θέλουν να μου μιλήσουνε.

- Είσαι και μέντιουμ τώρα;

-*“Βάσανος η γνώση όταν άχρηστη σε όποιον την έχει είναι. Καλά το γνώριζα όμως σάστισα προς ώρας. Με πείραξε η Λήθη κι ήρθα”.

Ο κύριος Φωτεινός γέλασε. Ο Χριστόφορος έπιασε την εφημερίδα και ανοίγοντάς την στην σελίδα 28 , άπλωσε το δείκτη στην φωτογραφία κι ύστερα γύρισε στον ορίζοντά του. Ο κύριος Φωτεινός την πήρε στα χέρια και ρίχνοντας μια ματιά την έκλεισε αφήνοντάς την πίσω τους, κάτω από τις τριανταφυλλιές.

Γιάννη...

-Έλα

-Ξύπνησα αυτή τη φορά;

-Ναι, σίγουρα ξύπνησες, πες μου όμως, τι ονειρευόσουν τόσο καιρό;

- Τη θάλασσα της Αλεξάνδρειας.

Ο κύριος Φωτεινός χαμογέλασε κατεβάζοντας το κεφάλι του.

-Τώρα μας περιμένει η θάλασσα της Αρράντης.

- Λες να υπάρχουν αστέρια όταν κοιμόμαστε;

-Πάντα υπάρχουν Χριστόφορε, η σκέψη μας σβήνει όχι ο ουρανός.

- Έχεις δίκιο, ο ουρανός κρατά όλες τις πληροφορίες. Έκανε και τυλίγοντας το ράσο γύρω του σηκώθηκε από το πεζούλι.

Ξάφνου ένα άρωμα αρμύρας πλημύρισε την αυλή. Η γυναίκα τυλιγμένη στο γαλάζιο παλτό της εμφανίστηκε ανάμεσα στις φυλλωσιές.

 

*(Τα λόγια του Τειρεσία. Οιδίπους Τύραννος)

-Επιτέλους σας βρήκα, είναι ώρα να πηγαίνουμε.

-Που θα πάμε; Έκανε ο Χριστόφορος.

- Στο σπίτι μου, τα κανόνισα όλα, είμαστε έτοιμοι.  Έχουμε πολλά να πούμε Χριστόφορε και να με συγχωρείς.

-Γιατί; Έκανε παραξενευμένος.

-Γιατί πριν σε γνωρίσω αμφέβαλα για την ακεραιότητά σου.

Ο Χριστόφορος έγνεψε καταφατικά λες κι αποδέχονταν την πρόσθετη μοίρα και την αλλαγή της.

-Για την δικιά μου όμως, δεν αμφέβαλες. Έκανε περιπαιχτικά ο κύριος Φωτεινός.

-Όχι κύριε Φωτεινέ. Ούτε μια στιγμή.

Ο κύριος Φωτεινός χτύπησε χαρωπά την άκρη του καπέλου του καθώς άρπαζε από το μπράτσο τον σκεφτικό του φίλο.

-Όσο κοιμόσουν γνωριστήκαμε καλύτερα.

-Ναι ο κύριος Φωτεινός είναι ένας εξαιρετικός φίλος.

-Το ξέρω, δεν θα αμφέβαλα στιγμή. Είπε ο Χριστόφορος επαναλαμβάνοντας τα λόγια της καθώς έπιανε τον φίλο του αγκαζέ.  Ο κύριος Φωτεινός άπλωσε το χέρι του κι άρπαξε την Σωτηρία στην άλλη μισή αγκαλιά του.

- Είστε σίγουρη δεσποινίς Σωτηρία για την κατεύθυνσή μας;

-Μόνο αν είστε κι εσείς.

Οι δυο φίλοι έγνεψαν καταφατικά κι η τριάδα ακολούθησε την *κόκκινη κλωστή στα δάχτυλα, ελπίζοντας  την έξοδο του λαβυρίνθου.

 

*(αναφορά στον Ιαπωνικό μύθο)


Sunday, April 25, 2021

 

Οι ιστορίες του μπλε λαγού - Ο κύκλος

 

της Χριστίνας Κοντούλη

 

Λένε πως ερωτευόμαστε όποιον απαντά στην ερώτηση. Κάθομαι με τα χέρια στο χώμα, τα μάτια μου φεύγουν στον ορίζοντα και τα χείλια μου ρωτούν καθώς καίγεται η Καρχιδόνα, ποιος είμαι; Μοιάζω με ό,τι προστάξατε, μοιάζω με ό,τι καημένη ποιότητα κράτησα ήρεμη, μαντρωμένη κι ανεπαίσθητη από τα ακόμα πριν την γέννησή μου; Μοιάζω με ό,τι δε σας αγγίζει; Ίσως να μοιάζω με ό,τι σας φτάνει , ίσως να μοιάζω με αρρώστια μεταδοτική, ίσως να μοιάζω με το τέλος. Δες άγνωστο πλάσμα το πρόσωπο αυτό που φέρω μπρος σου και πες μου με τι μοιάζω; Ερωτευόμαστε τον καθρέφτη, τον καθρέφτη του κάποτε, τον καθρέφτη του τώρα, τον καθρέφτη που ευελπιστούμε να φτάσει το τότε και να μας δείξει το καινούργιο, τον καλύτερο εαυτό ή τάχα ένα κόσμο που αυτός ο καλός(χαζή λέξη) ο δυνατά ήρεμος εαυτός μπορεί επιτέλους να είναι μέρος του; Εμείς, αναγκαστικά μοναχικοί, αναγκαστικά ορατοί, αναγκαστικά κι αόρατοι κυνηγούμε ατέρμονα κι απελπιστικά ένα οποιοδήποτε «εμείς» μπας και πάψουμε να είμαστε παρείσακτοι κάπου. Μπας και μας χωρέσει αυτός ο κόσμος τελικά ή μπας και τον χωρέσουμε εμείς εντέλει στα μελλοντικά μας σχέδια, στα ασφαλή όνειρά μας, στα μικροσκοπικά κι απλά μυαλά μας. Μπας και κοιμηθούμε ένα βράδυ χωρίς άγχος, χωρίς ξύδια, χωρίς ανούσιες υποταγές, χωρίς προστακτικές, μακάρια υπνωμένες δοτικές κι επιτακτικές κλιτικές στο τετράδιό μας.

Αλήθεια μάθαμε τίποτα στο σχολείο πέραν του να μιλούμε όμορφα; Να σκεφτόμαστε όμορφα; Να πράττουμε όμορφα; Να νιώθουμε όμορφα;  Πότε κανείς μας δίδαξε την ομορφιά βρεγμένη από τα μάτια της υπαρξιακής αλλοφροσύνης ή της ταπεινής ματαιότητας; Πότε είδες για τελευταία φορά την ομορφιά να ανατέλλει κι ύστερα πότε κατάλαβες πως ήταν η τελευταία φορά;   Ερωτευόμαστε την δυνατότητα της εκπλήρωσης, την πιθανότητα του αγνώστου, την ματαιότητα του τέλειου. Πως μπορούν όλα τούτα να χωρούν σε ένα ζευγάρι μάτια;

Ερωτευόμαστε την επανάσταση που θέλουμε να δημιουργήσουμε, ερωτευόμαστε την πραγματικότητα πάνω στην οποία θέλουμε να επαναπαυτούμε, ερωτευόμαστε το σώμα που απλώς μας δείχνει το δρόμο, τη φωνή που μας τραβά σαν στιγμιαία ιπτάμενο, cartoon των 50s κοντά στο γλυκό, τα βλέφαρα που ανοιγοκλείνουν στο ρυθμό του ονόματός μας. Ερωτευόμαστε, για μια φορά μοναδική, ναι μόνο για μια, βλέπουμε τον κόσμο όπως είναι, δίχως την ανθρώπινη παρέμβαση, δεν είναι αστείο; μέσα από τα μάτια του ανθρώπου  αναγνωρίζουμε την ομορφιά της ανυπαρξίας του, Μέσα από τα άγια μάτια του βλέπουμε τον παράδεισο που καταχράστηκαν πρόγονοι κι απόγονοι, συναντούμε την τελειότητα της ανυποστασίας του εδεμικού κήπου και την ουτοπική ανάγκη της non finitο  αναζήτησης. Κάποιοι είπαν, πως αναζητούμε το ταιριαστότερο ταίρι στα γονίδιά μας, εκείνο το ων που θα ολοκλήρωνε τα ελλιπή μας κύτταρα με τα δικά του, εκείνο το ταίρι που θα μας έδινε τους επιθυμητούς απογόνους. Κι όμως στα μάτια του έρωτα καραδοκεί η μεγαλύτερη μάχη, εκείνη της φύσης με την αφύσικη συμπεριφορά του ανθρώπου, δε θέλουμε συνεχιστή, θέλουμε επανάσταση, θέλουμε ό,τι δε μας θέλει, θέλουμε ότι δε φτιάχτηκε για μας χωρίς την έγκρισή μας, θέλουμε ό,τι μας αφήνει να μη σταματήσουμε να θέλουμε ποτέ. Θέλουμε να θέλουμε ή και να μη θέλουμε τίποτα, θέλουμε, θέλουμε, θέλουμε. Φοβάμαι όταν θα σταματήσουμε να επιθυμούμε.

 Ίσως να αναγνωρίζουμε την άθλιά επιστασία του ανθρώπινου γένους στον κόσμο, κάπου μέσα μας, τα γονίδιά μας, ίσως κι εκείνα να ποθούν το τέλος μας κι έτσι μυρίζουμε, ζητούμε, ξεθάβουμε εκείνο που μας θυμίζει τον απαραίτητο θάνατό μας. Εκείνο που θα μας ξεπλύνει από όλη την ανθρωπότητα κι ύστερα θα μας φορέσει στέμμα της ευθύνες της, θα μας χλευάσει και θα μας προκαλέσει να βρεθούμε αντιμέτωποι με κάθε μας κύτταρο. Ο έρωτας είναι ο καθρέφτης, ο έρωτας είναι εμείς, ο έρωτας είναι η αγάπη του ανθρώπου για τη φύση, ο έρωτας είναι το κουμπί προειδοποίησης πριν την έκρηξη. Ο έρωτας δεν έχει κορμί, αδύνατο να έχει, το κορμί είναι ο έρωτας, η φωνή είναι ο έρωτας, τα μάτια ο προδότης. Ο έρωτας είναι η μόνη αποδεκτή μάσκα, η μόνη, η πιο άγρια, εκείνη που γαντζώνεται πάνω στο δέρμα και το σχίζει, το κομματιάζει διαγράφει κάθε πληροφορία κι ύστερα χτίζει. Τίποτα δυνατότερο από την αδυναμία του έρωτα. λυπάμαι όσους σαπίσουν μόνο στο θάνατο, λυπάμαι όσους δε διαλύθηκαν, δε σάπισαν, λυπάμαι όσους δε πέθαναν μπροστά σε ένα ζευγάρι μάτια. Λυπάμαι όσους δεν έθαψαν εαυτούς μπροστά στο μεγαλείο τούτου του καθρέφτη. Κι ύστερα χαίρομαι, για εκείνους που αναστήθηκαν από το χώμα κι είδαν πως χώμα δεν υπήρξαν ποτέ, χαίρομαι για εκείνους που αναλήφθηκαν αγνοί, ξένοι, ατέλειωτοι και εξιλεωμένοι ανάμεσα στα εκστασιασμένα βλέφαρα  της γέννας. Δυο φορές γεννιέσαι, τη μια ανήμπορος, τυφλός, τυλιγμένος στο αίμα, σφυριλατιμένος στους πόνους της μάνας κι ύστερα γυμνός, ορθάνοιχτος ανάμεσα στους πόνους σου και στο δικό σου αίμα, αθάνατος. ΑΘΑΝΑΤΟΣ!

Επινοήσαμε θεραπείες, επεμβάσεις, κρέμες, αλοιφές, προσευχές και μαντζούνια προσπαθώντας να αποφύγουμε το θάνατο, κι όμως ο μόνος δρόμος προς την αιωνιότητα εμφανίζεται μπροστά μας όταν πια έτοιμοι περνούμε την πόρτα του θανάτου. Μη γελιέστε, μια φορά πεθαίνουμε, κάποιοι δε πέθαναν καν κι όμως βαδίζουν προς την σήψη. Ναι μια φορά πεθαίνουμε αν είμαστε τυχεροί, φορώντας το προσωπείο του έρωτα, αποχαιρετώντας κάθε τι ανθρώπινο, εκεί βρίσκουμε την ανθρωπιά μας. Αν δε σε σκότωσε ένα ζευγάρι μάτια, αν έζησες ύστερα από τον έρωτα, τότε σίγουρα δεν τον έχεις γνωρίσει.

ἐράω - ἐρῶιωνικός τύπος: ἐρέω

1.    είμαι ερωτευμένος

2.    επιθυμώ σφόδρα

3.    κάνω εμετό, αδειάζω, εκκενούμαι

Αδειάζω ό,τι είμαι, ό,τι έμαθα, ό,τι έχω για να χωρέσω ό,τι επιθυμώ. Κι ύστερα το έρω και το αίρω μπορεί να μη γράφονται το ίδιο μα ακούγονται όμοια…Κι ίσως συμβαίνει αυτό γιατί όταν ερωτεύεσαι αναιρείς , όμως δεν είναι ίδια γιατί ό,τι κι αν αναιρέσεις η ομορφιά πάντοτε μένει αναλλοίωτη, πάντοτε μένει εκεί, δική σου. Η κυριότητα, η κατοχή, η απόκτηση,  ωστόσο δεν υποδηλώνουν την εξουσία που ασκείς, αλλά την εξουσία που σου ασκείτε. Ό,τι ονομάζεις δικό σου, είναι ό,τι του ανήκεις εσύ, ό,τι δόθηκες, ό,τι θέλησες, ό,τι είσαι.

 

 Και τώρα να, κάθισε εδώ, πιες ένα ποτήρι και πες μου πόσο φοβάσαι το τέλος ή πόσο έτοιμος είσαι κι ύστερα, όταν δε θα το περιμένεις θα σε ρωτήσω, εσένα που όλα τα έζησες, εσένα που όλα τα έκανες πες μου λοιπόν, πως βαδίζεις ανάμεσα στους νεκρούς, πως ανέπνευσες ανάμεσα στους ζωντανούς όταν ούτε πέθανες ποτέ ούτε ποτέ έχεις ζήσει; Κι ύστερα θα με ρωτήσεις τι είναι η ζωή; Κι εγώ δε θα πω τίποτα, μονάχα θα ανασάνω. Κι όταν ρωτήσεις τι είναι ο θάνατος, τότε θα κλείσω τα μάτια, θα ψάξω μες στη σκέψη μου κι ανασέρνοντας εκείνα τα μάτια θα σου δώσω την καλύτερη ανάσα μου κι αυτή ας είναι η τελευταία δήλωσή μου για απόψε. Αν αναρωτιέσαι ακόμα, αν δεν κατάλαβες, η ζωή και ο θάνατος είναι τα άκρα μιας μεγάλης ανάσας σε ένα μη γωνιακό σύστημα, η ζωή και ο θάνατος λοιπόν είναι δυο σημεία αναφοράς πάνω σε έναν ολοστρόγγυλο κύκλο. Η αρχή είναι αυτός, το τέλος είναι ο ίδιος. Ακριβώς γιατί δεν μπορεί να γίνει μεγαλύτερος όταν σχηματιστεί κι έπειτα από την απεικόνισή του δεν μπορεί να καταλάβει άλλο χώρο στο τετράδιο. Μέσα σε ένα αχανές –από την επίπεδη θέση μας- σύμπαν, μέσα σε ένα μικρό κι ασήμαντο-από την οπτική μας- πλαίσιο, βρίσκεται η πραγματικότητα της ύπαρξής μας.

Κι ο έρωτας; Θα μου πεις, που χωρά, που συμβαίνει; Ο έρωτας είναι το χρώμα που επεμβαίνει σε αυτή την στρόγγυλη ανάσα  κι ομορφαίνει όχι μονάχα το σχήμα αλλά και όλο το τετράδιο, μια σταλιά χρώμα , μια βούλα, μια μουτζούρα, ένα τυχαίο γεγονός που όχι μόνο ζωντάνεψε τον κύκλο ή το χαρτί αλλά άλλαξε και τη διάθεση ίσως, αυτού που κάθονταν στο θρανίο. Αν ένα χρώμα μέσα σε ένα σχήμα μπορεί να επηρεάσει τόσους μακρινούς από αυτό εξωτερικούς παράγοντες, φαντάσου τώρα φίλε μου τι έκανε σε αυτό το σχήμα. Ο έρωτας είναι η μόνη μας ανάσα στην ύπαρξη, μια ανάσα δυνατή να βγει εκτός πλαισίου ενώ ακόμη στρογγυλοκάθεται μέσα του. Μια ασήμαντη στιγμή μα τόσο σημαντική ταυτόχρονα, έτοιμη να αλλάξει τον κόσμο.

 Εύχομαι μόνο το επόμενο βράδυ, να μιλήσουμε με σχήματα και χρώματα, το επόμενο βράδυ να μου υποσχεθείς πως θα ανταλλάξουμε αναπνοές πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί, πως θα ανταλλάξουμε αναπνοές πάνω σε γράμματα, λέξεις και ήχους και τότε θα συναντηθούμε και θα συνομιλήσουμε, αν είμαστε τυχεροί, θα ξαποστάσουμε πάνω στο τραγούδι ενός ερωτευμένου, εκεί που τα σχήματα και τα χρώματα αποκτούν ήχους κι ανακυκλώνονται , αθάνατοι κι αγέραστοι παρέα με όσους δε γνωρίσαμε κι όμως αναγνωρίζουμε τα πρόσωπά τους. Εκεί θα βρούμε τους όμοιους μας, εκεί θα είμαστε εμείς κι ας ήρθαμε όλοι μόνοι σε αυτή τη συνάντηση, αυτό το ατέλειωτο βράδυ θα ναι η δική μας φιέστα. Πλημμυρισμένοι από ομορφιά, ασήμαντοι, πολύχρωμοι κι ηχηροί, απίστευτα γεμάτοι, θα σκάσουμε σαν τεράστιο πυροτέχνημα και θα φωτίσουμε την νύχτα για λίγο καθώς θα  καθώς οι κύκλοι μας σαν σαπουνόφουσκες θα μοιάζουν με αιώνιες παντιέρες.

Ο Λάβδαν σηκώθηκε εξτατικός κι αφού χάιδεψε το κεφάλι του γάτου που γουργούριζε απλωμένος στο πάτωμα άνοιξε το ψυγείο και πέταξε ένα μπουκάλι με λίγο ξινισμένο κρασί. Η Τζούντιθ είχε κοιμηθεί από ώρα πάνω στα απομεινάρια μαλακών ερώτων σαν τα τσιγάρα της κι ο Μέρι την παρακολουθούσε φοβούμενος από τον επικείμενο έμετό που επρόκειτο να μαζέψει αν γύριζε από την άλλη. Το ρολόι έδειξε 3 κι ένας ακόμη κύκλος της ώρας προμηνύονταν βαρετός και τραγελαφικά αποστειρωμένος μέσα στην καραντίνα. Ο Χερνάντεζ έριξε λίγη μπύρα στο ποτήρι του και βάλθηκε να παρατηρεί εραστές παλιάτσους στο ταβάνι ενώ ο Λάβδαν κούμπωνε το παντελόνι του γυρνώντας από την τουαλέτα. Τα μάτια της Γιουλέτ κλειστά και πεταριστά κάπου τώρα συνειδητοποιούσαν μέσα στο όνειρο την ανάσα κι ύστερα ξοδεύονταν μικροαστικά  και ρεαλιστικά στον σύντροφο που είχε διαλέξει χρόνια τώρα. Ο Λάβδαν σταμάτησε το πικ απ. Απαξίωσε τους μπάτσους και τη γειτόνισσα κι άραξε σε ένα σαλόνι με τέσσερα άτομα κι ένα παράξενο γούνινο ginger. Τρεις ανθρώπους, ένα γάτο στην εφηβεία και μια ανάμνηση που κείτονταν αθόρυβη, δυνατή και πολύχρωμη μέσα στον κύκλο της ύπαρξής του.

Το απόγευμα είχε περάσει από την εκκλησία, στα δεξιά του ένα όμορφο πρόσωπο έμπαινε στο αχρησιμοποίητο καφέ  ενώ στα αριστερά του, η άνοιξη μαρτυρούσε κρυφά την ομορφότερη ανάμνησή του, εκεί ανάμεσα στα ανθισμένα τριαντάφυλλα των παρτεριών κάποτε η Γιουλέτ του είπε να φύγουν γιατί της μύριζαν τα σκουπίδια.




https://www.blogger.com/blog/post/edit/preview/5655989070422499602/5605367375102762361

Wednesday, February 24, 2021

 

Προσωπικό

 

Της Χριστίνας Κοντούλη

 

 

Θέλω να σε κάνω κάπως να μείνεις, θέλω να κερδίσω τις μέρες, τις νύχτες σου, μη φεύγεις. Κάθεσαι στο διπλανό δωμάτιο. Γιατί το σπίτι μου μοιάζει ποιο ασφυκτικά άδειο από το να μην ήσουν εδώ κι έπειτα διπολικά και σιωπηλά, απλά γεμάτο; Τον τελευταίο καιρό νιώθω μια παράξενη ένταση, ειδικά απόψε, δε με χωράει ο τόπος, Αν μπορούσα να σε παρομοιάσω με κάτι θα σε ονόμαζα ρεύμα.

 

 

 

Δεν μπορώ να γράψω όσο είσαι δίπλα μου, θέλω μόνο να σου μιλάω ακόμη κι όταν μπετώνει το κεφάλι μου και δεν έχω τι να πω, θέλω να βρω, εν ανάγκη να δημιουργήσω, θέλω να ζωγραφίσω τα μάτια και τα χέρια σου πάνω στους αμφιβληστροειδείς των ματιών μου, όπου κι αν στρέφουν, να βλέπουν εσένα, να καθησυχάζονται χωρίς να έχουν άλλη ησυχία. Δεν αντέχω άλλη ησυχία, σιωπηλά καθώς σβήνει η εικόνα του ευρύχωρου κόσμου μας, καθώς τα περιθώρια στενεύουν , πιέζουν κι αποδομούν, θέλω να σε βλέπω. Κάθισε, κάνε ένα τσιγάρο μαζί μου, πρέπει να δυναμώσω κι άλλο , πρέπει να δω, φόρα τη φωνή σου στα μάτια μου, διώξε επιτέλους την επιλεκτική μυωπία. Ο καναπές δεν είναι πια τόσο άνετος, τα σανίδια του πέφτουν, η πλάτη του τρίζει, το στρώμα βρωμά. Δεν αντέχω άλλη μέρα αδράνειας, δεν αντέχω άλλη βολή, δεν αντέχω άλλη ασφαλή σκέψη.

Το παίρνω πίσω, έλα, έλα και κάτσε όπου θες, έλα κι ας μη μιλήσουμε όλο το βράδυ, έλα και κλείσου στο δίπλα δωμάτιο, θα προσπαθήσω κι εγώ να χαζέψω λίγο στην τηλεόραση τη σειρά που μου αρέσει, όσο μπορώ να συγκεντρωθώ. Σήμερα ξεπέρασα λίγο φόβο, επαναστάτησα, δεν πρόλαβα να στο πω, το έκανα όμως. Βγήκα επιτέλους από το πολύχρωμο κελί μου και περπάτησα! Ναι πήγα πιο μακριά από το περίπτερο, πιο μακριά από όσο έχω πάει τον τελευταίο καιρό, από όσο είχα ξεχάσει να πηγαίνω. Εδώ και μήνες ο κόσμος έμοιαζε να έχει μικρύνει επικίνδυνα, λίγα βήματα πέρα από τον νοητό κύκλο προστασίας που κατασκεύασα έμοιαζαν τόσο μακρινά, λίγα βήματα, μεγάλες αποστάσεις. Έχαψα για τα καλά το παραμύθι τους, μήνες τώρα δεν υπήρχα εγώ, εγώ μονάχα συντηρούμουν σαν τουρσί μέσα στη γυάλα του φόβου. Σήμερα βγήκα από τη γυάλα, πάλι δεν πρόλαβα να πάω πολύ μακριά πριν συναντήσω κάποια φίλη, αλλά τα κατάφερα, για σένα θα έκανα τον πιο μεγάλο δρόμο. Άμα εν τέλη στο πω ποτέ θα γελάσεις υποθέτω, έτσι κι αλλιώς στην κανονική πραγματικότητα αυτός δεν είναι μεγάλος δρόμος, δεν είναι τίποτα όμως για μένα είναι η επανάστασή μου. Και ξέρεις τι, δε φοβήθηκα, όχι δε φοβήθηκα καθόλου, πρώτη φορά εδώ και καιρό, μάλιστα ήθελα να περπατήσω κι άλλο, πιο γρήγορα, πιο γρήγορα ως που να φτάσω κοντά σου, εκεί που λογαριάζω τώρα τελευταία σπίτι μου.

Βλέπεις το σπίτι που μένω έχει πάψει εδώ και καιρό να διατηρεί τη σημασία του κι έξω τα σπίτια είχαν κλείσει, οι δρόμοι είχαν κλείσει, οι σκέψεις, οι ψυχολογία μας, είχαν κλείσει. Χαίρομαι που μου τηλεφώνησες, χαίρομε που έβγαλες το καπάκι της γυάλας, ακόμη δεν συνήλθα πλήρως, όμως θα κάνω ό,τι μπορώ να μείνεις εδώ, κοντά σου δε φοβάμαι τίποτα. Μείνε, σε χρειάζομαι, σε θέλω δίπλα μου, σήμερα δεν ανήκω στον φόβο, σήμερα ανήκω στο πλευρό σου, σήμερα ανήκω στο πλευρό όλων, ακόμη κι αν δε μπορώ να σε δω, μείνε, μείνε, μείνε μαζί μου, σύντροφοι θα αγωνιστούμε παρέα, δώσ’ μου το χέρι σου κι εγώ σου υπόσχομαι να κλείσω την παλάμη σφιχτά κι ο φόβος να μη βρει τρύπα, για  σένα, για μένα, για κανέναν μας. Σε εμπιστεύομαι κι αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορώ να σου δώσω.

Σήμερα σηκώθηκα από τον καναπέ μόλις άκουσα τη φωνή σου, και χτες το έκανα, θα το κάνω και αύριο, δεν αντέχω άλλο το φόβο, πλημμύρισέ με σιωπηλά, δυνατά, εσένα θέλω να ακούω, εσένα σε κάθε φωνή, η τρομοκρατία δε θα περάσει, δε θα ακουστεί, δε θα πάρει άλλη υπόσταση, μείνε κοντά μου και θα ρίξω το σύστημα, μείνε κοντά μου κι εγώ θα φέρω τούμπα τον κόσμο ολόκληρο , τον εαυτό μου.

Καθώς μιλάμε ένα ένα τα συστημικά κατάλοιπα , ένα ένα τα ψέματα καταρρέουν, ο χώρος αλλάζει, επεκτείνεται, η μοναξιά καταρρέει, τέλος η απομόνωση, τα χέρια σου, η φωνή σου η μόνη ασπίδα μου απέναντι στον εαυτό που επιθυμούν να μου φτιάξουν! Καμιά υπακοή! Κανένα κεφάλι κάτω, κανένα γόνατο στο πάτωμα, κανένα σιωπηλό, κανένα καλυμμένο στόμα. Σπάσε με κι άλλο, μπορείς; Μόνο όταν θα σπάσω ολόκληρη, μόνο όταν  πραγματικά μοιραστώ σε χίλια κομμάτια θα είμαι ελεύθερη, Εμπρός, πριν ξεκινήσεις να ρίχνεις τους δικτάτορες στην πλατεία ξεκίνα από μένα, βοήθησέ με να ρίξω τον δικτάτορα μέσα μου, τόσο καιρό τον σπρώχνω να πέσει μα εκείνος τρυφερά, λυπητερά και ύπουλα τρέφεται από τη δύναμή μου, με στήνει στον τοίχο ακόμη και ψεύτικος, κρύος, μαρμάρινος κι άκαμπτος χωρίς να σηκώσει το μικρό του δαχτυλάκι, υπολογίζει βλέπεις στην κούρασή μου…μα αν είμαστε δυο; Τι ζημιά μπορούμε να του κάνουμε τότε! Θα σε ακούω με όποιους τρόπους θέλεις, θα σε αγκαλιάζω με όποιους τρόπους διαλέξεις εσύ, θα είμαι δίπλα σου, θα σπρώχνω μαζί σου.

Κι αν πέφτω σε πισωγυρίσματα, αν ξεχνώ να κλείσω τις πόρτες μου όταν έρχεται ο φόβος, μίλα μου να θυμηθώ, κοιμήσου δίπλα μου να κοιμηθώ, βοήθησέ με να παραμείνω άνθρωπος τη στιγμή που μας διδάσκουν την τέχνη της απανθρωπιάς, τότε πιάσε μου το χέρι , τότε κοίτα με, μάζεψέ με από τη λήθη. Σου υπόσχομαι αν ξοκείλεις θα σε μάσω κι εγώ.

Τώρα σήκω από το κρύο σπίτι σου κι έλα εδώ, θα φτιάξουμε πανό για αύριο, μπορεί να χαζολογίσουμε, να πιούμε μια μπύρα, μπορεί να ακούσουμε ηλίθια τραγούδια ή τραγούδια με νόημα, μπορεί να σχολιάσουμε την πολιτική, να βρίσουμε τη μιζέρια, μπορεί να σκοτώσουμε μικρούς εαυτούς, να παίξουμε λίγο με τον γάτο ή το θάνατο, έλα να γίνουμε κι απόψε λίγο μικροί, ασήμαντοι άνθρωποι μέσα στο σύμπαν, έλα πριν μας φάει η μαρμάγκα δίχως να καταλάβουμε τίποτα. Ας είμαστε λίγοι, ασήμαντοι, νοσηρά σημαντικοί, αυτόφωτοι μες στο σκοτάδι. ΈΛΑ κι απόψε να ρίξουμε μικρούς δικτάτορες κι αύριο ας παλέψουμε για έναν καλύτερο εαυτό, για έναν καλύτερο κόσμο.

Tuesday, February 9, 2021

 

Απόψε πρέπει να μιλήσουμε

 

 

Της Χριστίνας Κοντούλη

 

 

 

 

 

Απόψε πρέπει να μιλήσουμε.  Ίσως δεν έχουμε τίποτα να πούμε.

«Φτωχή ανθρωπότητα

Δε μπόρεσες ούτε ένα κεφάλαιο να γράψεις ακόμα,

Σα σανίδα από σκοτεινό ναυάγιο

Ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος»

Ταξιδεύουμε μέσα στο χοροχρονικό συνεχές με την απληστία της άφθαρτης ύπαρξης κάτω από κάθε μας βλέφαρο, κοιμόμαστε, τινάζουμε τα πόδια κι ονειρευόμαστε πως ζούμε διαφορετικές ζωές την ώρα που το κορμί για άλλη μια φορά μακρηγορεί, αποκηρύττει κι αποκρύπτει το θάνατο.

Ακούμε τραγούδια που μιλάνε γι’ αυτόν, τον εκθειάζουν, τον ψυχαγωγούν, οι διασκεδαστές παραδίνονται και νομίζουν πως χλευάζοντάς τον ή εναποθέτοντας τιμές στα άυλα πόδια του, τον εξευμενίζουν και κατευνάζουν όχι το δικό του, το ανύπαρκτο πρόσωπο μα το πρόσωπο που τους άφησε να τον σκεφτούν, το πρόσωπο που τους παρουσίασε την πιθανότητά του. ΑΎΘΑΡΤΟΙ, Παντοτινοί, παντογνώστες. Πέρα για πέρα Ηλίθιοι.

Όχι , όχι, είμαστε κι επαναστάτες, επαναστατούμε στο γεγονός, ποτέ στην ηλιθιότητα, περιμένουμε, περιμένουμε, προσμένουμε, καρτερούμε, την τέλεια στιγμή, την τέλεια ζωή, τον τέλειο άνθρωπο χωρίς ποτέ να αποδεχτούμε το μισητό και δύσκολο επόμενο βήμα. Το επόμενο  «ΒΛΉΜΑ» ωστόσο εύκολα, το αγκαλιάζουμε. Περνούμε τα χέρια γύρω από τη μέση του θέματος κι έτσι απλά το μεταφράζουμε στη σκιά μιας πεταλούδας, ποτέ δε μελετήσαμε το σύστημα της απόχης, ούτε και της αποδοχής παρά εμμένουμε εκκεντρικά, βαρετά κι ατελέσφορα στο γεγονός του συναισθήματος για το οποίο δε μας είχαν προετοιμάσει.

Δεν ακούω πια τον βραστήρα, παρά αν βρίσκομαι σε κάποιο vintage café, ακούω το πλυντήριο, να στύβει και να στεγνώνει μαζί με τις βρώμικες μπλούζες μου και το μυαλό μου, τις επιλογές μου, τις απολήξεις μου, δεν είμαι ένα ανθρώπινο ων, κανείς λάθος, κι εσύ μη νομίζεις πως είσαι κάτι περισσότερο από μια τυχαία συνάρτηση, ίσως και να ήταν συνετό να μπλέξουμε τα μαθηματικά στην κουβέντα, εύκολα κάποια στιγμή θα μπορούσες να πεις πως δε τα καταλάβαινες από μικρός και πιθανόν αυτός είναι ο λόγος που δεν ακολούθησες κάποια φυσική επιστήμη, ύστερα θα σου εκμυστηρευόμουν πως στο δημοτικό είχα κι εγώ μερικά Β στον έλεγχο και θα γελούσαμε με τους αφελείς μας δασκάλους που προσπέρασαν κάποτε δυο διάνυες. Θα έσπαγε τον πάγο, τι λες;

Ωστόσο, αδυνατώ να αποκηρύξω πλέον ένα κομμάτι του ανθρώπου που μου δημιουργεί τέτοιο μυστήριο. Τα μαθηματικά είναι η ηθική μας, η ηθική είναι τόσο ρευστή όσο το «έστω x” , αφουγκραζόμενη την απαραίτητή προϋπόθεση προσδοκάει και παρουσιάζει το αλάθητο αποτέλεσμα. Παραμένει όμως ρευστή, παγωμένη, μπετωμένη , ξένη και συγγενείς, μα πάντα ρευστή. Νομίζεις πως υπάρχει κάποια συγκεκριμένη συνταγή στην παρουσίαση της ανθρώπινης υπόστασης και φυσιοκρατίας, νομίζεις ότι ο ζωγράφος εκφράστηκε ή έχτισε; Έχτισε ή ξέθαψε τα θεμέλια του τρικλίζοντα πύργου κι έπειτα ψιθυριστά αναθεμάτισε την ύπαρξη της διαπίστωσης της απολυτότητας καθώς έχωνε το προσάναμμα στις επιταγές του κοινωνικού του προσδιορισμού; Το έργο αποκρίθηκε, ο θεατής ανταποκρίθηκε, οι κριτικοί σάλιωσαν τα δάχτυλα κι ο ζωγράφος εκμηδενίστηκε ευχαριστημένος που ανήκε. Κι ύστερα παραμέρισε την ηθική κι αποθεώθηκε από φωνές που δεν είχε την μακροζωία να ακούσει, ακριβώς γιατί αρνήθηκε το θεμιτό κι όχι γιατί προστάτεψε τη σκέψη με το έργο. Η άρνηση του συστήματος ήταν αρκετή για να αγαπηθεί σαν αυτούσια τέχνη, το πρόσωπο διατήρησε την ψυχική του ανωνυμία κι αντάλλαξε την γέννα για λίγο ψωμί. Η κοινωνία χειροκρότησε και κάτω από τον πίνακα χιλιάδες σάπια καρβέλια παραδόθηκαν σαν τάμα, σαν θυσία καθώς το όργανο επεξεργασία τροφής σάπιζε πια μαζί με τον δημιουργό του.

Θα χρησιμοποιήσω την ελαστικότητα της κοινωνικής ηθικής για να δικαιολογήσω και να κατακρίνω την δική μου. Ναι έζησα προστατευμένος, ναι δεν έκανα τίποτα, ναι υπήρξα ανύπαρκτος, όχι από συνέπεια ή στιβαρή επιλογή μα από φόβο από αυτοχλευασμό της ίδια μου της επιθυμίας για την επιβίωσή μου ανάμεσα στο καλό όλων. Κι όταν το πρώτο σου μέλημα γίνεται τάχα μου, το κοινό όλων, πρέπει να ξέρεις πως δεν έχεις κανένα κοινό όφελος παρά μονάχα την ασπίδα του «καλώς έπραξα» όταν επιθυμείς να ξεκινήσεις μια πρόταση με το γνωστό σε όλους «ναι, αλλά εγώ…» δίνοντας για λίγο μια πνοή στη μίζερη ύπαρξή σου. Μαθηματικά καλύπτεις το τρυφερό σου κωλαράκι από τα βράχια, φιλοσοφικά, έστω χ ο επόμενος.

Κι εσύ τα ξέρεις όλα αυτά, μπορεί να μην στα έχω τοποθετήσει σε λέξεις, μα τα ξέρεις κι αυτό με στοιχειώνει απέναντί σου, με έχεις δει να φοβάμαι, με έχεις δει να μη φοβάμαι τίποτα, τώρα δε πρέπει να ξέρεις πως κάνω το τίποτα, δε πρέπει να ξέρεις πόσο με σακάτεψε η κοινωνία. Στην καλύτερη θα επιμείνεις με κάποιον δικό σου ατελέσφορο χειρισμό να βγω από το καβούκι μου κι έτσι θα με τρομάξεις κι άλλο για τη μέρα που πια δε θα το κάνεις, στη χειρότερη, δε θα το κάνεις καν. Θα γελάσεις, θα εγκαταλείψεις και θα αναγάγεις τον παράξενο αγώνα μου στη μονάδα, πιστεύοντας πως η μονάδα μου είναι μοναχική, μοναδικά απελπισμένη ίσως κι αδιάφορη.

Από χτες σκέφτομαι να ξεπεράσω τους φόβους μου, από χτες σκέφτομαι να έρθω να σε βρω, να κρύψω ένα μπουκάλι τσίπουρο στην τσάντα να γράψω ένα χαρτάκι παρακολούθησης κινήσεων και να υπερβώ τις μαύρες τρύπες της απομόνωσης που μου χάρισε η καραντίνα κι ο πληγωμένος εγωισμός μου. Να σε περιμένω στην αυλή κι όταν έρθεις να σε καθίσω κάτω επιτακτικά κι απαιτητικά κι άμα το θες να γίνουμε μια τελευταία φορά φίλοι. Κι ύστερα ξυπνώ το πρωί και σκέφτομαι πως δεν υπάρχει λόγος να παλέψω ούτε για σένα ούτε για τίποτα. Το Κράτος και η Βία, η καταστολή, κρατάνε τώρα τα αρχιδάκια μου και παίζουν μαζί τους badminton στο υπουργικό μέγαρο τρώγοντας σνακ από σολομό σφιγμένο ανάμεσα σε κρακεράκια. Πως να σου πω ότι με νίκησαν, σε σένα από όλους πως να παραδεχτώ την άνεση της φυλακής μου;

Μιλούσαμε για ελευθερία, σου έλεγα πως χρειάζεται σχέδιο, επανάσταση ναι, και μετά; Με κοιτούσες και θύμωνες, δεν πείραζε, ένιωθα λογικός, σοφός, έξυπνος. Θα το σκεφτείς, θα καταλάβεις, που θα πάει; Έλεγα βουλιάζοντας στον καναπέ, κουρασμένος από την τόση γνώση. Έλεγες φύση, έλεγα ναι αλλά πως, που, πότε, πάλι με κοιτούσες και θύμωνες κι εμένα μου άρεσε να είμαι ταραχοποιός στα σχέδιά σου. Λέγαμε για ανθρώπους που αγαπούμε κι ένιωθα σπίτι μου. Τώρα νιώθω υπόλογος για τις επιλογές άλλων, νιώθω μαλάκας γιατί υπηρέτησα αφεντικά χωρίς εταιρίες, αφεντικά χωρίς καταστατικά και συμβάσεις εργασίας, αφεντικά χωρίς ευδιάκριτα διακριτικά, αφεντικά χωρίς πρόσωπα. Αφεντικά που κι εσύ αγαπούσες. Νόμιζα πως κάνω το σωστό, νόμιζα πως το ηθικό ήταν να βγάζω το σκασμό, να ανέχομαι, εσύ μιλούσες; Κι όταν άρχισα να το βλέπω, όταν άνοιξα το στόμα μου, είχαν ήδη σκιαγραφήσει τους μηχανισμούς μου, η τρομερή μου επανάσταση έμοιαζε με σενάριο κι εγώ διάβαζα τις ατάκες . Δε μπορώ να σου μιλήσω γι’ αυτά, τα άφησες πίσω σου, θα ξανάρθουν όμως. Και τώρα έτοιμος να κάνω την εφηβική μου επανάσταση κοντά στα τριάντα, επιτέλους αμφισβητώ τον καθρέφτη μου, επιτέλους ξέρω πως δεν ήμουν καθαρός κι όσο κι αν αυτό με λούζει στις λάσπες σα νεογέννητο γουρουνάκι τόσο το επιθυμώ, επιτέλους ξέρω, νομίζω το είχες καταλάβει από την αρχή, στην θρησκεία των γουρουνιών αγαπιέται το μπέικον, η καμένη σάρκα είναι πιο συμβατή από τη ζωντανή κι ο ρόλος της μπριζόλας ήταν σιωπηλός, τραγικός, αξιομνημόνευτός, άγιος ίσως. Τώρα που στολίστηκα με τα αγαθά μου και μύρισα το καμένο μου σώμα, επιθυμώ τη λάσπη, ο φούρνος πλησιάζει, ακόμα στέκομαι, οι κατακόκκινες αντιστάσεις υπόσχονται παραδεισένιες αισθήσεις κι εγώ μυρίζω τις τρίχες που τσουρουφλίζονται. Γιατί, γιατί δε φεύγω;;;;

Δε σου ζητώ να το παίξει σωτήρας, δε ζητώ το χέρι σου να πιαστώ, πες μου όμως, μια τελευταία φορά, τι κάνουμε μπροστά στο φούρνο; Κάτσε δίπλα μου, πιες μαζί μου, πες μου γιατί διατηρούμε τη σιωπή όταν καιγόμαστε;

Η Βαλχάλα υπέκυψε, η σιωπηλή αποδοχή τελείωσε, οι μουγκοί μάρτυρες δεν είναι πια ηρωικοί, παρά μονάχα σε δακρύβρεχτες ταινίες κι εμείς παρανοϊκά εμμονικοί σφίγγουμε τη μύγα να στάξει γάλα κι έπειτα αυτοκτονούμε με το προσωπικό μας δηλητήριο περιμένοντας η κοινωνία να αναφωνήσει «Καλός ήταν» λίγο πριν τη λήθη.