Thursday, November 21, 2019


Η πριγκίπισσα και το μπιζέλι των νέων επαναλαμβανόμενων εποχών.




Της Χριστίνας Κοντούλη








…Κι έβλεπα τον κόσμο να πεθαίνει στα πεζοδρόμια, διάβαζα για συλλήψεις που ο νους μου δε μπορούσε να συλλάβει, κυνηγητά, σε ένα τόπο που διατυμπάνιζαν καθημερινά την ελευθερία του. Μια αιματοβαμμένη ελευθερία, μια ελευθερία που θα έπρεπε να θυμάται να κρατά σφιχτά, μα ήξερε μονάχα να την κοιμίζει… Στους άλλους, τους απ’ έξω είχαμε γίνει γραφικοί , αρκούσαν μερικά πλουμιστά αντίτυπα του Ζορμπά σε κάποιο περίπτερο κι ο Antony Quinn να στρίβει τους γοφούς  και να υψώνει τα χέρια σε ασπρόμαυρα καρέ παράθυρα κι άλλοι νόμιζαν, οι «δικοί μας» νόμιζαν πως μας βλέπουν. Κοψίδια, πανηγύρια με ήχο κακής ποιότητας, χοροί  και παραδόσεις που μιλούσαν πίσω από το τζάμι, κανένας πολιτισμός, καμιά παιδεία, μονάχα μια cultίλα  να σε ψυχαγωγήσει φθηνά πριν να σε κάνει να κλάψεις. Πέτρες που ποτέ δεν αγγίξαμε, ιστορίες που δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε, επαναστάσεις που αγνοήσαμε κι άγιος ο θεός. Ζορμπάδες που περιπαίξαμε, Ζορμπάδες που στειρώσαμε για μια μεζούρα τάξης. Τα άλλα, εκείνα, τα άσχημα, εκείνα που φώναζαν τα βράδια στον ύπνο, εκείνα που έτρεχαν στις ταράτσες με κομμένη ανάσα να γλυτώσουν από τα μικροσκοπικά κατασκοπικά αεροπλανάκια της νέας γενιάς, εκείνους που εξευτελίζονταν μέσα στη μέση του δρόμου για μια στιγμή αγαλλίασης της εξουσίας, τα μανιασμένα τραγούδια στα μπαλκόνια και τα βασανισμένα βλέμματα, το παιδί που πάτησε το Δεκέμβρη με γυμνά πόδια το χαλί της μεγάλης εκκλησίας και την παπαδιά που έβριζε για τα λασπωμένα χνάρια του, το μακαρόνι που σ’ έκαμε να χέζεις τα άντερά σου από την πολύκαιρη χρήση του  μα ευχόσουν να έφτανε την άλλη μέρα, εκείνα, εκείνα πονούσαν κι έτσι τα αφήναμε απ’ έξω. Πόσα ξυπόλητα πόδια αφήσαμε στο χιόνι φοβούμενοι πως θα λερώσουν την μικροσκοπική “ευτυχία” μας;
Όπως μας έμαθαν οι μανάδες μας ανοίγαμε αργά και σταθερά το κουτί πρώτων βοηθειών μα δεν βάζαμε το τσιρότο στην πληγή, δεν καθαρίζαμε το αίμα, μονάχα το τραβούσαμε και το επεκτείναμε εντέλει κι ύστερα το μοιράζαμε σε φέτες και κλείναμε στόματα, κλείναμε μάτια κι αυτιά και προσποιούμασταν πως βρισκόμασταν σ’ ένα γάμο την ώρα που το φέρετρο έμπαινε στο χώμα.
Αδέρφια από σάρκα και πνεύμα, ολοζώντανα, να αναπνέουν, με μάτια ολοστρόγγυλα, κατατρομαγμένα, αδέρφια από νερό και θειάφι, αδέρφια από πολύβουα χαρτιά, προκηρύξεις της καινούργιας τάξης, αναλώσιμα , τσαλακώσιμα χαρτιά στις χοντρές πνιγηρές παλάμες της εξουσίας. Γνέφαμε το κεφάλι μπροστά τους τάχα με συμπόνια κι ύστερα παίρναμε στο τηλέφωνο να καταγγείλουμε τον γείτονα, τον όμοιο, τον “συμπαθή πολίτη” τώρα που ήταν ευκαιρία κι η ρουφιανιά ήταν της μόδας. Παραδέξου το, πάντοτε βλέπαμε δίπλα στη λέξη Εδέμ τη λέξη ΜΟΝΟΣ. Kαι το παράξενο;  Τη βλέπαμε με ανακούφιση. Εμείς δεν είχαμε κανένα αδερφό, παρά μονάχα αυτόν που μας υποδείκνυε το κράτος, εκείνον που η εξουσία θέλησε, ο μόνος αδερφός μας ήταν μια υπόσχεση για τον ερχομό ενός άδικου, θλιβερού μεσσία που θα επανέφερε μια εξουσία που ποτέ δεν είχαμε. Οι πόλεις βαρούσαν προσοχή όταν βαρούσαν οι μπάτσοι, κι έντιμοι κυρ Παντελίδες, έβγαζαν από την ντουλάπα τον χιτώνα του Νέρωνα καθώς στερέωναν την περούκα του δικαστή στα διαμπερή πληγιασμένα μυαλά τους… Η Ρώμη καίγεται εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Τώρα ο Νέρωνας δεν έμοιαζε τόσο κακός αφού είχες την αφελή πίστη πως θα γλίτωνε το δικό σου σπίτι. Τώρα ο δικαστής είχε φιλικό πρόσωπο αφού δε καταδίκαζε το δικό σου παιδί. Τώρα έβρισκες όμορφη την εξουσία αφού κατάλαβες πως εσύ είσαι αυτός που τη συντηρεί.
Πίσω από τα συρματοπλέγματα τα αδέρφια μας κοιτούσαν. Πίσω από τη μοναξιά των ευλογημένων μας τοίχων τους κοιτούσαμε κι εμείς. Εμείς που σκύβαμε το κεφάλι το βράδυ και σούρναμε τα γόνατα στους ναούς το πρωί, εμείς που βάζαμε το χέρι κρυφά κάτω από τη φούστα της σερβιτόρας κι υγραίναμε την πίνα μας μέσα στα δάκρυά της καθώς την φτύναμε και την μισούσαμε που ήμασταν τόσο λίγοι για να μας ποθήσει. Εμείς που μισούσαμε τον εργάτη και τον χλευάζαμε, εμείς που ύστερα μισούσαμε το αφεντικό που δε μας έδωσε την υπερωρία. Εμείς που μισούσαμε τη γυναίκα και την περιγελούσαμε που δεν έκαμε παιδιά, εθνοφρουρούς δήθεν μεγαλείων που μας ανήκαν, κι όταν εκείνα τα παιδιά ζητούσαν το δίκιο τους, το μερίδιό τους στον κόσμο τους είπαμε κοφτά πως είναι μικροί για να θέλουν να υπάρξουνε, μικροί για να θέσουν τους όρους τους για το δικό τους μέλλον, εμείς που μισούσαμε τους πούστιδες γιατί δεν είχαμε τα κότσια είτε να ανοίξουμε την πόρτα της σκληρής ντουλάπας είτε να αποδεχτούμε πως δε θα μας έπλαθαν νέα στρατιωτάκια από μπαγιάτικη ζύμη, εμείς που καταδικάσαμε το ίδιο μας το κορμί  γιατί ακούσαμε ανθρώπους ανέραστους, ανθρώπους που κήρυτταν ευλογία κι η μεγαλύτερη ευλογία δεν ήταν στο πλευρό τους ,η ευλογία του πόθου, του έρωτα. Εμείς που λέγαμε πως ξέρουμε το καλό του ανθρώπου, εμείς που αδυνατούσαμε να δούμε το δικό μας καλό. Εμείς ήμασταν, ακόμη κι αν γεννηθήκαμε τώρα, το παρελθόν μας είχε καταδικάσει στην επανάληψη, τα λάθη των γονέων δεν παίδευαν πλέον τα τέκνα γιατί το μεγαλύτερο λάθος τους ήταν τα ίδια τα τέκνα, νεοσσοί που έμαθαν να μισούν τα φτερά γιατί φοβόνταν να πετάξουν. Τι μικροί που γίναμε, τι τιποτένιοι. Κι εσένα που στα λέω τώρα αυτά, πως είναι τόσο σίγουρο πως δε σε νοιάζει. Το μόνο που έχεις μέσα σου είναι ο κόσμος, έτσι πως με κοιτάς, που ανοίγεις τα όμορφα, τα νεανικά σου μάτια με τόση ευλάβεια και άγνοια… αχ…. Μοιάζεις σαν αποκούμπι, το μόνο σκληρό είναι το κορμί σου, καμιά σκληράδα πάνω σου, πόσο χαίρομαι που δεν ένιωσες ποτέ τη μπότα της κοινωνίας να σου σκληραίνει τα μάτια. Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει στον παράδεισο κοντά σου, κίβδηλο πλάσμα που θα κληρονομήσεις τη βασιλεία των ουρανών την στιγμή που τα βασίλεια της γης θα τυλίγονται στο θάνατο και στη φλόγα. Μακάρι να είχα έστω και λίγο λίγη από αυτή την άγνοια, τόση που να μπορέσω να ευτυχίσω… Μα βλέπεις θα ήταν χάρτινη η ευτυχία μου, απαλή, απλή κι άνοστη σαν ένα κομμάτι χαρτί. Ένα κομμάτι χαρτί που κάποτε ήταν δέντρο. Αν θες να δεις η μνήμη πως χάνεται δε χρειάζεται να ανοίξεις το χαζοκούτι ούτε να ταξιδέψεις στα λόγια κάποιου έξυπνου ποιητή, σκέψου μονάχα ένα δέντρο που κατέρρευσε και τώρα η Δρυάδα του σου σκουπίζει των κώλο.  Έτσι είναι κι ο άνθρωπος, ενστερνίζεται το δέντρο για να δημιουργήσει κωλόχαρτο. Να πάρε ένα κομμάτι, τράβα το, σκίσε το, αν θες βάλτο στο όμορφό σου στόμα και μασούλησε το, έτσι χάνεται η μνήμη στον άνθρωπο, έτσι σβήνει το φως πριν τον ύπνο.
Όμορφε άνθρωπε, εσύ με το όμορφο κορμί σου, με τα ολοζώντανα χείλια σου, με μάτια που σπαρταράνε, εσύ που σαν μπιμπελό, σαν ακριβό έργο τέχνης ξαπλώνεις την απλότητά σου στο κρεβάτι μου έχοντας άγνοια κίνδυνου. Αν αύριο σου στηλιτέψουν το μυαλό και γίνεις κι εσύ μια φωνή μέσα στις άνοστες πια τόσες, αν αύριο βεβηλώσουν αυτή σου την άγνοια με σοφιστείες και τεχνάσματα, αν αύριο ο χρόνος παλέψει με την κοινωνία για το πρόσωπό σου κι αν βρεις τις χαρακιές της δεύτερης να σου γερνούν την όψη και να σου στερούν χρόνια που ο χρόνος δε σου στέρησε, να ξέρεις πως υπήρξες μια στιγμή αθάνατος, εκείνη τη στιγμή που πρέσβευες τη μεγαλύτερη ευτυχία για τον άνθρωπο, το μόνο παράδεισο που ποτέ θα γνωρίσει εκείνον που χτίζουν δυο χέρια καλά ενός ανθρώπου γύρω σ’ έναν άλλο.
Μα αυτή είναι μια ευτυχία ουτοπική, μια ευτυχία για λίγους, μια ευτυχία που απαιτεί απόλυτη ελευθερία, μια ουτοπία τέτοια απαιτεί το είναι σου και ποιος αν σε ρωτήσω, θα έδινε τον εαυτό του; Τις άλλες τις εκκωφαντικές, τις περίφημες, τις ευτυχίες που ξεθωριάζουν είναι εύκολο να τις βρεις, πωλούνται στα περίπτερα, πωλούνται στα σούπερ μάρκετ, τις παίρνεις με το κιλό, τις χάνεις ακόμη πιο εύκολα, τις ξεχνάς σαν τη γεύση της τσίχλας μετά από ώρα. Τότε σου μένει μόνο ένα ανιαρό λαστιχένιο φαγώσιμο που κολλάει στα δόντια σου… Χέρια.. πότε σκεφτήκαμε τη δύναμή τους; Μπορούν να τυλιχτούν γύρω σου σα καταφύγιο, μπορούν και να σε πνίξουν. Όταν ήθελα να με αγκαλιάσουν έμαθα να σφίγγονται γύρω από το λαιμό μου και να μου κόβουν τον αέρα, όταν ήθελα να με αγγίξουν, γλώσσες μου έγλυφαν τις χούφτες και σκορπούσαν τα αποτυπώματα μου στερώντας μου τον εαυτό, όταν ήθελα να με καθοδηγήσουν μου έπαιρναν τα μάτια και φορούσαν στο κεφάλι μου τα δικά τους σα φωτοστέφανα, όταν ήθελα να μιλήσω μου έσχιζαν τη γλώσσα .Κι ύστερα μου λέγαν, είσαι ελεύθερος. Κι εγώ σα γνήσιος “επαναστάτης” θα πούλαγα την επανάσταση για λίγη ευτυχία, θα έβγαζα τα μάτια μου να μη βλέπω, να γύμνωνα το σώμα μου και θα έκλεινα το στόμα μου κι ύστερα θα άλλαζα κανάλι. Κι εκεί κάπου στην ακίνδυνη επανάστασή μου κι αφού έχω νιώσει καλύτερα, θα προσπερνούσα τα ολόφρεσκα γεγονότα και θα έβαζα μια μπαγιάτικη σειρά στην οθόνη για να ξεκουραστώ μα ξέρεις κάτι δε με αφήνει τελευταία να χαλαρώσω, κάτι μου στερεί τον ύπνο μου, κι όχι δεν είσαι εσύ, θα’ θελα τόσο να ήσουν, όχι όμως, στις σκοτεινές επάλξεις του καναπέ, στο σύγχρονο κελί μου, κάτω από τον κώλο μου και το βολεμένο μου πνεύμα ένα μικρό μπιζέλι επαναστατεί καλύτερα από μένα. Ένα μικρό μπιζέλι απαιτεί και διεκδικεί την ηρεμία μου, ένα μικρό μπιζέλι μου στερεί τον παράδεισο ουρλιάζοντας  κάθε φορά που το συναντά το σώμα μου κι έχει πάντα την κραυγή του πολέμου. Φοβάμαι πως σε λίγο θα μεγαλώσει και δε θα μπορώ πια να κάθομαι, θα με αναγκάσει να σηκωθώ κι όταν σηκωθώ, τότε θα βρω τον δικό μου παράδεισο, μα αυτός είναι καρπός του φιδιού και του μήλου, αυτός θα μυρίζει βλέμματα καθαρά και θα έχει τη γεύση της φωνής που δε προσκυνά, πολύ φοβάμαι πως μια μέρα αυτό το άτιμο μπιζέλι δε θα με αφήσει να γονατίσω ξανά, θα μου στερήσει όλα τα προνόμια του δούλου και τότε η προσευχή μου θα αποχτήσει ονόματα και σάρκες, τότε ο θεός μου θα περπατά δίπλα μου κι ο μεσσίας του δε θα ταιριάζει σε κανένα υπέρτατο ον, δε θα υπόσχεται ανάσταση νεκρών παππούδων, ούτε θα κάνει θαύματα, ο μεσσίας μου θα είναι μια ανάμνηση ευτυχίας που θα σταυρώνεται με χέρια ανοιχτά και πλευρά αφύλαχτα, θα’ χει όνομα απροφήτευτο και σάρκινο πατέρα, κανένα αστέρι δε θα λάμψει γι’ αυτόν, παρά μονάχα μάτια, άγρια, εξουθενωμένα, εξαγριωμένα μάτια που θα διαπραγματεύονται την ομορφότερη κόλαση, την ελευθερία. Τότε εύχομαι να συναντηθούμε ξανά κι αλήθεια ελπίζω να’ χεις τη γεύση του μήλου ή το γέλιο του ήλιου κάτω από τη γλώσσα.

Sunday, November 17, 2019




Στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος(;)

Της Χριστίνας Κοντούλη









Στον Δημήτρη



















Υπάρχουν 2 είδη ανθρώπων: αυτοί που είναι εύκολο να είσαι μαζί τους, αλλά εξίσου εύκολο να είσαι χωρίς αυτούς και αυτοί που είναι δύσκολο να είσαι μαζί τους, αλλά αδύνατο να ζήσεις χωρίς αυτούς.
— Έρνεστ Χέμινγουεϊ























Υπάρχουν δυο πλευρές . Πάντα είναι ξεκάθαρες, πάντα και δεν ωφελεί να το αρνηθείς, ξέρεις, μέσα σου το ξέρεις είναι πάντα δυο, πολλοί είπαν πως έκαναν λάθος κι άλλοι πως δεν έκαναν, μέσα τους όμως ό,τι και να λέμε ξέρεις καλά πως είχαν επιλέξει. Υπάρχουν λοιπόν δυο πλευρές, η εύκολη κι αυτή που ξέρεις πως είναι αλήθεια.Αυτοί που δέχονται κι αυτοί που ψάχνουν. Κάπου εκεί συσπειρώνονται κι οι αντίστοιχες ομάδες. Η πρώτη να ξέρεις μου θυμίζει εκείνους που στο όνομα της μόδας φοράνε ξαφνικά μυωπικά γυαλιά χωρίς ωστόσο να είχαν ποτέ κανένα θέμα με τα μάτια κι εσύ που στα εννιά σου δεν έβλεπες την τύφλα σου και κόντεψε να σε τυφλώσει ένας μαλάκας γιατρός στο ΙΚΑ που είχε πατερούληδες να δουλεύουν κάτω από την στριφογυριστή καρέκλα του, τους κοιτάζεις με εμφανή απορία κι ακόμη πιο εμφανή ενόχληση αλλά και με κάποια κρυφή ευχαρίστηση που τώρα η στραβωμάρα σου είναι στη μόδα.


Κι ύστερα ας μιλήσουμε για την δεύτερη ομάδα, αυτοί απλά έχουν μυωπία και μπουκώνουν τα μάτια τους με γυαλιά, φακούς κι ό,τι άλλο προσπαθώντας να δούνε μέσα από τη θολούρα στην οποία βρέθηκαν ξαφνικά. Καθώς μεγαλώναμε, κάπου εκεί η κοινωνία άρχισε να μοιάζει με τη μυωπία μας. Τότε το ένιωθες πως είναι κάτι φυσικό, πρέπει να είναι αφού ολόκληρος ο κόσμος προτιμά να καμώνεται τον μύωπα και να την βγάζει καθαρή από τις εκάστοτε “λεπτομέρειες” ωστόσο παραδόξως άρχιζες κάποια στιγμή και να σκέφτεσαι και να παρατηρείς κι έτσι να διαπιστώνεις σιγά σιγά πως στον κόσμο της μυωπίας η μυωπία είχε άλλες κυρώσεις. Κάποιοι αποδέχθηκαν τις θέσεις που τους έχωναν και απολάμβαναν τα “προνόμια’’ μιας κατώτερης κάστας έχοντας ωστόσο ορόσημο και παράσημο την ψευδαίσθηση της ανωτερότητας. Ο διευθυντής του σκατού βλέπεις παρέμενε ακόμη διευθυντής. Κι ο στοχαστής της άνοιξης, ο ερευνητής, ο αθώος δεν ήταν τίποτα άλλο από μια naive πινελιά, μια κουτσουλιά κάτω από τη μπότα του κουραδοδιευθηντή-προφεσόρου. Δεν είχες παρά να αποδεχθείς τη θέση που σου όριζε το εκάστοτε σύστημα κι έπειτα να περάσεις από το Γραφείο Των Υποτακτικών και να παραλάβεις τα παράσημά σου ειδάλλως τα παράσημα που θα έπαιρνες θα ήταν λίγο πιο έντονα, πιο μικρά, μακρουλά και μυτερά κάπως στην άκρη κι εκείνα ίσως να προσγειώνονταν με λίγη παραπάνω ορμή-από αγάπη φυσικά- στο στήθος, στον κρόταφο, στο γόνατο, στο σβέρκο. 


Εγώ να σας πω την αλήθεια δεν είμαι σίγουρος πότε κατάλαβα για πρώτη φορά τη μυωπία μου, χρόνια ολόκληρα βλέπετε αποδεχόμουν αυτή τη θολούρα καθώς και χρόνια ολόκληρα αποδεχόμουν τη θέση που μου όριζαν ως μύωπα. Ωστόσο κάπου κάπου τα παλιά μου γυαλιά με ενοχλούσαν, περνούσα τότε από ελέγχους, μάζευα κουπόνια, γυάλιζα τα τζάμια, υπέβαλα αιτήσεις, κάποιοι υπέγραφαν, κάποιοι μου λέγανε να περιμένω, κάποιοι μου έδειξαν πώς να κολλήσω το στραβό γυαλί στο σιδερένιο σκελετό με διάφορους ευφάνταστους τρόπους μέχρι να έρθουν τα καινούργια γυαλιά, όμως εκείνα αργούσαν κι εγώ πάλι δεν έβλεπα. Τότε ο δάσκαλος με έβαζε στο πρώτο θρανίο κι οι καλύτεροι μαθητές ενοχλούνταν που είχαν κι εμένα τον ηλίθιο ανάμεσα στα πόδια τους αλλά τι να κάνουμε, παιδί είναι κι αυτό, κάπως έπρεπε να το βοηθήσουμε. Μα κι έτσι τίποτα δεν άλλαζε, δεν έβλεπα πάλι, κουνούσα το στόμα μηχανικά κι επαναλάμβανα για να μη στοχοποιηθώ αργότερα στο διάλυμα και με κοροϊδέψουν οι άλλοι κι όσο επαναλάμβανα λέξεις χωρίς κανένα νόημα τόσο έσφιγγα τα μάτια και προσπαθούσα να ξεχωρίσω την εικόνα που κείτονταν μπροστά μου σαν άπιαστο θήραμα. Τι έγραφε επιτέλους σε αυτόν τον πίνακα;


Αυτή η ερώτηση με βασάνιζε χρόνια. Ρωτούσα τους γονείς μου κι εκείνοι μου απαντούσαν πάντα το ίδιο, κάποια στιγμή κατάλαβα πως κι ο δάσκαλος έλεγε πάντα τα ίδια πράγματα, αν έλειπε μια φορά από την τάξη δεν θα το πρόσεχε και κανείς, αρκεί να έπαιζε σε λούπα η φωνή του από το μεγάφωνο κι εσύ συνέχιζες να επαναλαμβάνεις. Μια μέρα που αντιλήφθηκα την απουσία του αποφάσισα να κάνω ένα πείραμα, αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με την εξουσία… Ανέβηκα στην έδρα και άρχισα να λέω με σταθερή φωνή (μιμούμενος τον δάσκαλο) ό,τι βρομόλογο μου έρχονταν στο κεφάλι κι έπειτα έκλεισα αυτόν τον εξαιρετικό λόγο μου λέγοντας «είμαστε όλοι ηλίθιοι» !


-ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΗΛΙΘΙΟΙ! Ακούστηκαν με μια φωνή όλοι οι συμμαθητές μου. Φανταστείτε την έκπληξή μου λοιπόν όταν κατάλαβα πως ένας από αυτούς που επανέλαβε αυτή την φράση ήταν κι ο δάσκαλος που μόλις είχε μπει!


Το πρώτο μέρος του πειράματός μου είχε στεφθεί με απόλυτη επιτυχία… Το βράδυ γιόρτασα μονάχος μου σκεπτόμενος το επόμενο πείραμα, εκείνο πραγματικά ήταν που μου άνοιξε τα μάτια όχι όμως με τον τρόπο που νομίζετε…


Την επόμενη μέρα, ξύπνησα νωρίς κι έκανα κάτι που δεν το συνήθιζα ως τότε, πήγα πρώτος στο σχολείο, τόσο νωρίς που περίμενα να ανοίξουν οι καγκελόπορτες τουλάχιστον ένα μισάωρο πιο πριν. Όταν μπήκα μέσα ήμουν μόνος, εγώ, ο επιστάτης κι ένα τεράστιο προαύλιο που τώρα έμοιαζε τόσο διαφορετικό. Για πρώτη φορά ένιωσα έξαψη που βρισκόμουν εκεί, η ώρα του πειράματος μου πλησίαζε. Στριμώχτηκα εύκολα , μικροσκοπικός καθώς ήμουν, κάτω από το βάθρο των «ιερών προσώπων» και των επίσημων και περίμενα. Θα μπορούσα να κάνω μια λογοτεχνική παύση εδώ και να σας περιγράψω τις φωνές των παιδιών, τη μυρωδιά του φθινοπώρου, τα παπούτσια των δασκάλων και άλλα τέτοια αλλά θεωρώ πως θα έμοιαζαν κάπως με ταχυδακτυλουργικά τρικ πριν γίνει το θαύμα., έτσι θα μπω κατευθείαν στο ψητό: μόλις άκουσα το πρώτο χτύπημα στο μικρόφωνο και την στριγκλιά του παλιού μεγαφώνου βγήκα γρήγορα από την κρυψώνα μου κι αρπάζοντας την τεχνητή φωνή λίγο πριν τα δάχτυλα των άλλων, ύψωσα την φωνή μου και με ύφος σταθερό και άτονο άρχισα το σόου. Μέσα σε λίγη ώρα μπορούσα να κάνω τους πάντες να επαναλάβουν οτιδήποτε μου έρχονταν στο κεφάλι, να σηκώσουν τα χέρια, να δείρουν ο ένας τον άλλο, να χορέψουν με εκείνον που πριν λίγο έπαιζαν μπουνιές, να κατεβάσουν τα βρακιά τους, να αναφωνήσουν όλοι μαζί, δάσκαλοι, ιεροί κήρυκες, μαθητές και περαστικοί πως είναι όλοι ηλίθιοι! Για μια στιγμή ένιωσα σαν βασιλιάς, σαν υπνωτιστής που συνάρπαζε το κοινό του, όλοι ήταν δικοί μου, όλοι ήταν ένα σκατό στο δικό μου παπούτσι, όλοι ήταν ένα μικρό τίποτα. Ξάφνου πρόσεξα δυο παιδιά στην άκρη του προαυλίου που έτρωγαν το κολατσιό τους . Είπα μια, είπα δυο, είπα τρεις, εκείνα όμως συνέχιζαν να τρώνε χωρίς να εκτελούν καμία από τις εντολές μου. Έτσι διέταξα τους άλλους να τους φέρουν μπροστά μου. Ο ένας τότε έβαλε τα κλάματα κι άρχιζε να φωνάζει ζητώντας τη μαμά του, ο άλλος όμως, εκείνος δεν έκανε τίποτα.


Όταν έφεραν μπροστά μου τον κλαψιάρη ήμουν έτοιμος να λυγίσω μέχρι που άρχισε να κάνει κι εκείνος ό,τι όλοι οι υπόλοιποι και τότε νευρίασα ακόμη πιο πολύ. Μου είχε κάνει τόση εντύπωση! Εκείνος δεν παρασύρονταν από τη φωνή μου, δεν ακολουθούσε αυτά που έλεγα, δεν τον ένοιαζε, ωστόσο ο φόβος του ήταν πιο ισχυρό υπνωτικό. Ακόμη κι έτσι όμως είχε πια παραδοθεί, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο μου ανήκε. 


-Δεν βλέπω! Είπα τότε κι όλοι απάντησαν με μια φωνή


-ΔΕΝ ΒΛΕΠΩ!


-Όμως εσύ βλέπεις, είπα στον κλαψιάρη, δεν έχεις μυωπία!


-ΟΜΩΣ ΕΣΥ ΒΛΕΠΕΙΣ, ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΜΥΩΠΙΑ! Είπαν κι οι άλλοι.


-Δεν βλέπω, όχι δε βλέπω, φώναξε ο κλαψιάρης κι έκλεισε τα μάτια του.


-Τι βλακείες κάνεις; Ακούστηκε μια άλλη φωνή. Γύρισα προς το μέρος του ανυπόταχτου.


-Κάνω ό,τι θέλω, είπα.


-ΚΑΝΩ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ, είπανε.


-Όχι, κάνεις βλακείες! Είπε το παιδί και συνέχισε να τρώει.


Η φωνή μου έσπασε ξαφνικά. Κοίταξα γύρω μου..


-Που το ξέρεις;


-ΠΟΥ ΤΟ ΞΕΡΕΙΣ; Είπαν τα εκπαιδευμένα μου ποντίκια.


-Αφού το βλέπω!


Σιωπή. Από όσα λόγια είπα, από όσα λόγια είπαν, αυτή ακούστηκε στα αυτιά μου καλύτερη. Άφησα το μικρόφωνο κάτω, κανείς δεν έσκυψε να το πάρει, όλοι κάθονταν ακούνητοι, αγάλματα σφηνωμένα στο γύψο. Σε λίγο ένα ηχογραφημένο μήνυμα της κυβέρνησης ξεκίνησε με χαλαρή μουσική δωματίου κι απέδωσε εντολές, η ζωή συνεχίστηκε στο προαύλιο. Πήγα κοντά στον αποστάτη και τον κοίταξα καλά καλά, τότε θυμήθηκα πως τον είχα δει κι άλλη μια φορά παλιότερα να αλλάζει το σύστημα, τον είχα δει να υπερασπίζεται μες στους άλλους κι εμένα…


Χρόνια μετά το μεγαλεπήβολο πείραμά μου είχα αποχτήσει ένα ζευγάρι καινούργια γυαλιά κι είχα αρχίσει πια να βλέπω με δική μου ευθύνη.. Ο κλαψιάρης είχε ενταχθεί για τα καλά στα γρανάζια και τις παρασημοφορούσες κάστες του συστήματος κι όσο για τον επαναστάτη πληροφορήθηκα σαν τώρα πριν τρία χρόνια πως είχε πεθάνει. Όχι, όχι από σφαίρες, όχι από σκληρές ιδέες και ηλίθιους δικτάτορες μα από σκληρή τύχη βρίσκονταν τώρα στον κρύο τάφο του. Κι όμως λυπάμαι μερικές φορές που δεν ακούγονται συνθήματα στο όνομά του, γιατί τώρα όπως σας μιλώ θυμήθηκα πότε συνειδητοποίησα την μυωπία μου, ήταν ένα χρόνο πριν μου πει ο οφθαλμίατρος πως έχω στραβομάρα και στα μάτια.


Σαν παιδί, απόχτησα τρία σπουδαία μαθήματα, όχι από τους γονείς μου, σίγουρα όχι από τους δασκάλους κι οπωσδήποτε όχι από κάποια θρησκεία. Σαν παιδί απόχτησα τρία μαθήματα από κάποιον που ποτέ δεν θέλησε να μου επιβληθεί, κάποιον, που δεν με γέμισε ψέματα στο όνομα κανενός, κάποιον που στάθηκε σαν ίσος απέναντί μου. 


Μια μέρα γύρισα λοιπόν στο σχολείο μου κι έχοντας πια ένα ζευγάρι γυαλιά πολύ καλύτερα από εκείνα, τα πρώτα, μπήκα μέσα στην αίθουσα να αντιμετωπίσω κι εγώ το θηρίο που τόσο με είχε βασανίσει. Κι ήταν ίδιο ακριβώς όπως το θυμόμουν. Στάθηκα μπροστά στον πίνακα κι έμοιαζε να μην έχει περάσει καιρός από τότε που έσφιγγα τα μάτια και προσπαθούσα να αποδείξω πως δεν ήμουν ηλίθιος. Προς τραγική μου ειρωνεία, δεν έχω νιώσει πιο ηλίθιος στη ζωή μου από εκείνη τη στιγμή, βλέπετε όλα αυτά τα χρόνια, στον πίνακα δεν έγραφε τίποτε! Το μόνο που μου έμεινε τότε ήταν η ευγνωμοσύνη μου για τον άνθρωπο που μου έδειξε πως το κενό που βρίσκονταν στον πίνακα ήταν ίδιο με εκείνο στο μυαλό μου. 





Wednesday, October 23, 2019


Κράτος, υπακοή, οικογένεια

Της Χριστίνας Κοντούλη


Οι γονείς….

-Όχι δεν έκαψα τις πατάτες, κλείσε το παράθυρο καλύτερα, απ’ έξω έρχεται αυτή η μυρωδιά, μυρίζει η χούντα….  Έχεις συνηθίσει, γι’ αυτό δεν τη γνώρισες με την πρώτη, πάντα μας τριγύριζε κάπως. Κλείστο το κωλοπαράθυρο, κοιμούνται τα παιδιά… θα τη συνηθίσουν κι εκείνα! Τότε να δεις που θα ‘ρθουν εναντίον μας, όχι γιατί τ’ αφήσαμε να ζήσουν στη βρωμιά, όχι γιατί τα μεγαλώσαμε μέσα στα σκουπίδια, θα έρθουν εναντίον μας γιατί μας μυρίζει άσχημα, και μόνη μυρωδιά της άνοιξης στα μάτια τους θα είναι αυτή η μπόχα. Κλείσε σε παρακαλώ το παράθυρο, κλείσ’ το μέχρι να προλάβω να τους πω, μέχρι να προλάβουν να μάθουν, έστω μέχρι να φανταστούν το άρωμα της ελεύθερης ύπαρξης κι ύστερα άνοιξέ το να μάθουν κι εκείνα πως μυρίζει το σκυμμένο κεφάλι.
- Κλείσε τα φώτα, θα μείνουμε απόψε με το κερί, δεν πρέπει να δουν τα χέρια σου να αναπνέουν, δεν πρέπει να δουν τη σκέψη σου, άμα τη δουν φοβάμαι.. είμαστε χαμένοι.
-Απόψε κατέβηκα στο μανάβικο.
-Τι είχε;
-Τίποτα, μονάχα παλιά memes και κάτι σάπια likes.
-Κι από τροφή;
-Τίποτα.
-Πρέπει να πάμε στην παλιά αγορά, εκεί θα βρούμε λίγο κρέας, έστω λίγα λάχανα.
-Έχεις δίκαιο, το μόνο που μας έμεινε είναι αυτές οι πατάτες.
-Θυμάμαι τότε στη σχολή, οι πατατοφάγοι ήταν ο αγαπημένος σου πίνακας. Το ένιωθες κάπως πως εκεί θα γυρνούσαμε σε λίγο… Το ήξερες.
-Δεν ήξερα τίποτα. Μακάρι να ήξερα, να έβλεπα, να μύριζα κάτι. Τώρα ίσως να είχαμε κάτι περισσότερο, ίσως να έφτανε και για αύριο το φαΐ. Πόσες μας έμειναν;
-4. Μισή εσύ μισή εγώ,1,5 για τον Γουστάβ και τη Μαρία
-Ναι, είναι στην ανάπτυξη.
-Πιέρ!
-Τι είναι;
-Πεινάω!
-Κι εγώ πεινάω.
-Τα παιδιά λες να πεινούν;
-Το εύχομαι. Θα ’χει μείνει λίγη ανθρωπιά μέσα τους αν ακόμα πεινάνε.
-Κάποτε η πείνα έδιωχνε την ανθρωπιά. Τώρα τη στιγματίζει.
-Με κοιτούν παράξενα στο δρόμο. Ίσως να φταίει που μαύρισαν τα μάτια μου, ίσως κάτι να έχουν υποψιαστεί… Ίσως φταίει που το σώμα μου αλλάζει, Μαρίνα δε μπορώ να τραφώ με εικόνες, δεν μπορώ να ζήσω, δεν μπορούμε να ζήσουμε.
-Σςςς.. Πιέρ, θα σε ακούσουν.
-Δε με νοιάζει, μ’ ακούς, δε με νοιάζει.
-Για τα παιδιά, υπόμεινε, βάσταξε, κρατήσου, τι θα γίνουν χωρίς εμάς, δε πρέπει να λυγίσουμε.
-Πρέπει να φάμε.
-Σε είδε κανείς στην παλιά αγορά;
-Μόνο ο γείτονας.
-Χτες τον πήρανε.
-Ναι το είδα όταν γυρνούσα. Τα μάτια του ήταν κατάμαυρα, είχε γίνει σα ρακούν..Λέγανε ότι είχε  μόνο 400 likes.
-Ναι το άκουσα κι εγώ, ελάχιστοι  followers
- Κάποιου του ξέφυγε στο μανάβικο, είπε πως καλλιεργούσε στην ταράτσα καρπούζια..
-Τα θυμάσαι τα καρπούζια;
-Ναι ήταν γλυκά, είχα φάει ένα κομμάτι όταν ήμουν μικρός. Ήταν κόκκινα.
- Είχαν γλύκα στη μέση, γύρω γύρω ήταν ξινά όταν έφτανες στη φλούδα.
-Σταμάτα, δε μας λυπάσαι, πονάει το στομάχι μου.
-Έχουμε τις πατάτες ακόμα…
-Όχι, όχι είναι για τα παιδιά.
-Και τι δεν θα ‘δινα, για ένα κομμάτι καρπούζι.
-Είναι νύχτα, δε μας βλέπει κανείς, ίσως να έχει μείνει ένα κομμάτι.
-Αχ ναι, ίσως μια ροδαλή καρδιά.
-Γλυκιά στη μέση
-Θυμάμαι, γλυκιά στη μέση.
-Σφίξε με, μην κάνω καμιά τρέλα.
-Σφίξε με περισσότερο.
-Για τα παιδιά.
-Ναι για τα παιδιά.
…………………………………………………………………………..





Η κόρη…




-Έχω μόνο 8.000 followers. Θα μείνω μόνη.
-Ναι… έτσι θα γίνει.
-Δε μπορείτε να κάνετε κάτι, σας παρακαλώ, τον θέλω τον χρειάζομαι
-Ναι…. κάτι θα γίνει
Η κηδεία ήταν συνοπτική, ο παπάς διάβασε τα ιερά status, οι τεθλιμμένοι συγγενείς ανέβασαν story κι η κόρη κληρονόμησε τη συμπόνια τους. Την επόμενη μέρα ετοίμασε το γάμο. Η μητέρα αναπαύτηκε πρόχειρα σ’ έναν ομαδικό τάφο και ξεχάστηκε γρήγορα. Ο πατέρας την ακολούθησε καταπίνοντας την αδιαφορία της κοινωνίας. Το παιδί ήταν χαρούμενο. Το παιδί ήταν ηλίθιο.  Οι γονείς, είχαν ξεχάσει να κλείσουν το τζάμι.

……………………………………………………………………………







Τα αδέρφια…


-Χτες έγινε μαζευτική.
-Που σας βρήκε;
Στο σινεμά, μόλις που πρόλαβα να ανεβάσω story.
-Ποιος σας έδωσε;
-Ο…
-Κατάλαβα, από καιρό δε μου γέμιζε το μάτι .Οι άλλοι τι έγιναν;
-Απορρίφτηκαν
-Δεν πειράζει, ήρθε καινούργια φουρνιά.
-Α ναι;
-Ναι ναι, πάλι καλά, η αντίσταση επιδέχεται θυσίες. Το σημαντικό είναι να κρατήσουμε τον αριθμό.
-Έχεις δίκαιο.
-Ναι… σιώπα, ακούς;
-Σειρήνες!
- Μου έκανες like  σήμερα;
-Όχι… το ξέχασα…
-Δεν πειράζει, θα τα πούμε στην επόμενη ζωή.
-Θα σε θυμάμαι..
-Δηλώστε ύπαρξη, επαναλαμβάνω, δηλώστε ύπαρξη.
-Ευγενία,40.000 likes, προφίλ φτερωτός ανελκυστήρας, εγχώρια. Τελευταίος χορηγός old days reminder. Δεν γνωρίζω το άλλο υποκείμενο, πιθανός εισβολέας.
-Άμεση απόρριψη, παρακαλώ κρατήστε τις αποστάσεις.
-Τραγικό συμβάν, λυπούμαστε που έπρεπε να το παρακολουθήσετε, η κυβέρνηση θα σας αποζημιώσει με καθημερινή διαφήμιση 4 εβδομάδων. Θυμηθείτε, σκεφτόμαστε ελεύθερα, ζούμε ελεύθερα, πεθαίνουμε όλοι για όλους. Η οικογένειά σας θα σας παραλάβει σε λίγο. Τραγικό συμβάν, λυπούμαστε που έπρεπε να το παρακολουθήσετε…..

………………………………………………………………………….



















Ο πατέρας…


-Τι θα γίνει μ’ αυτή τη μυρωδιά
-Ποια μυρωδιά;
-Αυτή που μπαίνει από το παράθυρο, βρωμάει όλο το σπίτι
-Δε μυρίζω τίποτα, τι είναι αυτά που λες;
-Δεν το μυρίζεις; Βρωμάει σου λέω
-Όχι μυρίζει όμορφα, τι λες;
-Πατέρα, πατέρα πόσο καιρό έχεις ανοιχτό το παράθυρο;
-Παιδί μου εμείς μάθαμε να κοιμόμαστε με τα παράθυρα ανοιχτά
-Πατέρα κλείσε το γαμίδι, θα πάθουμε ασφυξία.
-Μόνο στους αναρχικούς βρωμάει ο αέρας μας, λέγε ρε καθίκι, που σε μπλέξανε;
……………………………………………………………………………




   






Οι σύζυγοι…


-Φέρε το αποσμητικό.
-Από το πρωί αρωματίζεσαι, τι το θέλεις;
-Να διώξω τη μυρωδιά
-Ποια μυρωδιά
-Καμιά, είναι στο μυαλό μου.
-Αμάν, εσύ και οι γκρίνιες σου, κοίτα μη γίνουμε ρεζίλι το βράδυ.
-Όχι δε θα γίνει τίποτα, μου πέρασε.
-Ωραία, έλα τώρα να δούμε τηλεόραση, σήμερα θα γίνει η απόρριψη, δεν πρέπει να το χάσουμε.
-Και τι θα γίνει με τους απορριφθέντες;
-Εσένα τι σε νοιάζει;
-Τίποτα, απλώς ρωτάω.
-Περίεργα μου τα λες σήμερα.
-Δεν είναι τίποτα, μάλλον η αλλαγή του καιρού. Πάμε να δούμε τηλεόραση.
……………………………………………………………………………..




  

Οι παππούδες…


-Πάρε αυτό παιδί μου, το’ χα τάξει να στο δώσω όταν μεγάλωνες.
-Τι είναι;
-Είναι μια φωτογραφία του παππού
-Αηδία! Πως είναι έτσι; Αυτό το λες φωτογραφία; Δεν κινείτε, κι έχουν ξεθωριάσει τα χρώματα, τι έκφραση είναι αυτή, το ξέρεις πως απαγορεύονται τα χαμόγελα, να δες αυτό είναι φωτογραφία, χτες την ανέβασα. 10.00 likes όχι κι άσχημα, ίσως αν είχα πιο όμορφα μάτια… πρέπει να τα φτιάξω δεν μοιάζουν αρκετά με anime.
-Έχεις τα μάτια μου..
-Ναι δυστυχώς, αυτές οι πράσινες τρύπες, πρέπει να κλείσω ένα ραντεβού με τον ιατρικό καλλιτεχνικό σύμβουλο.. Μα για πες μου, γιατί γελάει;
-Γελάει γιατί νίκησαν τους φασίστες, τότε στον μεγάλο πόλεμο.
-Μα τότε λίγο πιο μετά δεν νίκησε ο κυβερνήτης μας;
-Ναι, ύστερα νίκησε αυτός.
-Ευλογημένη μέρα, σπουδαίος άνθρωπος.
-Ναι παιδί μου έτσι αυτοαποκαλούνται οι φασίστες όταν νικήσουν.
-Τι είναι φασίστας γιαγιά; Κάτι καλό σίγουρα, θα γίνω κι εγώ φασίστας μια μέρα;
- Δεν ξέρω παιδί μου, εύχομαι πως όχι.
-Μα γιατί; Δε θες να με δεις σπουδαίο άνθρωπο;
-Θέλω παιδί μου.
-Τότε θα γίνω φασίστας σίγουρα.
-Παιδί μου κρυώνω, μήπως να κλείσουμε το παράθυρο;
………………………………………………………………………….
























Ο γιος…..


Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης άνοιξαν. Τα ψυχιατρεία άνοιξαν κι εκείνα, μόνο που τώρα δεν είχαν την ίδια ονομασία, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης λέγονταν κέντρα θεραπείας, αποκατάστασης και διαχείρισης τοξικού πληθυσμού ενώ τα ψυχιατρεία κέντρα ανάλυσης, καθοδήγησης κι επανένταξης υποκειμένου. Οι υπουργοί έσφιγγαν τα χέρια χαρούμενοι και πόσταραν φωτογραφίες από κοινωνικές εκδηλώσεις και τα συναφή ενώ ανόητα ανθρωποειδή σφηνώνονταν ανάμεσα στα δάχτυλά τους ευχαριστημένα. Το βράδυ ξεγελούσαν την πείνα τους με likes και τροφαντές φατσούλες που δήλωναν συναίσθημα κι έκρυβαν τη μοναξιά τους σε ένθερμους σχολιασμούς στις διαδικτυακές πλατφόρμες έτσι που να νιώθουν μια κάποια παρουσία στο σπίτι, ουρλιάζοντας , φωνάζοντας και περιγελώντας τον άνθρωπο που συνέχιζε την πορεία του ελεύθερα. Κάποιους τους χάσαμε στις φυλακές, κάποιους τους απέρριψε το σύστημα και δεν έμεινε για μας ούτε ένα σάπιο κουφάρι να θρηνήσουμε , τώρα δυσκολευόμαστε να θυμηθούμε τα πρόσωπά τους, κάποιους τους κλείσανε σε ηλιόλουστα κελιά και τους χαπακώσανε μέχρι να ξεχάσουν τα δικά τους πρόσωπα, κάποιους τους χάσαμε στην πορεία. Και μείναμε ύστερα εμείς φοβισμένοι κι ολόγιομοι, θερμαστές ενός καζανιού προσμένοντας τη μέρα που θα ξεχειλίσει και θα μυρίσουμε ξανά τα πρόσωπα των δικών μας καθώς θα σχηματίζονται οι μορφές που μας κλέψανε, πάνω στο κάρβουνο. Μέχρι τότε θα παραμένουμε στο σκοτάδι ολοστρόγγυλοι και φωτεινοί, αυτόνομα, τραυματισμένα φεγγάρια, που περιμένουν το νυχτερινό ουρανό να μπουκώσει με κάρβουνο. Μέχρι τότε θα φουρνίζουμε τους νεκρούς μας, τους εξαθλιωμένους μας, τους ζωντανούς νεκρούς μας, τους εαυτούς μας κι εσείς πείτε μου πως δεν έκαναν λάθος εκείνοι που πίστεψαν πως η κόλαση βρίσκεται επί γης. Μα θέλω να με κοιτάζετε στα μάτια όταν το λέτε, θέλω τα αυτιά σας ανοιχτά όταν σας διαψεύδουν όχι οι κραυγές των πιστών, ούτε οι κραυγές των πατριωτών, θέλω να με κοιτάτε στα μάτια όταν θα σας διαψεύδουν οι κραυγές της οικογένειάς σας.
Σας φιλώ φιλικά, με τη γλώσσα του φιδιού και σας μεταδίδω τη γεύση του μήλου. Κι αν δε κατάφερα με το γράμμα μου να δαγκώσετε τη γνώση και να την νιώσετε στο λάρυγγα ίσως το καταφέρω όταν αύριο με σύρουν κι εμένα σε κάποιο από αυτά τα «κέντρα». Οι μεταφορείς είναι έξω από το σπίτι μας, σε λίγο θα σπάσουν την πόρτα, θα κάνουν το σπίτι φύλλο και φτερό γι’ αυτό διάλεξα να κρύψω το γράμμα μου μέσα στον καλύτερο καρπό που γεύτηκε ποτέ η ανθρωπότητα, αύριο όταν θα κόψεις αυτό το τελευταίο μήλο να το φας, όταν θα πας να το πετάξεις ή έστω να το σηκώσεις, κάνε το με ευλάβεια γιατί αυτά είναι τα τελευταία λόγια του παιδιού που μεγάλωσες, τα τελευταία λόγια ενός αδικοχαμένου ανθρώπου κι αν δε σε λυγίσουν ούτε αυτά τότε συγχαρητήρια έγινες αυτό που πάντοτε ήθελες, αυτό που προοριζόσουν να γίνεις. Τότε πατέρα δε θα φταίει το ανοιχτό παράθυρο αλλά το λιγοστό μυαλό σου. Οι φασίστες σπάνε την πόρτα, κάθε κρακ που ακούγετε είναι ο ήχος από τα σπασμένα πλευρά μου, κάθε κρακ που δέχεται τούτο το ξύλο απόψε θα βρίσκεται στην πλάτη μου, αν τσαλακώσεις το γράμμα μου θεώρησε τούτη την πόρτα ως τα τελευταία μου λόγια.




Η οικογένεια….

Οι γονείς πέθαναν κάμποσες βδομάδες μετά από πείνα, η κόρη προσπάθησε να αυτοκτονήσει ανεβάζοντας στάτους με τις δεμένες φλέβες της. Τα αδέρφια αντάμωσαν το ένα το άλλο στοιβαγμένα σ’ ένα ομαδικό τάφο κι ο πατέρας μόρφαζε ουρλιάζοντας στη γειτονιά πως το παιδί ήταν κάτι που ποτέ δεν έγινε. Οι παππούδες αντάμωσαν τους άλλους σπουδαίους ανθρώπους κι ο εγγονός ευτυχισμένος πια που εντάχθηκε στους φασίστες έσφιγγε με τα μικρά χεράκια του το ευχαριστήριο χαρτί της κατάδοσης της γυναίκας που τον είχε μεγαλώσει. Ο γιος άφησε την τελευταία του πνοή στις 3.33 την Τετάρτη. Η τελευταία του λέξη ήταν «κρακ».

Wednesday, September 18, 2019





  


Για τον Παύλο












Φθηνά παραμύθια για την ελίτ, ζωές με το μέτρο.


Της Χριστίνας Κοντούλη




Οι καμπάνες των τηλεοράσεων σήμαναν τον εσπερινό. Στα μέσα μαζικής δικτύωσης έπεσε το σύνθημα για το βράδυ κι αφού επαναλάβαμε το διάβασμα των ιερών άρθρων και ξέραμε τα λόγια καλά αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για τη λιτανεία. Υπέρ αναπαύσεως των ψυχών, ούρλιαξε το κράτος κι εμείς φωνάξαμε πίσω του ψιθυριστά, καμία ανάπαυση των καταδικασμένων. Ντυθήκαμε με μαύρα ρούχα, όχι τόσο από πένθος όσο από φόβο μήπως στο δρόμο αναγνώριζε κανείς το μέσα μας, τους λόγους που μας οδηγούσαν απόψε στο προσκύνημα, τους λόγους που θα ανάβαμε τσιγάρο με το άγριο φως κι άλλοι για να διατηρήσουμε την ηρεμία μας μες στο σκοτάδι. Υπήρχαν δυο ειδών φώτα, ήταν τα φώτα που ελπίζαμε να ανάψουν στη σκέψη και να δούμε τον φόβο, να τον παρατηρήσουμε, να μυρίσουμε τη μυρωδιά του, να νιώσουμε το χνώτο του του δίπλα μας κι έπειτα αρπάζοντας τον από τις τρίχες να καλπάσουμε πάνω του καταδικάζοντάς τον σε υποταγή για να γλυτώσουμε τη δική μας. Ύστερα ήταν τα φώτα των δρόμων, τεχνητά, άκομψα λουστραρισμένα λαμπιόνια, έρχονταν πλάι με τα φώτα των πλαστικών στρατιωτών που κράδαιναν μικρά ρόπαλα που τους χάρισε η μητερούλα κι ούρλιαζαν σαν σειρήνες ασθενοφόρων χτυπώντας για σένα, για μένα, για όλους, εμένα, εσένα κι όλους μας. Εμείς κρυβόμασταν από νωρίς στα σκοτάδια, μονάχα στο σκοτάδι άλλωστε έβλεπες το δυνατότερο φως. Εκείνοι φοβόταν το σκοτάδι, τσίριζαν, φώναζαν, έκλαιγαν κι απειλούσαν όταν νύχτωνε Αργότερα ψέκαζαν τις πόλεις τα βράδια με ιλουστρασιόν δακρυγόνα και στόλιζαν τις βαρύγδουπες στολές τους με χαμόγελα νέον για μας, για να τους βλέπουμε καλύτερα, να τους αναγνωρίζουμε καλύτερα, να υποτάξουν εκείνοι τα θηρία, τους φόβους που εμείς δεν προλάβαμε.
 Το κράτος αγόρασε κι άλλα στρατιωτάκια. Όσο περνούσαμε χρόνο ταΐζοντας τους οικόσιτους φόβους μας εκείνοι περνούσαν δίπλα στο παράθυρο και μας τάιζαν φόλες στον ύπνο, την άλλη μέρα έπρεπε να πληρώσεις περίθαλψη κι αν δεν είχες έπρεπε κάπου κάπως να την απαιτήσεις. Ήρθε ο καιρός που το κέρασμα δεν ήταν συνώνυμο της χαράς αλλά πληρωμή για τα αυτιά που νοικιαζόταν. 
-Φίλοι νοικιάζονται φίλοι, εκλεκτά αυτιά, δουλεύουν εισχωρώντας θυσία στο στόμα, στα χέρια , στα μάτια τους.
-Σύντροφοι, διαλεχτοί σύντροφοι, πρώτης ποιότητας εραστές, γονείς και δάσκαλοι, παιδιά ολόφρεσκα, η καλύτερη ποιότητα μόνο για σας, νοικιάζουμε αγκαλιές, οργασμοί με το κιλό, προσομοίωση της αγάπης. Νοικιάζουμε ευτυχία σε μπουκαλάκια κι έρωτα για τον καθρέφτη του αυτοκινήτου σας, ζώα προς τέρψη και διασκέδαση, ζώα για ζώα!
-Να σας βάλουμε λίγη ακόμη νεότητα, λίγο στρες;
-Μα μήπως με πειράξει;
-Παρακαλώ, παρακαλώ, είναι δημιουργικό, για σας μόνο τα καλύτερα.
Τώρα η Πολιτεία είχε νέες κάμερες. Καμουφλαρισμένα συναισθηματικά ράκη σούφρωναν τους μυς των προσώπων τους μπροστά στο φακό κι από πίσω ο κόσμος χειροκροτούσε ευχαριστημένος ρουφώντας τη σόδα που τους πρότειναν οι επικρατέστεροι γκουρού- influencers για να κάψουν τα κιλάκια των διακοπών. Γαλάζια χεράκια με παρατεταμένο τον μεγάλο και λυπημένες φατσούλες σαν ολοστρόγγυλα κουλουράκια κινούσαν στρεσαρισμένες μαριονέτες ξεφουρνίζοντας αλληλέγγυες διαδικτυακές μπούρδες για τα αρχαία δάση του νότου που καίγονταν. Ενώ ένα μάτσο καλοσμιλεμένες ευρωπαϊκές πέτρες διεκδικούσαν τις συνειδήσεις του κόσμου απλώνοντας τα χέρια για ελεημοσύνη και διατήρηση καθώς ένα μέρος τέχνης, μια πρέζα θρησκευτικής λαγνείας και μια καλή ρητορική υπέρ εθνικού θησαυρού αρκούσε να παραγκωνίσει το βλέμμα από την πραγματική είδηση  και να αδειάσει τις τράπεζες του μέλλοντος για να σώσει τις τράπεζες του παρελθόντος. Το μέλλον κατέβαζε το κεφάλι μασώντας το μαντίλι που έκλεινε το στόμα του καθώς το παρελθόν φόραγε στη γέρικη μασέλα του χρυσά δόντια.
Εμείς ανάψαμε το θερμοσίφωνα και βάλαμε τα χτεσινά ρούχα. Κάποιοι πήγαν νωρίτερα στο ναό και έβλεπαν τώρα το ντοκιμαντέρ, κάποιοι ίσιωναν τα μαλλιά τους και γέμιζαν τις τσέπες προφυλακτικά φράουλα μήπως σταθούν τυχεροί, κάποιοι άκουγαν δίσκους με τσέχικο πανκ στο σπίτι, κάποιοι κράτησαν το χέρι της μάνας στα δικαστήρια, κάποιοι θα πήγαιναν απόψε στη λιτανεία για το τζέρτζελο που δεν τους πρόσφερε η πόλη που σπούδαζαν, το χειμώνα, κάποιοι θα έτρωγαν ξύλο στο κατασταλτικό μέγαρο, κάποιοι θα έπιναν τον καφέ τους δυο στενά πιο δίπλα.  
Εμείς ανάψαμε ένα τσιγάρο πριν γίνει το νερό. Είχα χρόνια να πάω στον επιτάφιο όμως απόψε έμοιαζε σαν να ετοιμαζόμασταν για μια παρόμοια λιτανεία,  χωρίς ρασοφόρους κήρυκες κοράκων, χωρίς εξαπτέρυγα, χωρίς παπαδοπαίδια και προσκόπους, χωρίς βυζαντινούς αμανέδες και ακαταλαβίστικες προσευχές, λιβάνια και μύρα, χωρίς κεριά και λουλούδια, χωρίς σταυρούς. Ο δικός μας επιτάφιος μύριζε καμένη γη, πλαστικό και ξεβαμμένους τοίχους, είχε αμανέδες που έκαναν ρίμα και φθηνά κουτάκια μπύρας που τσαλακώνονταν εύκολα, δεν γύριζε τα τετράγωνα πάνω στα χέρια, ίδρωνε και καίγονταν μέσα στα χέρια μας, φώναζε συνθήματα κι έκανε πορείες στους δρόμους κυνηγημένος. Στην τηλεόραση δεν ακούγονταν πένθιμα εμβατήρια κι ούτε φέρναμε φως στο σπίτι με φαναράκια. Ανάβαμε τσιγάρα και προσευχόμασταν στον καπνό να μείνει λίγο φως στη σκέψη μέχρι να έρθουμε σπίτι.
Μόνο ο κόσμος έμοιαζε όμοιος, έσφιγγε τα χέρια κρυφά, ζητώντας ανάσταση, όχι ανάσταση νεκρών κορμιών, ανάσταση από καιρό νεκρωμένων εαυτών, συνειδήσεων, ανάσταση της φωνής του. Τότε κατάλαβα, εκείνοι ζητούσαν μια ξένη φωνή, εμείς ψάχναμε τη δική μας, πόσο γρήγορα αναρωτήθηκα ξεχνιέται η κατάσταση, πόσο θέλει για να γίνει παράδοση, πόσο θέλει για να χάσει το νόημά της; Όταν το σύστημα φοβάται την επανάσταση αφομοιώνει τον επαναστάτη… Χαίρομαι που δεν αφομοιώθηκες, χαίρομαι τώρα που δεν υποκλίνονται μπροστά σου, χαίρομαι που δεν έχεις εξαπτέρυγα κι ούτε γενειοφόρους γέροντες που αυτοαποκαλούνται παναγιότατοι και τέτοια, χαίρομαι που δεν σε ξέντυσαν από την ανθρωπιά γιατί αυτό σημαίνει πως δε σε έχουν ξεχάσει.
Λυπάμαι μόνο που έπρεπε απόψε να πάμε σε έναν επιτάφιο κι όχι σε μια συναυλία, λυπάμαι που έπρεπε να σε καταλάβουμε, λυπάμαι που δε καταλάβαμε χωρίς εσένα, λυπάμαι που θα ανάψουμε τσιγάρο για να σε μνημονεύσουμε, θα ήταν καλύτερα απλά να ανάβουμε τσιγάρο παρέα. Λυπάμαι που απόψε δε θα κάνεις μπάνιο να βγεις με τους φίλους, λυπάμαι που απόψε δε θα βάλεις τα χτεσινά, λυπάμαι που δε θα σφίξεις το χέρι της, λυπάμαι που για μας δεν θα είσαι απόψε μαζί μας. Τώρα μεγαλώσαμε κι αλλάξαμε, δεν θα ανάψουμε καντήλι για τα πνεύματα, ούτε θα προσκυνήσουμε την εικόνα της μάνας με τάματα και μαραμένα λουλούδια, προσκυνήσαμε τις μεγάλες μητέρες και προσφέραμε θυσία  για να νοιαστούν για μας, τώρα εμείς πως θα νοιαστούμε για τη μάνα; Η μάνα γέννησε, ανάθρεψε, μεγάλωσε το παιδί, η μάνα ζει. Το παιδί γέννησε, ανάθρεψε, μεγάλωσε ιδέες, το παιδί πέθανε. Η ιδέες συνεχίζουν να γεννούν, να αναθρέφουν, να μεγαλώνουν, το παιδί ζει μέσα τους.
Απόψε σκέφτηκα πως ήρθε ο καιρός να καταρρίψουμε τα λάβαρα των νεκρολάγνων, απόψε σκέφτηκα πως ήρθε ο καιρός να παλέψουμε για τους ζωντανούς γι’ αυτούς, για μας, πόσοι λίγοι έχουν κι έχουμε παλέψει; Ίσως αυτό να ήταν το πρόβλημα, ο κόσμος πάντοτε είχε στη διατήρηση το ένα μάτι. Μέσα από τη διατήρηση όμως θεριεύει κι αντικατάσταση, ποια ιδέα, ποιο δέρμα, ποια ζωή παραμένει ατόφια όταν παραποιείτε; Η φύση μιλά για κύκλους φθοράς και δημιουργίας κι εμείς αφύσικα μέναμε στη συντήρηση. Ίσως ήρθε ο καιρός να κάψουμε το χτες με τον αναπτήρα αν θέλουμε να σώσουμε το αύριο, ίσως ήρθε ο καιρός να πάψουμε να ταΐζουμε τους φόβους μας από φόβο μην μας φάνε καθώς είναι πεινασμένοι και να κλείσουμε το παράθυρο όταν κοιμόμαστε.
Δίπλα στο κρεβάτι στερεώσαμε τη φάκα για τους ποντικούς και κόψαμε λίγη σκέψη για δόλωμα, το νερό είχε γίνει. Φορέσαμε τα χτεσινά και λούσαμε καλά τα μαλλιά έτσι που να μη μυρίζει ο θυμός μας στους άλλους και μας κυνηγήσουν, έπειτα βγάλαμε το θηρίο στη βεράντα και κλείσαμε καλά το παράθυρο. Απόψε δεν είχε φόλες για μας, απόψε ας τις έτρωγε ο φόβος. Σκεφτήκαμε τις πιο όμορφες αγκαλιές και τις ράψαμε πάνω σε ψεύτικα πέτσινα κρεμώντας φιλιά στα αυτιά και τηλεφωνώντας σε καλούς φίλους. Δεν είχαμε λεφτά για κεράσματα, δεν είχαμε κάρτα αγορών να νοικιάσουμε ελπίδα, σκίσαμε τις συνταγές των ψυχολόγων και πλύναμε τα δόντια μας, απόψε θα κάναμε τη λιτανεία μια επανάσταση και τα βεγγαλικά της ανάστασης τα κρατήσαμε για μας. Το κράτος κοιμόταν ανάμεσα σε στρας και τροφαντές κωλοχράδρες σε παράθυρα ειδήσεων , πλαισιωμένες με κοστούμια υψηλής ραπτικής και ξινισμένες ανάσες ενώ εμείς ετοιμάζαμε το αναστάσιμο δείπνο της επομένης. Μόλις έδιναν το σύνθημα, υπέροχα φωτεινά πυροτεχνήματα ελεύθερων μικροσκοπικών ανθρώπων θα φώτιζαν τη νύχτα σχίζοντας τα εύθραυστα φωτάκια της υποταγής και σκορπίζοντας τα σε χαρτοπόλεμο.
Τότε και μόνο τότε, καθώς εκρήγνονταν οι σκέψεις μας στον αέρα θα έμενε η νύχτα ολόφωτη  καθώς η Πολιτεία θα έπεφτε πανικόβλητη μέσα στο μπλακ άουτ.

Sunday, August 25, 2019


Ναυτικό ημερολόγιο - Στην Ατάρ οι θεοί προσκυνούν τις κόκκινες κάλτσες


Της Χριστίνας Κοντούλη










Έμοιαζε σαν να προσεύχεστε με τα χέρια της καθώς λικνίζονταν στην μυστηριακή συχνότητα. Τα χέρια της πήγαιναν κι έρχονταν με την μορφή κόκκινων εξωτικών πουλιών, γυρνούσαν γύρω από το πρόσωπό μου, δεν ήμουν σίγουρος, ίσως και να γυρνούσα γύρω της εγώ..


Μέσα στους καπνούς της Ατάρ, τα πρόστυχα γέλια των περαστικών που χλεύαζαν τη διασκέδαση μας προβάριζαν χειροκροτήματα από πορσελάνινα βαμμένα δόντια λίγο πριν την εκκλησία της Κυριακής ενώ δυο ανήλικοι δραπέτες κρύφτηκαν πίσω μας μέχρι να φτάσουμε κοντά στην είσοδο κι ύστερα ενσωματώθηκαν στην πολυκοσμία. Ο Ομάρ σκάλιζε μια μισοτελειωμένη φλογέρα μασουλώντας τις καυτερές πιπεριές του κι η Σπεράτζα έπαιζε ζάρια με τους ναυτικούς κάποιου αμερικάνικου βαποριού ξεκοκαλίζοντας τους μισθούς τους πριν ακόμη αγγίξουν το πάτωμα. Τέτοιες νύχτες όλη η Ατάρ ξεχύνονταν στους δρόμους με το πρόσχημα του καύσωνα, μια πόλη που θα ζήλευαν οι οπαδοί του Πουαντιγισμού καθώς αν άπλωνες ένα μεγεθυντικό φακό πάνω από τούτο τον παράξενο πίνακα τότε μόνο θα διέκρινες τις καταβολές του, μικρές χρωματιστές κουκκίδες στραγγισμένες απ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης έλαμπαν αστραφτερά παραμορφωμένα κάτω από το χρυσαφένιο της πρόσωπο.
Ένας ξεχασμένος Άμμων Ρα με σπασμένη την αριστερή πλευρά του προσώπου του παρακολουθούσε μελαγχολικός το λιμάνι αναπολώντας τα περασμένα μεγαλεία του μετρώντας τα έξι καινούργια του τατουάζ που σήμαναν σιγά σιγά το τέλος άλλης μιας χιλιετίας. Έξω από το μαγειρείο ο Αφούσης έψαχνε το ζωνάρι του δίνοντας σαν αντάλλαγμα ευρέτρων σοφιστείες και καλησπέρες , μόνο που τώρα δυσκολεύονταν να σηκωθεί κι έτσι προέταζε το χέρι καρτερικά για λίγα ψηλά κι ό,τι άλλο είχε κανείς την όρεξη να του δώσει. Ο άλλος Κάσιος βρισκόταν δίπλα μου τώρα κι απ’ την αρχή του χρόνου, τον είχα ανταμώσει κάποτε σ’ ένα σκλαβοπάζαρο και τον πήρα μαζί μου να μου κρατά την αλυσίδα, μισή εγώ , μισή αυτός, δεν είχα παράπονο. Ο Γιάγκος ήτανε καλό παιδί μόνο που και που ξεχνιόταν μέσα στη βαρεμάρα του και μέτραγε τα άστρα τότε γέμιζε η μούρη του σπυριά και γύριζε την Ατάρ ψάχνοντας μαντζούνια για την χαμένη ομορφιά του. Ευτυχώς εμένα μ’ είχε δασκαλέψει η μάνα μου από μικρό κι έτσι μετρούσα τ’ αστέρια μόνο όταν έπεφταν.
Κάπου εκεί στα μέσα της νύχτας περάσαμε την αγορά των καλαμποκιών και δρασκελώντας βιαστικά τα στενάκια με τα προσευχητάρια των παλιών μανάδων βρεθήκαμε στο Zümrüt μπαχτσέ. Από τη μια η αρχαία αγορά κι από την άλλη πλευρά η αγορά των μυρωδικών και των κοσμημάτων, ενώ αν άφηνες το βλέμμα σου να περπατήσει κατά μήκος των ρευμάτων έφτανες μέχρι τα ψαράδικα που κατέληγαν στο γκρεμισμένο ναό της Αρτέμιδος στις εκβολές ενός οικόσιτου ποταμού . Οι απόγονοι των Σαρακηνών αναζητούσαν το Σάρας ανάμεσα σε γαλαζωπούς και χρυσοπράσινους καπνούς καθώς έσπαγαν και μοίραζαν το πλαστικό Γκράαλ κάτω από τις μύτες τουριστών σταυροφόρων που προσπαθούσαν να στηρίξουν τα selfie sticks ανάμεσα σε βαριά θωρακισμένες πανοπλίες παιδικών απωθημένων, νευρώσεων και ηρεμιστικών χαπιών. Στον αέρα πλανιόταν μια μυρωδιά θυμιάματος, ιδρωτίλας και ναφθαλίνης. Έτσι μύριζαν και τα παλιά σπίτια στο χωριό, μια ταμπλέτα σκληρής εργατιάς βουτηγμένη στο θρησκοπήγαδο κι έπειτα απλωμένη για να στεγνώσει στο βάθος ενός καθωσπρέπει ντουλαπιού στο ερμάρι. Καμιά φορά αναρωτιόμουν σαν παιδί αν έτσι έμοιαζε η λέξη μαυσωλείο, έπειτα μεγαλώνοντας είδα άλλα, πολύ πιο μεγάλα, πολύ πιο σκοτεινά που σαν ταξιδιωτικές βαλίτσες έφεραν πολλές στάμπες πάνω τους, πότε κράτος, πότε εθνική συνείδηση, πότε αστυνομία, πότε θρησκεία και πότε κοινωνική μέριμνα φροντίδας κι εκπαίδευσης επιθυμητών πολιτών. Όμως πάνε πια όλα αυτά, είχαν περάσει. Τώρα πάνω στα αποκαΐδια του απολίτιστου πολιτισμού μας ξαπωστάζαμε ευχαριστημένοι που επιβιώσαμε ακόμη μια φορά κι ονειρευόμασταν μέχρι το ηφαίστειο να καπνίσει και πάλι.
Εκείνο που μου έκανε εντύπωση ωστόσο ήταν αυτή η επιμονή να αναζητούμε στολίδια από το παρελθόν για να ντύσουμε το γυμνό μας μέλλον. Σαν μια νύφη που ετοιμάζονταν για τον έγγαμο βίο τηλεφωνώντας στους πρώην εραστές της για ένα γρήγορο πριν την τελετή. Κι αυτό το γρήγορο κρατούσε μέρες, μήνες, αιώνες μα ίσως και να ήταν μια στιγμή που επαναλαμβάνονταν στη μνήμη της ξανά και ξανά ακόμη κι όταν γριά πια συνόδευε μια άλλη γενιά στη σύμβαση που εκείνη είχε μετανιώσει. Ένας από τους μεγαλύτερους φόβους του ανθρώπου ήταν να μετανιώσει κι όμως ό,τι κι αν πει αυτό που διάλεξε θα το διάλεγε ξανά και ξανά και ξανά γιατί αυτή είναι η φύση του.
Τα χέρια της Σεμέλης χαμήλωσαν κι αγκάλιασαν τον Δία σ’ ένα λιμάνι στην ανατολή, αυτή τη φορά θα ήταν συνετή και δεν θα του ζητούσε να της αποκαλύψει την πραγματική του φύση. Η Ήρα τύφλωνε τον Τειρεσία μορφάζοντας από αγανάκτηση κι έπειτα το βράδυ γλιστρούσε στην κάμαρά του και του ζητούσε να της μάθει τα μυστικά που είχε γνωρίσει στις δυο ζωές του. Κανείς ποτέ δεν είχε μάθει αυτή την απάτη…
Ο Γιάγκος ξάπλωσε στην άμμο να μετρήσει τα αστέρια. Είχε προμηθευτεί αρκετή αλοιφή από μια Βιετναμέζα σαμάνο κι ειδοποίησε τους ψαράδες να βρουν τον Σιμόν που έκανε τις τελετές του στα πόδια του Άμμωνα, αν πρήζονταν πάλι η μούρη του θα έσπαγε μερικά ασπράδια και θα έριχνε μερικά κόκαλα, έτσι θα ξόρκιζε την κατάρα. Ο Σιμόν ήταν ένας ψηλός γαλλοαφρικανός με τελετουργικά –όπως έλεγε- εμφυτεύματα στα μπράτσα (αν και όλοι ήξεραν πως τα είχε βάλει στην εφηβεία του για να εντυπωσιάσει την πρώτη του ερωμένη ) κι ένα μεγάλο τατουάζ λιβελούλα στο λαιμό. Είχαμε ταξιδέψει μερικές φορές μαζί και πάντα μας έβαζε σε περιπέτειες, όμως κανείς δεν μπορούσε να κρατήσει κακία σε κάποιον που γεννήθηκε κάτω από τον αστερισμό του ζυγού, σύμφωνα με τα λεγόμενά του…
Έδωσα ένα τσιγάρο στον Γιάγκο κι έπειτα τον άφησα πηγαίνοντας προς τα μαγειρεία. Στην παλιά πόλη οι ουρανοξύστες που κάποτε προπαγάνδιζαν ένα μέλλον γεμάτο υπέρλαμπρα και μακρινά τεχνολογικά επιτεύγματα τώρα έστεκαν σαν βουβά μισογκρεμισμένα τοτέμ αποκαλύπτοντας τα σάπια τους θεμέλια ενώ στον τρίτο όροφο ενός από αυτούς ένας κοκκινομάλλης πρώην τζογαδόρος , μισός Φιλανδός μισός Αρμένιος είχε στήσει τώρα ένα χαμάμ τόσο για χαλάρωση όσο και για όλες τις ορέξεις... Καθώς ανέβαινα στην «Αγία Πόλη» οι μυρωδιές των σαπουνιών χαριεντίζονταν μέσα στα ρουθούνια μου σαν τις οδαλίσκες ενός πίνακα του Ingres ενώ από τις κάσες των ανύπαρκτων πορτών γυμνοί άνθρωποι  ξαπλωμένοι κι ακίνητοι βαριανάσαιναν πλάι σε ξεφτισμένα ντουβάρια και θολές τζαμαρίες. Κάπου εκεί στις αρχές του άλλοτε προθάλαμου που οδηγούσε στον τέταρτο όροφο μια σειρά από μπάζα δημιουργούσε ένα πλατύ πέρασμα για τον διπλανό ουρανοξύστη. Στο βάθος ο Φάρος της Αλεξάνδρειας αντανακλούσε το φως των δρόμων στα γυαλιά μου περιπαίζοντας την μυωπία των ματιών βρίσκοντας καταφύγιο στη διαύγεια της άγριας φαντασίας με την οποία είχα προικισθεί από τα γεννοφάσκια μου. Σ’ αυτή τη ζωή τρεις ήταν οι προίκες μου, φαντασία, απορία, αμφισβήτηση. Τι καλύτερος μπούσουλας; Σκεφτόμουν ευχαριστημένος όταν ξαφνικά μια μικροσκοπική εικόνα αναστάτωσε την ταξιδιάρικη διάθεση του μυαλού μου. Σ’ ένα από τα πολλά δωμάτια του  Ναού των πολλών ονομάτων, ένα δωμάτιο ήταν καινό, στα άλλα διάφοροι άνθρωποι , διαφόρων θρησκειών, σκέψεων κι ελπίδων κάθονταν όπως πάντα τραγουδώντας νανουρίσματα στις γλώσσες τους, όμως σ’ εκείνο το μικρό δωμάτιο ξεχώριζε μονάχα μια σιλουέτα. Δεν ήξερα τι ακριβώς μα κάτι με τραβούσε να πλησιάσω. Στο βάθος του δωματίου μια γυναίκα κάθονταν σκυμμένη με την πλάτη προς το μέρος μου βουτώντας τα χέρια της σε μια λεκάνη τραγουδώντας ένα νανούρισμα σε μια γλώσσα που δεν μπορούσα να αναγνωρίσω. Κάθε τόσο έβγαζε μια κόκκινη κάλτσα από το νερό κι έπειτα την έδινε σε μια άλλη γυναίκα λίγο πιο πέρα, εκείνη την άπλωνε σ’ ένα σχοινί  κι ύστερα μια  Τρίτη το τραβούσε κι έπαιρνε την τελευταία κάλτσα τοποθετώντας τις σε ζευγάρια. Άλλες έμεναν από την αρχή ως το τέλος στην αρχικές τους θέσεις, άλλες τις άλλαζαν κι άλλες, εκείνες που ήταν ξηλωμένες είτε τις άφηναν στην άκρη είτε τις έριχναν σε ένα βαρέλι όπου έκαιγε μια αυτοσχέδια φωτιά. Αυτό συνεχίστηκε για τρεις νύχτες, την τέταρτη αποφάσισα να μπω στο δωμάτιο και να τους μιλήσω. Όμως όταν έφτασα εκεί δεν υπήρχε κανείς παρά μόνο η Σεμέλη. Έφυγα αθόρυβα, στο πρόσωπό της είχε την έκφραση της προσμονής, σε λίγο θα έφτανε ο Δίας.
Προσπέρασα βιαστικά τα μαγειρεία και αποφεύγοντας με γρήγορα τινάγματα των χεριών ένα κίτρινο σύννεφο από κάρυ έφτασα στη Σουμέρια. Ένας μελαψός νεαρός στην είσοδο κερνούσε σουμάδα και χαλβά. Καθώς με πήραν οι πρώτοι ήχοι του καφέ αμάν μασουλούσα είδη ένα κομμάτι επεξεργασμένο μούστο γεμιστό με σταφίδα και φουντούκι ενώ οι ονειροβάτες ποιητές αντάλλασσαν αφηγήσεις μουχλιασμένων βιβλίων από την αποθήκη της Αλεξάνδρειας. Στη μεσόγειο η στάθμη των νερών είχε ανέβει αρκετά κι έτσι οι παλιοί χάρτες με τους δρόμους των πειρατών είχαν καεί στα τζάκια των αγροτών του Νείλου. Η Μπαχάρ, η Ρόζα κι η Δισδεμόνα  χόρευαν κι έπιναν  τώρα μόνο για την πάρτη τους, χωρίς, αφέντες, αγαπητικούς και ζηλιάρηδες συζύγους διασκεδάζοντας μαζί με τις μαινάδες των Θηβών προσφέροντας αφοσίωση μονάχα στον Διόνυσο. Εκείνος με τα κόκκινα μαλλιά του πλεγμένα σαλαμάστρα, τυλιγμένος σ’ ένα λουλουδάτο κάλυμμα καναπέ λίκνιζε το μακρύ λαιμό του μιλώντας σε εφτά γλώσσες ταυτόχρονα, διασκεδάζοντας ινκόγκνιτο μαζί με τους θνητούς. Κάπου μέσα στους καπνούς μου φάνηκε πως είδα τον Φεντερίκο να ζωγραφίζει τσιγγάνες καλόγριες σ’ επίδοξους εραστές περνώντας πότε πότε τα δάχτυλά του ανάμεσα στις τούφες των μαλλιών του καθώς η Βερενίκη μετρούσε τα άστρα με τον Γιάγκο δείχνοντάς του τις ουράνιες μπούκλες της. Εγώ έριξα άλλη μια ματιά τριγύρω κι ύστερα κατέβηκα την ξύλινη σκάλα της εσωτερικής βεράντας πηγαίνοντας προς το μπαρ. Η Σπεράτζα έπαιζε τώρα  το επόμενο ποτό της στα ζάρια ενώ τιτίβιζαν με τον μπάρμαν ένα μυστικό έρωτα που πήγαινε πολλά χρόνια πίσω.
Έπειτα από κάμποση ώρα  ο Μανέ σταμάτησε να σκιτσάρει την μπαργούμαν κι ήρθε επιτέλους προς το μέρος μου.
-Α Φράνσις, με συγχωρείς, τώρα σε είδα. Πότε ήρθες;
-Έχουμε λίγες μέρες, δεν πρόλαβα να έρθω νωρίτερα
-Δεν πειράζει, θα μείνετε μέρες;
-Μπα όχι, ο καπετάνιος είχε κάτι δουλειές και καθυστερήσαμε, τώρα αύριο μεθαύριο θα ανέβουμε στα βόρεια πάλι.
- Η αδερφή σου τι κάνει; Είδα τον Φωτεινό, μου είπε πως θα πήγαινε να τη βρει στη Δήλο κι ύστερα θα πήγαιναν μαζί στο χωριό. Βρήκαν ένα αρχαίο ναυάγιο εκεί και χρειάζονταν χέρια, σκέψου, από την προηγούμενη χιλιετία!
- Ναι ο Φωτεινός μάζεψε όσους μπορούσε αλλά ακόμα δεν φτάνουνε, η αδερφή μου λέει πως το ναυάγιο ξεκίνησε από την παλιά πόλη στα μέρη μας και βυθίστηκε στη Δήλο.
-Ναι το άκουσα κι εγώ, ήταν ο Μπορίς κι ο Φινέας εδώ πριν κάτι μέρες, μου τα είπαν κι εκείνοι, έψαχναν τον Νηρέα με τους βουτηχτές αλλά ο Μπας είπε πως είναι σε άλλη δουλειά στην Ελβετία. Ορίστε το ποτό σου, έβαλα και ταμπάσκο –είναι από τις πιπεριές του Ομάρ- θα σ’ αρέσει.
Η μούσα άφησε το ποτήρι στον πάγκο κι επέστρεψε χαμογελαστή στον ζωγράφο καθώς οι σκέψεις έσβηναν σιγά σιγά μέσα στους ανατολίτικους δρόμους. Το Hejaz και το Niavent  έχτιζαν θεωρία επίτιμων παρατηρητών αιώνες τώρα, πλαταίνοντας τους στενούς τοίχους και τα στενά αισθήματα χωρώντας  τα φαντάσματα γενεών, ερώτων, πολιτισμών και μυστηρίων από το χτες ως το αύριο. Η μουσική δεν είχε χρόνο, η μουσική ίσως να ήταν η παλαιότερη ύπαρξη κι η μόνη αντίπαλος του θανάτου, η «πανταχού παρούσα», ακόμη και στη σιωπή.
Τότε την είδα πάλι. Έμοιαζε σαν να προσεύχεστε με τα χέρια της καθώς λικνίζονταν στην μυστηριακή συχνότητα. Τα χέρια της πήγαιναν κι έρχονταν με την μορφή κόκκινων εξωτικών πουλιών, γυρνούσαν γύρω από το πρόσωπό μου, δεν ήμουν σίγουρος, ίσως και να γυρνούσα γύρω της εγώ..  Θυμήθηκα τους στίχους του Καββαδία «…ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;…» Τα χέρια της μπλέκονταν ολοένα και πιο κοντά μου, τα λημνίσια μάτια της που με τρόμαζαν περισσότερο από την αγριεμένη βοή των κυμάτων της θάλασσας, ο δαίμονας ενός έρωτα που δεν είχε ακούσει το όνομά του. Κι η μουσική, ο ήχος αυτός που με ακολουθούσε από τα σπάργανα της ύπαρξής μου και σιωπούσε μονάχα δίπλα της, τώρα όλη η πόλη έμοιαζε να παίζει αυτό τον ήχο. Ζαλίστηκα, τα μάτια μου έκλεισαν.
Όταν ξύπνησα ο Γιάγκος στέκονταν πάνω από το κεφάλι μου παρατηρώντας με μ’ εκείνη την αστεία φάτσα που παίρνει κάποιος μπροστά σε κάτι ανεξήγητο.
-Τι; Ρώτησα προσπαθώντας να σηκωθώ.
-Τι έκανες χτες;
-Είχα πάει στη Σουμέρια, γιατί; Έκανα κοιτάζοντας γύρω μου. Ήμουν στην παραλία.
-Καλά κι εδώ πως βρέθηκες;
-Δεν ξέρω, δε θυμάμαι. Μα καλά, τι με κοιτάς έτσι; Σταμάτα, η φάτσα σου είναι αστεία και μου ‘ρχονται γέλια.
-Άμα σου ‘ρχονται γέλια εσένα, εγώ τι πρέπει να κάνω;
-Γιατί;
Ο Γιάγκος μου έκανε νόημα -με την ίδια πάντα γκριμάτσα- να κοιτάξω τα πόδια μου. Οι μπότες μου είχαν εξαφανιστεί, το ίδιο και οι κάλτσες μου, το μόνο που είχε μείνει ήταν μια κόκκινη κάλτσα… Σηκώθηκα όπως όπως κι αφού έσιαξα λίγο τα ρούχα μου ξεκινήσαμε για το πλοίο, εκεί είχα ένα δεύτερο ζευγάρι παπούτσια. Ωστόσο όταν φτάσαμε στις καμπίνες, ένα μικρό μπούγιο ήταν συγκεντρωμένο στην είσοδο.
-Μα δεν μπορώ να καταλάβω, τι έγινε, που είναι;
-Ηρεμήστε θα τα βρούμε
-Μα για πιο λόγο, ποιος;
-Τι έγινε; Ρώτησα τον καμαρότο
-Μια από τους επιβάτες που επιβιβάστηκαν χτες
-Ε τι;
-Έχασε τα παπούτσια της
-Ε; έκανα εγώ. Ο Γιάγκος γύρισε ρίχνοντας μου μια ματιά σκασμένος στα γέλια.
-Δεσποινίς! Φώναξα προχωρώντας ανάμεσα στους ναύτες, όταν έφτασα μπροστά δυο μεγάλα μάτια με κάρφωναν αγανακτισμένα. Τα μαλλιά της ήταν καστανόχρυσα όπως το μέλι στο φως κι είχε μερικές φακίδες γύρω από τη μύτη. Εγώ σήκωσα τότε το μπατζάκι μου και δείχνοντάς της την κόκκινη κάλτσα ξεσπάσαμε κι οι δυο σε γέλια. Η άλλη κόκκινη κάλτσα ήταν στο πόδι της! ‘Ένας αρχέγονος ήχος απλώθηκε στο δωμάτιο καθώς οι μοίρες γλίτωναν ένα ζευγάρι κάλτσες απ’ τη μπουγάδα. Η εποχή του υδροχόου είχε τελειώσει επίσημα. Ένα νέο ταξίδι μόλις είχε ξεκινήσει.