Tuesday, December 28, 2021

 Καλησπέρα φίλοι του μπλε λαγού, εδώ και ένα μήνα περίπου έχω ξεκινήσει την συγγραφή ενός μυθιστορήματος. Καιρό τώρα, κάποιοι φίλοι που διάβασαν τις ιστορίες μου, μου είχαν προτείνει να δημιουργήσω και μια ας πούμε, μεγάλου μήκους. Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στην αρχή της μέσης της ιστορίας μου η οποία βασίζεται σε μια ιδέα που είχα δεκατέσσερα χρόνια πριν. Σήμερα είμαι τριάντα χρονών και ομολογώ πως είχα προσπαθήσει αρκετές φορές να παρουσιάσω αυτήν μου τη σκέψη ωστόσο θα έλεγα πως δεν ήταν η κατάλληλη ώρα κι ήταν πολλά εκείνα που την εμπλούτισαν μέχρι σήμερα , ώστε να μπορέσω να σας παρουσιάσω ένα κεφάλαιο όπως πραγματικά υπήρχε στο μυαλό μου. Άλλωστε πολλές φορές γνωρίζουμε την εικόνα, ωστόσο τα λόγια δεν είναι πάντα κατάλληλα να την πλαισιώσουν, να την ζωγραφίσουν αν θέλετε, στο αυτί. Οι ιδέες μεγαλώνουν και ωριμάζουν μαζί μας, κάθε μια από αυτές, παρόλο που μπορεί μην παραθέτει την πραγματικότητα βασίζεται σε αυτήν με πολλούς τρόπους, με μια τυχαία κουβέντα, ένα βλέμμα, μια μυρωδιά, μια ανάμνηση, μια αγουροξυπνημένη μούσα που παραπαίει ανάμεσα στο υπαρκτό και στο ιδεατό, στο φανταστικό και στο γεγονός, χαρίζοντάς μας την ηρεμία της ανωνυμίας μέσα από τα χέρια ενός άλλου. Για απόψε θα παρακαλούσα να βάλετε ένα κρασί ή ένα τσάι στο ποτήρι σας, να ανάψετε ένα μόνο τσιγάρο και να διαλέξετε μια μουσική, ύστερα με δική μου ευθύνη σας προσκαλώ να χαθήτε για λίγο σε μια εικόνα και να βγάλετε τα συμπεράσματά σας καθώς σας παραθέτω τα δικά μου με απόλητη φαντασία, και σίγουρη ειλικρίνεια. Μην βιαστύτε,  Η βιασύνη είναι βαρετή. Φορέστε το προσωπείο της αναζήτησης κατά την παραμονή σας στην αίθουσα και .αναρωτηθήτε .

Το μόνο στοιχείο που θα σας δώσω είναι πως βρίσκεστε μπροστά σε ένα μυστήριο κι αν διαλέξετε να ακολουθήσετε τον πρωταγωνιστή τότε να ξέρεται, το μυστήριο είναι μεγαλύτερο από όσο νομίζεται  κι εσείς ξεκινάτε από την μέση. Εύχομαι σύντομα να μπορέσω να διαλευκάνω τις τυχόν απορίες σας κι αν δεν σας κέρδισα τώρα με τις δικές μου απορίες, μια μέρα οι δικές σας να κερδίσουν τις ιστορίες μου. Ευχαριστώ για τον χρόνο που είδη διαθέσατε ώστε να διαβάσετε την εισαγωγή μου κι ύστερα ευχαριστώ για τον χρόνο που διαθέσατε για να μου χαρίσετε τις απορίες σας. Θυμηθήτε όμως, το μυαλό μας είναι δικό μας και γι'αυτό το λόγο δεν μπορεί ούτε να οδηγήσει, ούτε να προσβάλει κανέναν παρά μόνο εμάς τους ίδιους. Όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται κι όποιος έχει το σπόρι, βρέχει απόψε.

Κοντούλη Χριστίνα






Πράξη Δεύτερη

 

 

Κεφάλαιο Πρώτο

 

Κοσμογονία!

 Εν αρχή είναι ο λόγος. Κι ο λόγος ήταν η αρχή της διάπλασης κοινωνιών και της ένταξης του ανθρώπινου δυναμικού σε ένα σύνολο με στόχο την επιβίωση και την προστασία. Οι αγέλες έδωσαν την θέση τους στις ομάδες κι οι ομάδες αποτέλεσαν μέσα στην πάροδο του χρόνου εστίες αναδιαρρύθμισης κι ομαλής ένταξης  στην γενική σκέψη, του νέου ανθρώπου, του επιθυμητού υποκειμένου για την ευημερία του συνόλου καθώς και την εικόνα του ανεπιθύμητου. Μέσα από την ζύμωση των δυο εννοιών γεννήθηκε το γκρι, καθώς τίποτα δεν αποτελούταν στα αλήθεια από άσπρο μαύρο, μα καθορίζονταν εξαιρετικά αιχμηρά από τις όποιες διαβαθμίσεις τους. Στα σβησίματα του φωτός και τις σκιάς, μπροστά και πίσω από την μούρη μας, γεννήθηκε το παρακράτος. Από την πρώτη κιόλας δόμηση της συντροφιάς, από την πρώτη κιόλας μάζωξη γύρω από την φωτεινή εστία υπήρξε και εκείνος που δεν μπόρεσε ποτέ να ζεσταθεί από αυτή, εκείνος που ποτέ δεν προχώρησε καθώς έχασε τα προνόμια της δύναμής του από την επικείμενη γνώση. Εκείνος, ο αδύναμος, λυπηρός άνθρωπος που σύνθεσε για πρώτη φορά στο κεφάλι του την λέξη εξουσία, επιθυμώντας την κατοχή της. Ο άναρχος κόσμος αναζήτησε για πρώτη φορά την αρχή. Με πρόσχημα την προστασία έναντι του ζωικού βασιλείου δημιουργήθηκε η κυριαρχία του αδυνάτου, του απροίκιστου, η κυριαρχία του παραγκωνισμένου.

Όταν ήταν μικρός συνήθιζε να κοιτάζει πάντα μπροστά. Ο κόσμος έμοιαζε σαν μια ατέλειωτη και πολλά υποσχόμενη ευθεία, ακόμη κι όταν έστριβε, παρέμενε μια ευθεία γι’ αυτόν, ένας ωκεανός επιλογών χαρακτηρισμένος από έναν μακρύ και καθαρό ορίζοντα, ένα καρτουνίστικο σύμπαν με τις ευκαιρίες να τραγουδούν λικνιζόμενες κάτω από τον ήλιο του παραμυθιού. Καθώς όμως μεγάλωνε άρχισε να αναπτύσσει μια… ιδιόμορφη θα έλεγε κανείς, συνήθεια. Άρχισε να κοιτάζει προς τα πάνω. Ξάφνου ο κόσμος ξεκίνησε να αποχτά περισσότερες κατευθύνσεις, δεν ήταν μόνο το μπροστά αλλά υπήρχε και το πάνω, το κάτω, το δεξιά, το αριστερά, το μπρος όσο και το πίσω. Ο χώρος δεν αποτελούνταν τελικά από μια ατέλειωτη πορεία όμοια με τα αμερικάνικα highways, όσο μεγάλωνε, έμοιαζε περισσότερο με λαβύρινθο, με ποντικοπαγίδα. Κι από την στιγμή που ο φίλος μας δεν βρίσκονταν ψηλότερα από αυτόν, τότε έπρεπε εκείνος να είναι το ποντίκι. Σκεφτόταν… στο νου του ήρθε μια μέρα, μια μέρα τόσο παράδοξη που έμοιαζε τέλεια καμουφλαρισμένη μέσα στην καθημερινότητα, ωστόσο εκείνος κατάφερε να την αναγνωρίσει. Περπατούσε στην οδό  Φοινίκης, είχαν μόλις πρωτοέρθει στην Αρράντη με την μητέρα του κι αναζητούσαν ένα σπίτι κατάλληλο να στεγάσει την οικογένειά τους τους μήνες των διακοπών. Έτσι συνήθιζαν να βολτάρουν ασταμάτητα στην πόλη παρατηρώντας τα σπίτια, τους δρόμους, την αρχιτεκτονική και να σχολιάζουν τα τυχόν λάθη των μηχανικών που μόνο οι καλλιτέχνες μπορούσαν να καταλάβουν. Η μητέρα του ζωγράφιζε τις ελεύθερες ώρες της κι έτσι είχε αναπτύξει μια δική της θεωρία για την πολεοδομική έκφραση του συνωστισμού των μεγάλων λιμανιών. Ήταν άνθρωπος της γης και της θάλασσας κι έτσι τα ύψη έδιναν στα νεύρα του ζωδιακού της κύκλου… Για εκείνη υπήρχε μονάχα άσχημο και όμορφο, το όμορφο ήταν πάντα λειτουργικό, το άσχημο, ήταν το ελλιπές, το κακώς μελετημένο. Θυμόταν λοιπόν τις βόλτες τους στην οδό Φοινίκης, εκείνος εξτασιασμένος, με το μικρό σιδερένιο του ποδηλατάκι θαύμαζε τον ορίζοντα καθώς η μητέρα του παραπονιόταν συνεχώς για την έλλειψη επιπέδων, Κάπου κάπου σταματούσε για να κάνει μια αναφορά στην κοσμογονία του Ηρόδοτου και μέσα από το μύθο του Προμηθέα και του Επιμηθέα να καταδικάσει τον κάθε στείρο από φαντασία αρχιτέκτονα, ανώνυμα πάντα και με μια αίσθηση αυθεντίας στα χείλη. Τότε δεν άκουγε, τα αυτιά του ήταν παραδομένα στα μικροσκοπικά μυστήρια των δρόμων, στις ρωγμές των πεζοδρομίων, στον καυτό ήλιο του μεσημεριού, στις ουρές των αδέσποτων γατιών και στο θρόισμα των φύλλων. Μεγαλώνοντας όμως οι λέξεις άρχισαν να παίρνουν πέτρα και σίδερο και να χτίζουν μπρος του την πολιτεία του θυμωμένου παιδιού που δεν είχε καταφέρει ακόμη να αποκοπεί από την επιθυμία του εντυπωσιασμού του γονέα. Ο άνθρωπος… δεν ήταν παρά ένα πεντάχρονο που τσίριζε για προσοχή, ένας έφηβος που αρνούνταν την προκαθορισμένη θέση του, που προσπαθούσε με μανία να αποδείξει πως ήταν καλύτερος από εκείνο που τον προόριζαν να γίνει. Ο άνθρωπος ήταν μέσα στους αιώνες μια φιγούρα ανωριμότητας που έκραζε την κακή του μοίρα γιατί δεν μεγάλωσε ποτέ, εκθειάζοντας παράλληλα την φύση του που ποτέ δεν έπρεπε να ωριμάσει. Αν μια φράση μπορούσε να μας χαρακτηρίσει ως ανθρωπότητα ήταν “θα σου δείξω εγώ”, μην ξέροντας ούτε πως να αποκτήσει, ούτε πως να γίνει, ούτε και τι να δήξει στο τέλος.

Χρόνια μετά πέρασε μια μέρα από την οδό Φοινίκων. Ο δρόμος είχε αλλάξει αρκετά, ίσως πάλι να μην είχε αλλάξει καθόλου και το μόνο που ήταν διαφορετικό να μην ήταν τίποτα άλλο παρά μόνο η σκέψη του. Ο δρόμος ήταν μεγάλος και ανοιχτός, θα μπορούσε να είναι κι ένας δρόμος διπλής κατεύθυνσης ωστόσο σε κάθε πλευρά του δέσποζαν, μεγάλες, πλατιές πολυκατοικίες. Κι αυτή τη φορά φάνταζαν τόσο ψηλές που ο ήλιος δεν έφτανε να αγγίξει την άσφαλτο. Κάτι μέσα του ανησυχούσε, ένιωθε σαν να περπατούσε σε ένα δάσος από πανύψηλα δέντρα κι εκείνος μικρός, μικροσκοπικός κι αδύναμος πρόσμενε ανά πάσα στιγμή κάποιο wild αμάξι να πεταχτεί και να τον κατασπαράξει με συνοπτικές διαδικασίες. Η πόλη είχε αντικαταστήσει την ζούγκλα. Καθώς προχωρούσε κοντά στην οδό Φιλανθρώπων , βρέθηκε στο τσίρκο για πρώτη φορά. Όχι, όχι, δεν ήταν ένα τσίρκο σαν εκείνο που θυμόταν παιδί, δεν υπήρχαν ακροβάτες και παρουσιαστές, ούτε απαλά βλέμματα ελεφάντων χωμένα μέσα στην σκληρή τους σάρκα, παρά μόνο ένα θέαμα χλευασμού. Ένας τεράστιος φοίνικας, δεμένος με σιδερένια σύρματα από τα μπαλκόνια μιας πολυκατοικίας, λεπτός στην αρχή και χοντρός όσο ψήλωνε, έγερνε λυπητερός, αταίριαστος δεσμώτης μέσα στο τροπικό τσιμέντο.  Τότε ήταν που σκέφτηκε για πρώτη φορά πως ο άνθρωπος δεν προσπαθούσε να κυριαρχήσει στην φύση, αλλά να την εκδικηθεί, να την εκδικηθεί που δεν του έδωσε κανένα εφόδιο να ενσωματωθεί παρά μόνο τρόπους να την μισήσει. Ο άνθρωπος, δεν σκέφτονταν πριν πράξει, ούτε μετά, σκέφτονταν πως να πράξει. Ο Προμηθέας και ο Επιμηθέας σαν κακοί γονείς του στέρησαν τα εφόδια, το ξέχασαν, τώρα εκείνος θα τους έκανε να ξεχάσουν την φύση κι όλα τα εφόδια που κακώς μοιράστηκαν κάποτε. Ο άνθρωπος δεν είχε φτερά να πετάξει κι ούτε χωρούσε στις τρύπες των δέντρων, έτσι έκοψε κι έριξε τα δέντρα για να φτιάξει πέτρινες φωλιές. Ο άνθρωπος δεν είχε γούνα για να ζεσταίνεται κι έτσι κυνήγησε και έγδαρε την γούνα των ζώων, ο άνθρωπος δεν είναι μεγάλα δόντια κι έτσι έφτιαξε μαχαίρια και μηχανές του κιμά. Ο άνθρωπος δεν είχε στον ήλιο μοίρα κι έτσι έκλεισε τον ήλιο έξω από τους δρόμους του. Ήταν η ζήση του ανθρώπου μια μακροσκελής κι ανούσια προσπάθεια εκδίκησης απέναντι στους θεούς; Ήταν ο άνθρωπος το παραμελημένο κομμάτι της δημιουργίας που μεγαλώνοντας αποφάσισε να κατηγορήσει τους “γονείς” του για το ατέρμονο βασανιστήριο της επιβίωσης; ήταν η κραυγή της φύσης έναντι στην μοναξιά και την αδιαφορία; Η μήπως ήταν το καλομαθημένο θρεφτάρι που ξαφνικά πετάχτηκε έξω από την εστία της φροντίδας πριν ακόμη μάθει να φροντίζει τον εαυτό του κι έτσι έχασε την ευκαιρία να φροντίσει τους υπόλοιπους; Η μήπως τελικά ήταν ο ευνοούμενος; Ο αγαπημένος; Εκείνος που μια μέρα θα φρόντιζε , μες στην αδυναμία του, τους δυνατούς;

Αν τώρα τον ρωτούσε κανείς τι ήταν η Εδέμ, θα έλεγε πως ήταν η παιδικότητα, το μήλο δεν ήταν τίποτα περισσότερο από την εφηβεία. Η στιγμή που καταλαβαίνεις την σάρκα σου είναι η στιγμή που καταλαβαίνεις την θνητότητά της. Ο Εβραϊκός κι ο Χριστιανικός θεός είπαν στον άνθρωπο μη μεγαλώσεις κι εκείνος μεγάλωσε παρά τις απαγορεύσεις τους, με την ενοχή του να μην είναι πια το μωρό του γονιού του. Η μητέρα ήταν πάντοτε πιο άγρια, πιο σκληρή, η φύση μιλούσε τη γλώσσα της αλήθειας, της ανακύκλωσης, η μητέρα ζητούσε την προστασία σου για να μεγαλώσει κι εκείνη, ζητούσε το μεγάλωμά σου όσο εκείνη επέστρεφε στην εμβρυακή της κατάσταση μέσα από το γύρας. Άλλωστε οι τέσσερεις εποχές δεν ήταν τίποτα περισσότερο από τον κύκλο της φύσης, ένα εξαιρετικό παραμύθι έτοιμο να χωρέσει τις ερωτήσεις της ανθρωπότητας, να δεχθεί το ξύπνημα, τρυφερά όπως δέχονταν τον ύπνο. Να προσκομίσει τις αποδείξεις μιας έρευνας πάνω στην ανάγκη της μέρας. Ένας ολόκληρος χρόνος, η μέρα μας. Αν το σκεφτόταν με βάση την ζωή της πεταλούδας, τότε πόσα χρόνια ζούμε με τις μέρες μας, 365 αιώνες σε ένα χρόνο, μια αιωνιότητα. Μια αθάνατη λήψη.

 Ήταν ο άνθρωπος ο επιστάτης; αναρωτήθηκε. Κατ’ εικόνα και ομοίωση. Ελάχιστοι άνθρωποι κατάλαβαν πως ο γονιός επιθυμεί το παιδί βρέφος γιατί έτσι συντηρεί την δική του νεότητα. Σε ελάχιστους η φύση είπε το μυστικό, ελάχιστοι χάιδεψαν τα μαλλιά του πατέρα κι επιβεβαίωσαν πως η Εδέμ θα είναι πάντα εκεί, σε εκείνους επιβεβαίωσε ο πατέρας με ένα γιορτινό τραπέζι. Ίσως το πραγματικό μυστήριο να βρίσκονταν στην αντίληψη πως ο παράδεισος της αναζήτησης δεν έφυγε ποτέ, παρά μόνο έδωσε χώρο στην δημιουργία νέων παραδείσων, κρατώντας τον πρώτο ως σημείο αναφοράς κι όχι ως στάση επιστροφής. Ο γονιός παραμένει νέος μονάχα μέσα από την ασπίδα που χαρίζει στα παιδιά του κι όχι προσπαθώντας να την κρατήσει αιώνια απέναντι την εφηβεία τους. Η αναζήτηση συντήρησης της πρώτης σχέσης τους δεν είναι παρά κακό μπόντοξ σε μια ανόητη σάρκα. Ο καλός θεός μεγαλώνει μικραίνοντας, ο άνθρωπος θεριεύει  μεγαλώνοντας κι η φύση ήταν πάντα εκεί να βγάζει φωτογραφίες. Ίσως ο άνθρωπος να βρίσκονταν εδώ όχι για να τον βοηθήσουν οι θεοί να περάσει από τα 40 κύματα αλλά για να τους βοηθήσει εκείνος να περάσουν τα δικά τους. Ήταν ο άνθρωπος η γάτα των θεών; Κι ήταν τάχα οι θεοί που αναζητούσαν διακαώς την συντήρηση καθώς η λήθη σήμαινε θάνατο για εκείνους; Τα λόγια του Μίτια ίσως και να έκρυβαν κάποια αρχέγονη προφητεία… Η συντήρηση μήπως είχε στόχο την διατήρηση της αθανασίας των θεών; Δίχως πιστούς τι ήταν θεοί στο κάτω κάτω; Αυτή η σκέψη του θύμιζε κάπως την γιορτή των νεκρών, οι νεκροί δεν μπορούσαν να επιστρέψουν, ούτε να συνεχίζουν να υπάρχουν δίχως εκείνους που τους μνημόνευαν. Η υστεροφημία, ήταν στ’ αλήθεια η πραγματικότητα της αθανασίας; Κι αν ναι, που πήγαιναν, οι θεοί και οι θνητοί που δεν μνημονεύονταν;

Κι ύστερα τι ήταν αυτή η εμμονή με τον σοβαρό κι απόμακρο πατέρα, ήταν μια έκφανση της εξουσιαστικής διάθεσης του ανθρώπου πάνω στην ατέλειωτη δύναμη του θεϊκού; Ήταν ένα στενό κουτάκι που ζούπαγαν όπως όπως τα ανθρώπινα μυαλά την απέραντη δύναμη της ύπαρξης; Μπορεί ένα ποτήρι να χωρέσει την θάλασσα; Κι αν δεν μπορεί, τότε μια ανάμνηση πως μπορεί να την χωρέσει; Η ανάμνηση ωστόσο κατείχε το μυστικό της επέκτασης, η ανάμνηση ήταν τόσο μεγάλη όσο το μυαλό που την αποθήκευε. “Συν το ανάρχω σου πατρί”, ο άναρχος θεός, η ζωή δεν επιδέχονταν στην πραγματικότητα κανένα στένεμα, ούτε σε άφηνε να την πάρεις λίγο στο βολάν, χρησιμοποιώντας καρφίτσες. Άγνωστοι και γνωστοί, ατέλειωτοι ράφτες κι ατέλειωτοι μηχανικοί χωροταξίας , επιμελητές και επιστάτες, συνωμότησαν μια μέρα μέρα πάνω στο άπειρο προσπαθώντας να αποκρύψουν την αλήθεια προς όφελός τους κι αυτή ήταν η μέρα που οι θεοί γίναν θνητοί κι οι θνητοί απέχτησαν το όνομά τους. Ήταν η μέρα που δημιουργήθηκε η λέξη θάνατος. Κι ο θάνατος, δεν ήταν παρά μια διαταραχή. Ο ελεύθερος και σοφός πατέρας έγινε δικτάτορας και ιερός εξεταστής, η γενναιόδωρη ζωοφόρος μητέρα έγινε ταπεινή και μυστήρια σκλάβα. Τα φύλλα χωρίστηκαν, τα ατέλειωτα φύλλα, στριμώχτηκαν σε υγρά και στενά κουτιά, τα μυαλά πήραν το σχήμα του κουτιού τους. Η οικογένεια των πιθανοτήτων και τον επιλογών στάθηκε στην νέα εποχή με στρατιωτικά ρούχα και ηχογραφημένα μηνύματα. Ο άνθρωπος έπλασε κατ’ εικόνα και ομοίωση τους θεούς του. Ο κόσμος γνώρισε τον θάνατο την μέρα που αποφασίστηκαν οι συντεταγμένες του μεγέθους του. Έμεινε μόνο ένας στενός πλανήτης, αποκομμένος από το αχανές, πληγωμένος από τεχνητά σύνορα, ένα νεκροταφείο θεών κι ανθρώπων. Ανάμεσά τους όμως, υπήρξαν κι εκείνοι που στα κρυφά, συνέχισαν να λατρεύουν την πιθανότητα και να βρίσκουν ακόμη το απέραντο, στο στενό κύμα.

Κύμα ονομάζεται μια διαταραχή στον χώρο και στον χρόνο.  Ο όρος κύμα αποκαλύπτει την μεταφορά της διαταραχής συνήθως χρησιμοποιώντας κάποιο μέσο. Η αποκάλυψη αυτή, η μεταφορά διεξάγετε μέσω μιας παλμικής κίνησης του μέσου όπου έχει επιλεγεί. Τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα διατηρούν την διαταραχή αυτή ακόμη και στο κενό. Σε ένα ηλεκτρομαγνητικό κύμα η διαταραχή καθορίζεται από την ένταση του μαγνητικού και του ηλεκτρικού πεδίου. Τα κύματα του αρμυρού νερού διαταράσσουν μονάχα την επιφάνεια ωστόσο αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει αντίκτυπο, αντίστοιχη δράση και αντίδραση στο σώμα που επεμβαίνει στην επιφάνεια της θαλάσσης. Τα κύματα ωστόσο μεταφέρουν ενέργεια κι έτσι διαταράσσεται ότι βρίσκεται στην εμβέλειά τους, Η πρόβλεψη διατάραξης εξαρτάτε από την ενέργεια που έχει αποδοθεί.

Ανάμεσα στις μαλακές μεμβράνες των δακτύλων του τα herτz των κυμάτων  εναλλάσσονταν διατηρώντας  την συχνότητα σε μια σταθερά. Ο λόγος στέκονταν με μαύρα γράμματα, πομπώδης και σκούρος πάνω στα λεπτά χάρτινα φύλλα, ανάμεσα σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες και γραφικά διαφημίσεων. Μια παλιά φωτογραφία με ένα γελαστό πρόσωπο σμίλευε την τραγικότητα της κατάστασης μέσα από την ειρωνεία. Ένας νεότερος Δομένικος, λαμπερός και σίγουρος δέσποζε σε ένα κομμάτι επεξεργασμένο ξύλο, νωχελικός και αδιάφορος για το μέλλον, διθυραμβικός κι αφελής όσο η ίδια η ανθρωπότητα. Ο Χριστόφορος τσαλάκωσε τα φύλλα στα χέρια του και τα άφησε δίπλα του στο πεζούλι. Ο φθινοπωρινός αέρας είχε επιτέλους κατευνάσει την διαταραχή προσωπικότητας που έμοιαζε να παρουσιάζει τον τελευταίο καιρό και παγωμένος προμήνυε τον χειμώνα. Ο κήπος του νοσοκομείου έμοιαζε ξαφνικά μεγαλύτερος, βαρύς και χαώδης όπως ο αέρας είχε κάτι από την γραφή του άρθρου, κάτι από την προσωπικότητα του χαμένου νέου που υπήρχε πια μόνο μέσα από τις στίξεις του μελανιού.  Ο Χριστόφορος κάθονταν ασάλευτος. Πίσω του μερικές ανθισμένες τριανταφυλλιές αμφέβαλαν ακόμη για την εποχή και πλαισίωναν το σκηνικό του σε πείσμα του μήνα. Ήταν Δεκέμβρης, ωστόσο το φθινόπωρο κρατούσε πάντα περισσότερο στις κάτω χώρες , το ίδιο και η άνοιξη.

Τα πόδια του χτυπούσαν ρυθμικά τις πλάκες τις αυλής και τα χέρια του απολάμβαναν με ζογκλερικά τσιγάρων τις σκέψεις που κρατούσαν το βλέμμα του ακίνητο. Έβαλε το τσιγάρο στο στόμα, ο Προμηθέας δεν του αρνήθηκε την χάρη ενός καταπραϋντικού και ξεφυσώντας μερικές τολύπες, προσπάθησε να βάλει το μυαλό του σε μια τάξη. Ξάφνου θυμήθηκε την Νινευή! Το βιβλίο δεν ήταν στα ρούχα του, σίγουρα ούτε στο κομοδίνο, ίσως να είχε χαθεί στην φωτιά…. Το μόνο που είχε προλάβει να δει ήταν αυτή η φωτογραφία, ίδια ολόιδια, τσουχτερή περνούσε στην αθανασία. Για μια στιγμή αποφάσισε να μην σκεφτεί, ένα υδάτινο τοίχος άρχισε να χτίζεται ανάμεσα σε εκείνον και τις πληροφορίες, μια ρυθμική διαταραχή που κρατούσε έξω επιταγές θεών και ανθρώπων.

Εκείνη την στιγμή ένα παλτό αγκάλιασε τους ώμους του και διατάραξε την συχνότητα των κυμάτων. Ο κύριος Φωτεινός στεκόταν από πάνω από το κεφάλι του, σαν αγέρωχος φοίνικας, ναι… φοίνικας…..αν θα μπορούσε να μοιάζει με κάποιο πουλί τότε σίγουρα ήταν φοίνικας, έτσι κι αλλιώς στον γλάρο κάτι δεν του κολλούσε.  Αποδεσμευμένος από ανόητες πλην καταστροφικές πολιτικές παρατάξεις και γελοίους φασίστες που έραβαν με κουρέλια την μορφή του ιπτάμενου μύστη, ο φοίνικας γλειμμένος από τις φλόγες της νοητής αντίστασης υπερτερούσε στον δρόμο της Φοινίκης. Τις εποχές της προεφηβικής του νεότητας του φάνηκε πως είδε πάνω από της πολυκατοικίες να πετά, το πουλερικό που αναγεννάτε από τις στάχτες του. Δεν μπορούσε καν να φανταστεί τότε πως κάποιοι θα έκλεβαν τα φωτεινά φτερά του για να χτίσουν άλλο ένα γελοίο ψευτοείδωλο. Τι ειρωνεία, δεν ήταν ποτέ οι άνθρωποι στο έλεος των θεών, θλιβερό συμπέρασμα, οι θεοί ήταν πάντα στο έλεος των ανθρώπων….

-Είναι νωρίς, τι κάνεις έξω;

-Θα’ πρεπε να μαι ξαπλωμένος κάτω από την ζεστή κουβέρτα μου, έτσι;

-Όχι, αν κάτι θα περίμενα από εσένα θα ήταν να βρίσκεσαι είδη τυλιγμένος στην γκρίζα κουβέρτα κάποιου επιβατικού.

-Με ετικέτα και νούμερο στο πλάι;

-Και μια κίτρινη κούπα καφέ στα χέρια σου. Δεν βρήκα κίτρινη κούπα, αλλά κι αυτή την κάνει την δουλειά της. Έκανε  κύριος Φωτεινός αφήνοντας στα χέρια του τον ζεστό καφέ. Ο Χριστόφορος ανάσανε το καϊμάκι. Ήταν παράξενο πως ένας βρασμένος κόκκος μπορούσε να σου δώσει τόση ηρεμία και ζεστασιά όσο άγχος και διαυγή αβεβαιότητα.

Έμαθες για τον Δομένικο.

-Αργά ή γρήγορα…

-Δεν ήταν ώρα να σου πούμε, ήσουν κουρασμένος, ίσως αυτή η γνώση σε κρατούσε περισσότερο καιρό…..στο κρεβάτι.

-Ναι, έκανες καλά. Και τώρα;

-Και τώρα;

-Και τώρα Γιάννη, τι θα γίνει;

- Ό,τι είναι να γίνει Χριστόφορε. Όχι όμως χωρίς στοιχεία.

Ο Χριστόφορος χαμογέλασε άθελά του. Ο κύριος Φωτεινός τον αγκάλιασε και χάιδεψε τον δεξί του ώμο.

-Υπάρχουν πολλοί που θέλουν να μου μιλήσουνε.

- Είσαι και μέντιουμ τώρα;

-*“Βάσανος η γνώση όταν άχρηστη σε όποιον την έχει είναι. Καλά το γνώριζα όμως σάστισα προς ώρας. Με πείραξε η Λήθη κι ήρθα”.

Ο κύριος Φωτεινός γέλασε. Ο Χριστόφορος έπιασε την εφημερίδα και ανοίγοντάς την στην σελίδα 28 , άπλωσε το δείκτη στην φωτογραφία κι ύστερα γύρισε στον ορίζοντά του. Ο κύριος Φωτεινός την πήρε στα χέρια και ρίχνοντας μια ματιά την έκλεισε αφήνοντάς την πίσω τους, κάτω από τις τριανταφυλλιές.

Γιάννη...

-Έλα

-Ξύπνησα αυτή τη φορά;

-Ναι, σίγουρα ξύπνησες, πες μου όμως, τι ονειρευόσουν τόσο καιρό;

- Τη θάλασσα της Αλεξάνδρειας.

Ο κύριος Φωτεινός χαμογέλασε κατεβάζοντας το κεφάλι του.

-Τώρα μας περιμένει η θάλασσα της Αρράντης.

- Λες να υπάρχουν αστέρια όταν κοιμόμαστε;

-Πάντα υπάρχουν Χριστόφορε, η σκέψη μας σβήνει όχι ο ουρανός.

- Έχεις δίκιο, ο ουρανός κρατά όλες τις πληροφορίες. Έκανε και τυλίγοντας το ράσο γύρω του σηκώθηκε από το πεζούλι.

Ξάφνου ένα άρωμα αρμύρας πλημύρισε την αυλή. Η γυναίκα τυλιγμένη στο γαλάζιο παλτό της εμφανίστηκε ανάμεσα στις φυλλωσιές.

 

*(Τα λόγια του Τειρεσία. Οιδίπους Τύραννος)

-Επιτέλους σας βρήκα, είναι ώρα να πηγαίνουμε.

-Που θα πάμε; Έκανε ο Χριστόφορος.

- Στο σπίτι μου, τα κανόνισα όλα, είμαστε έτοιμοι.  Έχουμε πολλά να πούμε Χριστόφορε και να με συγχωρείς.

-Γιατί; Έκανε παραξενευμένος.

-Γιατί πριν σε γνωρίσω αμφέβαλα για την ακεραιότητά σου.

Ο Χριστόφορος έγνεψε καταφατικά λες κι αποδέχονταν την πρόσθετη μοίρα και την αλλαγή της.

-Για την δικιά μου όμως, δεν αμφέβαλες. Έκανε περιπαιχτικά ο κύριος Φωτεινός.

-Όχι κύριε Φωτεινέ. Ούτε μια στιγμή.

Ο κύριος Φωτεινός χτύπησε χαρωπά την άκρη του καπέλου του καθώς άρπαζε από το μπράτσο τον σκεφτικό του φίλο.

-Όσο κοιμόσουν γνωριστήκαμε καλύτερα.

-Ναι ο κύριος Φωτεινός είναι ένας εξαιρετικός φίλος.

-Το ξέρω, δεν θα αμφέβαλα στιγμή. Είπε ο Χριστόφορος επαναλαμβάνοντας τα λόγια της καθώς έπιανε τον φίλο του αγκαζέ.  Ο κύριος Φωτεινός άπλωσε το χέρι του κι άρπαξε την Σωτηρία στην άλλη μισή αγκαλιά του.

- Είστε σίγουρη δεσποινίς Σωτηρία για την κατεύθυνσή μας;

-Μόνο αν είστε κι εσείς.

Οι δυο φίλοι έγνεψαν καταφατικά κι η τριάδα ακολούθησε την *κόκκινη κλωστή στα δάχτυλα, ελπίζοντας  την έξοδο του λαβυρίνθου.

 

*(αναφορά στον Ιαπωνικό μύθο)


Sunday, April 25, 2021

 

Οι ιστορίες του μπλε λαγού - Ο κύκλος

 

της Χριστίνας Κοντούλη

 

Λένε πως ερωτευόμαστε όποιον απαντά στην ερώτηση. Κάθομαι με τα χέρια στο χώμα, τα μάτια μου φεύγουν στον ορίζοντα και τα χείλια μου ρωτούν καθώς καίγεται η Καρχιδόνα, ποιος είμαι; Μοιάζω με ό,τι προστάξατε, μοιάζω με ό,τι καημένη ποιότητα κράτησα ήρεμη, μαντρωμένη κι ανεπαίσθητη από τα ακόμα πριν την γέννησή μου; Μοιάζω με ό,τι δε σας αγγίζει; Ίσως να μοιάζω με ό,τι σας φτάνει , ίσως να μοιάζω με αρρώστια μεταδοτική, ίσως να μοιάζω με το τέλος. Δες άγνωστο πλάσμα το πρόσωπο αυτό που φέρω μπρος σου και πες μου με τι μοιάζω; Ερωτευόμαστε τον καθρέφτη, τον καθρέφτη του κάποτε, τον καθρέφτη του τώρα, τον καθρέφτη που ευελπιστούμε να φτάσει το τότε και να μας δείξει το καινούργιο, τον καλύτερο εαυτό ή τάχα ένα κόσμο που αυτός ο καλός(χαζή λέξη) ο δυνατά ήρεμος εαυτός μπορεί επιτέλους να είναι μέρος του; Εμείς, αναγκαστικά μοναχικοί, αναγκαστικά ορατοί, αναγκαστικά κι αόρατοι κυνηγούμε ατέρμονα κι απελπιστικά ένα οποιοδήποτε «εμείς» μπας και πάψουμε να είμαστε παρείσακτοι κάπου. Μπας και μας χωρέσει αυτός ο κόσμος τελικά ή μπας και τον χωρέσουμε εμείς εντέλει στα μελλοντικά μας σχέδια, στα ασφαλή όνειρά μας, στα μικροσκοπικά κι απλά μυαλά μας. Μπας και κοιμηθούμε ένα βράδυ χωρίς άγχος, χωρίς ξύδια, χωρίς ανούσιες υποταγές, χωρίς προστακτικές, μακάρια υπνωμένες δοτικές κι επιτακτικές κλιτικές στο τετράδιό μας.

Αλήθεια μάθαμε τίποτα στο σχολείο πέραν του να μιλούμε όμορφα; Να σκεφτόμαστε όμορφα; Να πράττουμε όμορφα; Να νιώθουμε όμορφα;  Πότε κανείς μας δίδαξε την ομορφιά βρεγμένη από τα μάτια της υπαρξιακής αλλοφροσύνης ή της ταπεινής ματαιότητας; Πότε είδες για τελευταία φορά την ομορφιά να ανατέλλει κι ύστερα πότε κατάλαβες πως ήταν η τελευταία φορά;   Ερωτευόμαστε την δυνατότητα της εκπλήρωσης, την πιθανότητα του αγνώστου, την ματαιότητα του τέλειου. Πως μπορούν όλα τούτα να χωρούν σε ένα ζευγάρι μάτια;

Ερωτευόμαστε την επανάσταση που θέλουμε να δημιουργήσουμε, ερωτευόμαστε την πραγματικότητα πάνω στην οποία θέλουμε να επαναπαυτούμε, ερωτευόμαστε το σώμα που απλώς μας δείχνει το δρόμο, τη φωνή που μας τραβά σαν στιγμιαία ιπτάμενο, cartoon των 50s κοντά στο γλυκό, τα βλέφαρα που ανοιγοκλείνουν στο ρυθμό του ονόματός μας. Ερωτευόμαστε, για μια φορά μοναδική, ναι μόνο για μια, βλέπουμε τον κόσμο όπως είναι, δίχως την ανθρώπινη παρέμβαση, δεν είναι αστείο; μέσα από τα μάτια του ανθρώπου  αναγνωρίζουμε την ομορφιά της ανυπαρξίας του, Μέσα από τα άγια μάτια του βλέπουμε τον παράδεισο που καταχράστηκαν πρόγονοι κι απόγονοι, συναντούμε την τελειότητα της ανυποστασίας του εδεμικού κήπου και την ουτοπική ανάγκη της non finitο  αναζήτησης. Κάποιοι είπαν, πως αναζητούμε το ταιριαστότερο ταίρι στα γονίδιά μας, εκείνο το ων που θα ολοκλήρωνε τα ελλιπή μας κύτταρα με τα δικά του, εκείνο το ταίρι που θα μας έδινε τους επιθυμητούς απογόνους. Κι όμως στα μάτια του έρωτα καραδοκεί η μεγαλύτερη μάχη, εκείνη της φύσης με την αφύσικη συμπεριφορά του ανθρώπου, δε θέλουμε συνεχιστή, θέλουμε επανάσταση, θέλουμε ό,τι δε μας θέλει, θέλουμε ότι δε φτιάχτηκε για μας χωρίς την έγκρισή μας, θέλουμε ό,τι μας αφήνει να μη σταματήσουμε να θέλουμε ποτέ. Θέλουμε να θέλουμε ή και να μη θέλουμε τίποτα, θέλουμε, θέλουμε, θέλουμε. Φοβάμαι όταν θα σταματήσουμε να επιθυμούμε.

 Ίσως να αναγνωρίζουμε την άθλιά επιστασία του ανθρώπινου γένους στον κόσμο, κάπου μέσα μας, τα γονίδιά μας, ίσως κι εκείνα να ποθούν το τέλος μας κι έτσι μυρίζουμε, ζητούμε, ξεθάβουμε εκείνο που μας θυμίζει τον απαραίτητο θάνατό μας. Εκείνο που θα μας ξεπλύνει από όλη την ανθρωπότητα κι ύστερα θα μας φορέσει στέμμα της ευθύνες της, θα μας χλευάσει και θα μας προκαλέσει να βρεθούμε αντιμέτωποι με κάθε μας κύτταρο. Ο έρωτας είναι ο καθρέφτης, ο έρωτας είναι εμείς, ο έρωτας είναι η αγάπη του ανθρώπου για τη φύση, ο έρωτας είναι το κουμπί προειδοποίησης πριν την έκρηξη. Ο έρωτας δεν έχει κορμί, αδύνατο να έχει, το κορμί είναι ο έρωτας, η φωνή είναι ο έρωτας, τα μάτια ο προδότης. Ο έρωτας είναι η μόνη αποδεκτή μάσκα, η μόνη, η πιο άγρια, εκείνη που γαντζώνεται πάνω στο δέρμα και το σχίζει, το κομματιάζει διαγράφει κάθε πληροφορία κι ύστερα χτίζει. Τίποτα δυνατότερο από την αδυναμία του έρωτα. λυπάμαι όσους σαπίσουν μόνο στο θάνατο, λυπάμαι όσους δε διαλύθηκαν, δε σάπισαν, λυπάμαι όσους δε πέθαναν μπροστά σε ένα ζευγάρι μάτια. Λυπάμαι όσους δεν έθαψαν εαυτούς μπροστά στο μεγαλείο τούτου του καθρέφτη. Κι ύστερα χαίρομαι, για εκείνους που αναστήθηκαν από το χώμα κι είδαν πως χώμα δεν υπήρξαν ποτέ, χαίρομαι για εκείνους που αναλήφθηκαν αγνοί, ξένοι, ατέλειωτοι και εξιλεωμένοι ανάμεσα στα εκστασιασμένα βλέφαρα  της γέννας. Δυο φορές γεννιέσαι, τη μια ανήμπορος, τυφλός, τυλιγμένος στο αίμα, σφυριλατιμένος στους πόνους της μάνας κι ύστερα γυμνός, ορθάνοιχτος ανάμεσα στους πόνους σου και στο δικό σου αίμα, αθάνατος. ΑΘΑΝΑΤΟΣ!

Επινοήσαμε θεραπείες, επεμβάσεις, κρέμες, αλοιφές, προσευχές και μαντζούνια προσπαθώντας να αποφύγουμε το θάνατο, κι όμως ο μόνος δρόμος προς την αιωνιότητα εμφανίζεται μπροστά μας όταν πια έτοιμοι περνούμε την πόρτα του θανάτου. Μη γελιέστε, μια φορά πεθαίνουμε, κάποιοι δε πέθαναν καν κι όμως βαδίζουν προς την σήψη. Ναι μια φορά πεθαίνουμε αν είμαστε τυχεροί, φορώντας το προσωπείο του έρωτα, αποχαιρετώντας κάθε τι ανθρώπινο, εκεί βρίσκουμε την ανθρωπιά μας. Αν δε σε σκότωσε ένα ζευγάρι μάτια, αν έζησες ύστερα από τον έρωτα, τότε σίγουρα δεν τον έχεις γνωρίσει.

ἐράω - ἐρῶ, ιωνικός τύπος: ἐρέω

1.    είμαι ερωτευμένος

2.    επιθυμώ σφόδρα

3.    κάνω εμετό, αδειάζω, εκκενούμαι

Αδειάζω ό,τι είμαι, ό,τι έμαθα, ό,τι έχω για να χωρέσω ό,τι επιθυμώ. Κι ύστερα το έρω και το αίρω μπορεί να μη γράφονται το ίδιο μα ακούγονται όμοια…Κι ίσως συμβαίνει αυτό γιατί όταν ερωτεύεσαι αναιρείς , όμως δεν είναι ίδια γιατί ό,τι κι αν αναιρέσεις η ομορφιά πάντοτε μένει αναλλοίωτη, πάντοτε μένει εκεί, δική σου. Η κυριότητα, η κατοχή, η απόκτηση,  ωστόσο δεν υποδηλώνουν την εξουσία που ασκείς, αλλά την εξουσία που σου ασκείτε. Ό,τι ονομάζεις δικό σου, είναι ό,τι του ανήκεις εσύ, ό,τι δόθηκες, ό,τι θέλησες, ό,τι είσαι.

 

 Και τώρα να, κάθισε εδώ, πιες ένα ποτήρι και πες μου πόσο φοβάσαι το τέλος ή πόσο έτοιμος είσαι κι ύστερα, όταν δε θα το περιμένεις θα σε ρωτήσω, εσένα που όλα τα έζησες, εσένα που όλα τα έκανες πες μου λοιπόν, πως βαδίζεις ανάμεσα στους νεκρούς, πως ανέπνευσες ανάμεσα στους ζωντανούς όταν ούτε πέθανες ποτέ ούτε ποτέ έχεις ζήσει; Κι ύστερα θα με ρωτήσεις τι είναι η ζωή; Κι εγώ δε θα πω τίποτα, μονάχα θα ανασάνω. Κι όταν ρωτήσεις τι είναι ο θάνατος, τότε θα κλείσω τα μάτια, θα ψάξω μες στη σκέψη μου κι ανασέρνοντας εκείνα τα μάτια θα σου δώσω την καλύτερη ανάσα μου κι αυτή ας είναι η τελευταία δήλωσή μου για απόψε. Αν αναρωτιέσαι ακόμα, αν δεν κατάλαβες, η ζωή και ο θάνατος είναι τα άκρα μιας μεγάλης ανάσας σε ένα μη γωνιακό σύστημα, η ζωή και ο θάνατος λοιπόν είναι δυο σημεία αναφοράς πάνω σε έναν ολοστρόγγυλο κύκλο. Η αρχή είναι αυτός, το τέλος είναι ο ίδιος. Ακριβώς γιατί δεν μπορεί να γίνει μεγαλύτερος όταν σχηματιστεί κι έπειτα από την απεικόνισή του δεν μπορεί να καταλάβει άλλο χώρο στο τετράδιο. Μέσα σε ένα αχανές –από την επίπεδη θέση μας- σύμπαν, μέσα σε ένα μικρό κι ασήμαντο-από την οπτική μας- πλαίσιο, βρίσκεται η πραγματικότητα της ύπαρξής μας.

Κι ο έρωτας; Θα μου πεις, που χωρά, που συμβαίνει; Ο έρωτας είναι το χρώμα που επεμβαίνει σε αυτή την στρόγγυλη ανάσα  κι ομορφαίνει όχι μονάχα το σχήμα αλλά και όλο το τετράδιο, μια σταλιά χρώμα , μια βούλα, μια μουτζούρα, ένα τυχαίο γεγονός που όχι μόνο ζωντάνεψε τον κύκλο ή το χαρτί αλλά άλλαξε και τη διάθεση ίσως, αυτού που κάθονταν στο θρανίο. Αν ένα χρώμα μέσα σε ένα σχήμα μπορεί να επηρεάσει τόσους μακρινούς από αυτό εξωτερικούς παράγοντες, φαντάσου τώρα φίλε μου τι έκανε σε αυτό το σχήμα. Ο έρωτας είναι η μόνη μας ανάσα στην ύπαρξη, μια ανάσα δυνατή να βγει εκτός πλαισίου ενώ ακόμη στρογγυλοκάθεται μέσα του. Μια ασήμαντη στιγμή μα τόσο σημαντική ταυτόχρονα, έτοιμη να αλλάξει τον κόσμο.

 Εύχομαι μόνο το επόμενο βράδυ, να μιλήσουμε με σχήματα και χρώματα, το επόμενο βράδυ να μου υποσχεθείς πως θα ανταλλάξουμε αναπνοές πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί, πως θα ανταλλάξουμε αναπνοές πάνω σε γράμματα, λέξεις και ήχους και τότε θα συναντηθούμε και θα συνομιλήσουμε, αν είμαστε τυχεροί, θα ξαποστάσουμε πάνω στο τραγούδι ενός ερωτευμένου, εκεί που τα σχήματα και τα χρώματα αποκτούν ήχους κι ανακυκλώνονται , αθάνατοι κι αγέραστοι παρέα με όσους δε γνωρίσαμε κι όμως αναγνωρίζουμε τα πρόσωπά τους. Εκεί θα βρούμε τους όμοιους μας, εκεί θα είμαστε εμείς κι ας ήρθαμε όλοι μόνοι σε αυτή τη συνάντηση, αυτό το ατέλειωτο βράδυ θα ναι η δική μας φιέστα. Πλημμυρισμένοι από ομορφιά, ασήμαντοι, πολύχρωμοι κι ηχηροί, απίστευτα γεμάτοι, θα σκάσουμε σαν τεράστιο πυροτέχνημα και θα φωτίσουμε την νύχτα για λίγο καθώς θα  καθώς οι κύκλοι μας σαν σαπουνόφουσκες θα μοιάζουν με αιώνιες παντιέρες.

Ο Λάβδαν σηκώθηκε εξτατικός κι αφού χάιδεψε το κεφάλι του γάτου που γουργούριζε απλωμένος στο πάτωμα άνοιξε το ψυγείο και πέταξε ένα μπουκάλι με λίγο ξινισμένο κρασί. Η Τζούντιθ είχε κοιμηθεί από ώρα πάνω στα απομεινάρια μαλακών ερώτων σαν τα τσιγάρα της κι ο Μέρι την παρακολουθούσε φοβούμενος από τον επικείμενο έμετό που επρόκειτο να μαζέψει αν γύριζε από την άλλη. Το ρολόι έδειξε 3 κι ένας ακόμη κύκλος της ώρας προμηνύονταν βαρετός και τραγελαφικά αποστειρωμένος μέσα στην καραντίνα. Ο Χερνάντεζ έριξε λίγη μπύρα στο ποτήρι του και βάλθηκε να παρατηρεί εραστές παλιάτσους στο ταβάνι ενώ ο Λάβδαν κούμπωνε το παντελόνι του γυρνώντας από την τουαλέτα. Τα μάτια της Γιουλέτ κλειστά και πεταριστά κάπου τώρα συνειδητοποιούσαν μέσα στο όνειρο την ανάσα κι ύστερα ξοδεύονταν μικροαστικά  και ρεαλιστικά στον σύντροφο που είχε διαλέξει χρόνια τώρα. Ο Λάβδαν σταμάτησε το πικ απ. Απαξίωσε τους μπάτσους και τη γειτόνισσα κι άραξε σε ένα σαλόνι με τέσσερα άτομα κι ένα παράξενο γούνινο ginger. Τρεις ανθρώπους, ένα γάτο στην εφηβεία και μια ανάμνηση που κείτονταν αθόρυβη, δυνατή και πολύχρωμη μέσα στον κύκλο της ύπαρξής του.

Το απόγευμα είχε περάσει από την εκκλησία, στα δεξιά του ένα όμορφο πρόσωπο έμπαινε στο αχρησιμοποίητο καφέ  ενώ στα αριστερά του, η άνοιξη μαρτυρούσε κρυφά την ομορφότερη ανάμνησή του, εκεί ανάμεσα στα ανθισμένα τριαντάφυλλα των παρτεριών κάποτε η Γιουλέτ του είπε να φύγουν γιατί της μύριζαν τα σκουπίδια.




https://www.blogger.com/blog/post/edit/preview/5655989070422499602/5605367375102762361

Wednesday, February 24, 2021

 

Προσωπικό

 

Της Χριστίνας Κοντούλη

 

 

Θέλω να σε κάνω κάπως να μείνεις, θέλω να κερδίσω τις μέρες, τις νύχτες σου, μη φεύγεις. Κάθεσαι στο διπλανό δωμάτιο. Γιατί το σπίτι μου μοιάζει ποιο ασφυκτικά άδειο από το να μην ήσουν εδώ κι έπειτα διπολικά και σιωπηλά, απλά γεμάτο; Τον τελευταίο καιρό νιώθω μια παράξενη ένταση, ειδικά απόψε, δε με χωράει ο τόπος, Αν μπορούσα να σε παρομοιάσω με κάτι θα σε ονόμαζα ρεύμα.

 

 

 

Δεν μπορώ να γράψω όσο είσαι δίπλα μου, θέλω μόνο να σου μιλάω ακόμη κι όταν μπετώνει το κεφάλι μου και δεν έχω τι να πω, θέλω να βρω, εν ανάγκη να δημιουργήσω, θέλω να ζωγραφίσω τα μάτια και τα χέρια σου πάνω στους αμφιβληστροειδείς των ματιών μου, όπου κι αν στρέφουν, να βλέπουν εσένα, να καθησυχάζονται χωρίς να έχουν άλλη ησυχία. Δεν αντέχω άλλη ησυχία, σιωπηλά καθώς σβήνει η εικόνα του ευρύχωρου κόσμου μας, καθώς τα περιθώρια στενεύουν , πιέζουν κι αποδομούν, θέλω να σε βλέπω. Κάθισε, κάνε ένα τσιγάρο μαζί μου, πρέπει να δυναμώσω κι άλλο , πρέπει να δω, φόρα τη φωνή σου στα μάτια μου, διώξε επιτέλους την επιλεκτική μυωπία. Ο καναπές δεν είναι πια τόσο άνετος, τα σανίδια του πέφτουν, η πλάτη του τρίζει, το στρώμα βρωμά. Δεν αντέχω άλλη μέρα αδράνειας, δεν αντέχω άλλη βολή, δεν αντέχω άλλη ασφαλή σκέψη.

Το παίρνω πίσω, έλα, έλα και κάτσε όπου θες, έλα κι ας μη μιλήσουμε όλο το βράδυ, έλα και κλείσου στο δίπλα δωμάτιο, θα προσπαθήσω κι εγώ να χαζέψω λίγο στην τηλεόραση τη σειρά που μου αρέσει, όσο μπορώ να συγκεντρωθώ. Σήμερα ξεπέρασα λίγο φόβο, επαναστάτησα, δεν πρόλαβα να στο πω, το έκανα όμως. Βγήκα επιτέλους από το πολύχρωμο κελί μου και περπάτησα! Ναι πήγα πιο μακριά από το περίπτερο, πιο μακριά από όσο έχω πάει τον τελευταίο καιρό, από όσο είχα ξεχάσει να πηγαίνω. Εδώ και μήνες ο κόσμος έμοιαζε να έχει μικρύνει επικίνδυνα, λίγα βήματα πέρα από τον νοητό κύκλο προστασίας που κατασκεύασα έμοιαζαν τόσο μακρινά, λίγα βήματα, μεγάλες αποστάσεις. Έχαψα για τα καλά το παραμύθι τους, μήνες τώρα δεν υπήρχα εγώ, εγώ μονάχα συντηρούμουν σαν τουρσί μέσα στη γυάλα του φόβου. Σήμερα βγήκα από τη γυάλα, πάλι δεν πρόλαβα να πάω πολύ μακριά πριν συναντήσω κάποια φίλη, αλλά τα κατάφερα, για σένα θα έκανα τον πιο μεγάλο δρόμο. Άμα εν τέλη στο πω ποτέ θα γελάσεις υποθέτω, έτσι κι αλλιώς στην κανονική πραγματικότητα αυτός δεν είναι μεγάλος δρόμος, δεν είναι τίποτα όμως για μένα είναι η επανάστασή μου. Και ξέρεις τι, δε φοβήθηκα, όχι δε φοβήθηκα καθόλου, πρώτη φορά εδώ και καιρό, μάλιστα ήθελα να περπατήσω κι άλλο, πιο γρήγορα, πιο γρήγορα ως που να φτάσω κοντά σου, εκεί που λογαριάζω τώρα τελευταία σπίτι μου.

Βλέπεις το σπίτι που μένω έχει πάψει εδώ και καιρό να διατηρεί τη σημασία του κι έξω τα σπίτια είχαν κλείσει, οι δρόμοι είχαν κλείσει, οι σκέψεις, οι ψυχολογία μας, είχαν κλείσει. Χαίρομαι που μου τηλεφώνησες, χαίρομε που έβγαλες το καπάκι της γυάλας, ακόμη δεν συνήλθα πλήρως, όμως θα κάνω ό,τι μπορώ να μείνεις εδώ, κοντά σου δε φοβάμαι τίποτα. Μείνε, σε χρειάζομαι, σε θέλω δίπλα μου, σήμερα δεν ανήκω στον φόβο, σήμερα ανήκω στο πλευρό σου, σήμερα ανήκω στο πλευρό όλων, ακόμη κι αν δε μπορώ να σε δω, μείνε, μείνε, μείνε μαζί μου, σύντροφοι θα αγωνιστούμε παρέα, δώσ’ μου το χέρι σου κι εγώ σου υπόσχομαι να κλείσω την παλάμη σφιχτά κι ο φόβος να μη βρει τρύπα, για  σένα, για μένα, για κανέναν μας. Σε εμπιστεύομαι κι αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορώ να σου δώσω.

Σήμερα σηκώθηκα από τον καναπέ μόλις άκουσα τη φωνή σου, και χτες το έκανα, θα το κάνω και αύριο, δεν αντέχω άλλο το φόβο, πλημμύρισέ με σιωπηλά, δυνατά, εσένα θέλω να ακούω, εσένα σε κάθε φωνή, η τρομοκρατία δε θα περάσει, δε θα ακουστεί, δε θα πάρει άλλη υπόσταση, μείνε κοντά μου και θα ρίξω το σύστημα, μείνε κοντά μου κι εγώ θα φέρω τούμπα τον κόσμο ολόκληρο , τον εαυτό μου.

Καθώς μιλάμε ένα ένα τα συστημικά κατάλοιπα , ένα ένα τα ψέματα καταρρέουν, ο χώρος αλλάζει, επεκτείνεται, η μοναξιά καταρρέει, τέλος η απομόνωση, τα χέρια σου, η φωνή σου η μόνη ασπίδα μου απέναντι στον εαυτό που επιθυμούν να μου φτιάξουν! Καμιά υπακοή! Κανένα κεφάλι κάτω, κανένα γόνατο στο πάτωμα, κανένα σιωπηλό, κανένα καλυμμένο στόμα. Σπάσε με κι άλλο, μπορείς; Μόνο όταν θα σπάσω ολόκληρη, μόνο όταν  πραγματικά μοιραστώ σε χίλια κομμάτια θα είμαι ελεύθερη, Εμπρός, πριν ξεκινήσεις να ρίχνεις τους δικτάτορες στην πλατεία ξεκίνα από μένα, βοήθησέ με να ρίξω τον δικτάτορα μέσα μου, τόσο καιρό τον σπρώχνω να πέσει μα εκείνος τρυφερά, λυπητερά και ύπουλα τρέφεται από τη δύναμή μου, με στήνει στον τοίχο ακόμη και ψεύτικος, κρύος, μαρμάρινος κι άκαμπτος χωρίς να σηκώσει το μικρό του δαχτυλάκι, υπολογίζει βλέπεις στην κούρασή μου…μα αν είμαστε δυο; Τι ζημιά μπορούμε να του κάνουμε τότε! Θα σε ακούω με όποιους τρόπους θέλεις, θα σε αγκαλιάζω με όποιους τρόπους διαλέξεις εσύ, θα είμαι δίπλα σου, θα σπρώχνω μαζί σου.

Κι αν πέφτω σε πισωγυρίσματα, αν ξεχνώ να κλείσω τις πόρτες μου όταν έρχεται ο φόβος, μίλα μου να θυμηθώ, κοιμήσου δίπλα μου να κοιμηθώ, βοήθησέ με να παραμείνω άνθρωπος τη στιγμή που μας διδάσκουν την τέχνη της απανθρωπιάς, τότε πιάσε μου το χέρι , τότε κοίτα με, μάζεψέ με από τη λήθη. Σου υπόσχομαι αν ξοκείλεις θα σε μάσω κι εγώ.

Τώρα σήκω από το κρύο σπίτι σου κι έλα εδώ, θα φτιάξουμε πανό για αύριο, μπορεί να χαζολογίσουμε, να πιούμε μια μπύρα, μπορεί να ακούσουμε ηλίθια τραγούδια ή τραγούδια με νόημα, μπορεί να σχολιάσουμε την πολιτική, να βρίσουμε τη μιζέρια, μπορεί να σκοτώσουμε μικρούς εαυτούς, να παίξουμε λίγο με τον γάτο ή το θάνατο, έλα να γίνουμε κι απόψε λίγο μικροί, ασήμαντοι άνθρωποι μέσα στο σύμπαν, έλα πριν μας φάει η μαρμάγκα δίχως να καταλάβουμε τίποτα. Ας είμαστε λίγοι, ασήμαντοι, νοσηρά σημαντικοί, αυτόφωτοι μες στο σκοτάδι. ΈΛΑ κι απόψε να ρίξουμε μικρούς δικτάτορες κι αύριο ας παλέψουμε για έναν καλύτερο εαυτό, για έναν καλύτερο κόσμο.

Tuesday, February 9, 2021

 

Απόψε πρέπει να μιλήσουμε

 

 

Της Χριστίνας Κοντούλη

 

 

 

 

 

Απόψε πρέπει να μιλήσουμε.  Ίσως δεν έχουμε τίποτα να πούμε.

«Φτωχή ανθρωπότητα

Δε μπόρεσες ούτε ένα κεφάλαιο να γράψεις ακόμα,

Σα σανίδα από σκοτεινό ναυάγιο

Ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος»

Ταξιδεύουμε μέσα στο χοροχρονικό συνεχές με την απληστία της άφθαρτης ύπαρξης κάτω από κάθε μας βλέφαρο, κοιμόμαστε, τινάζουμε τα πόδια κι ονειρευόμαστε πως ζούμε διαφορετικές ζωές την ώρα που το κορμί για άλλη μια φορά μακρηγορεί, αποκηρύττει κι αποκρύπτει το θάνατο.

Ακούμε τραγούδια που μιλάνε γι’ αυτόν, τον εκθειάζουν, τον ψυχαγωγούν, οι διασκεδαστές παραδίνονται και νομίζουν πως χλευάζοντάς τον ή εναποθέτοντας τιμές στα άυλα πόδια του, τον εξευμενίζουν και κατευνάζουν όχι το δικό του, το ανύπαρκτο πρόσωπο μα το πρόσωπο που τους άφησε να τον σκεφτούν, το πρόσωπο που τους παρουσίασε την πιθανότητά του. ΑΎΘΑΡΤΟΙ, Παντοτινοί, παντογνώστες. Πέρα για πέρα Ηλίθιοι.

Όχι , όχι, είμαστε κι επαναστάτες, επαναστατούμε στο γεγονός, ποτέ στην ηλιθιότητα, περιμένουμε, περιμένουμε, προσμένουμε, καρτερούμε, την τέλεια στιγμή, την τέλεια ζωή, τον τέλειο άνθρωπο χωρίς ποτέ να αποδεχτούμε το μισητό και δύσκολο επόμενο βήμα. Το επόμενο  «ΒΛΉΜΑ» ωστόσο εύκολα, το αγκαλιάζουμε. Περνούμε τα χέρια γύρω από τη μέση του θέματος κι έτσι απλά το μεταφράζουμε στη σκιά μιας πεταλούδας, ποτέ δε μελετήσαμε το σύστημα της απόχης, ούτε και της αποδοχής παρά εμμένουμε εκκεντρικά, βαρετά κι ατελέσφορα στο γεγονός του συναισθήματος για το οποίο δε μας είχαν προετοιμάσει.

Δεν ακούω πια τον βραστήρα, παρά αν βρίσκομαι σε κάποιο vintage café, ακούω το πλυντήριο, να στύβει και να στεγνώνει μαζί με τις βρώμικες μπλούζες μου και το μυαλό μου, τις επιλογές μου, τις απολήξεις μου, δεν είμαι ένα ανθρώπινο ων, κανείς λάθος, κι εσύ μη νομίζεις πως είσαι κάτι περισσότερο από μια τυχαία συνάρτηση, ίσως και να ήταν συνετό να μπλέξουμε τα μαθηματικά στην κουβέντα, εύκολα κάποια στιγμή θα μπορούσες να πεις πως δε τα καταλάβαινες από μικρός και πιθανόν αυτός είναι ο λόγος που δεν ακολούθησες κάποια φυσική επιστήμη, ύστερα θα σου εκμυστηρευόμουν πως στο δημοτικό είχα κι εγώ μερικά Β στον έλεγχο και θα γελούσαμε με τους αφελείς μας δασκάλους που προσπέρασαν κάποτε δυο διάνυες. Θα έσπαγε τον πάγο, τι λες;

Ωστόσο, αδυνατώ να αποκηρύξω πλέον ένα κομμάτι του ανθρώπου που μου δημιουργεί τέτοιο μυστήριο. Τα μαθηματικά είναι η ηθική μας, η ηθική είναι τόσο ρευστή όσο το «έστω x” , αφουγκραζόμενη την απαραίτητή προϋπόθεση προσδοκάει και παρουσιάζει το αλάθητο αποτέλεσμα. Παραμένει όμως ρευστή, παγωμένη, μπετωμένη , ξένη και συγγενείς, μα πάντα ρευστή. Νομίζεις πως υπάρχει κάποια συγκεκριμένη συνταγή στην παρουσίαση της ανθρώπινης υπόστασης και φυσιοκρατίας, νομίζεις ότι ο ζωγράφος εκφράστηκε ή έχτισε; Έχτισε ή ξέθαψε τα θεμέλια του τρικλίζοντα πύργου κι έπειτα ψιθυριστά αναθεμάτισε την ύπαρξη της διαπίστωσης της απολυτότητας καθώς έχωνε το προσάναμμα στις επιταγές του κοινωνικού του προσδιορισμού; Το έργο αποκρίθηκε, ο θεατής ανταποκρίθηκε, οι κριτικοί σάλιωσαν τα δάχτυλα κι ο ζωγράφος εκμηδενίστηκε ευχαριστημένος που ανήκε. Κι ύστερα παραμέρισε την ηθική κι αποθεώθηκε από φωνές που δεν είχε την μακροζωία να ακούσει, ακριβώς γιατί αρνήθηκε το θεμιτό κι όχι γιατί προστάτεψε τη σκέψη με το έργο. Η άρνηση του συστήματος ήταν αρκετή για να αγαπηθεί σαν αυτούσια τέχνη, το πρόσωπο διατήρησε την ψυχική του ανωνυμία κι αντάλλαξε την γέννα για λίγο ψωμί. Η κοινωνία χειροκρότησε και κάτω από τον πίνακα χιλιάδες σάπια καρβέλια παραδόθηκαν σαν τάμα, σαν θυσία καθώς το όργανο επεξεργασία τροφής σάπιζε πια μαζί με τον δημιουργό του.

Θα χρησιμοποιήσω την ελαστικότητα της κοινωνικής ηθικής για να δικαιολογήσω και να κατακρίνω την δική μου. Ναι έζησα προστατευμένος, ναι δεν έκανα τίποτα, ναι υπήρξα ανύπαρκτος, όχι από συνέπεια ή στιβαρή επιλογή μα από φόβο από αυτοχλευασμό της ίδια μου της επιθυμίας για την επιβίωσή μου ανάμεσα στο καλό όλων. Κι όταν το πρώτο σου μέλημα γίνεται τάχα μου, το κοινό όλων, πρέπει να ξέρεις πως δεν έχεις κανένα κοινό όφελος παρά μονάχα την ασπίδα του «καλώς έπραξα» όταν επιθυμείς να ξεκινήσεις μια πρόταση με το γνωστό σε όλους «ναι, αλλά εγώ…» δίνοντας για λίγο μια πνοή στη μίζερη ύπαρξή σου. Μαθηματικά καλύπτεις το τρυφερό σου κωλαράκι από τα βράχια, φιλοσοφικά, έστω χ ο επόμενος.

Κι εσύ τα ξέρεις όλα αυτά, μπορεί να μην στα έχω τοποθετήσει σε λέξεις, μα τα ξέρεις κι αυτό με στοιχειώνει απέναντί σου, με έχεις δει να φοβάμαι, με έχεις δει να μη φοβάμαι τίποτα, τώρα δε πρέπει να ξέρεις πως κάνω το τίποτα, δε πρέπει να ξέρεις πόσο με σακάτεψε η κοινωνία. Στην καλύτερη θα επιμείνεις με κάποιον δικό σου ατελέσφορο χειρισμό να βγω από το καβούκι μου κι έτσι θα με τρομάξεις κι άλλο για τη μέρα που πια δε θα το κάνεις, στη χειρότερη, δε θα το κάνεις καν. Θα γελάσεις, θα εγκαταλείψεις και θα αναγάγεις τον παράξενο αγώνα μου στη μονάδα, πιστεύοντας πως η μονάδα μου είναι μοναχική, μοναδικά απελπισμένη ίσως κι αδιάφορη.

Από χτες σκέφτομαι να ξεπεράσω τους φόβους μου, από χτες σκέφτομαι να έρθω να σε βρω, να κρύψω ένα μπουκάλι τσίπουρο στην τσάντα να γράψω ένα χαρτάκι παρακολούθησης κινήσεων και να υπερβώ τις μαύρες τρύπες της απομόνωσης που μου χάρισε η καραντίνα κι ο πληγωμένος εγωισμός μου. Να σε περιμένω στην αυλή κι όταν έρθεις να σε καθίσω κάτω επιτακτικά κι απαιτητικά κι άμα το θες να γίνουμε μια τελευταία φορά φίλοι. Κι ύστερα ξυπνώ το πρωί και σκέφτομαι πως δεν υπάρχει λόγος να παλέψω ούτε για σένα ούτε για τίποτα. Το Κράτος και η Βία, η καταστολή, κρατάνε τώρα τα αρχιδάκια μου και παίζουν μαζί τους badminton στο υπουργικό μέγαρο τρώγοντας σνακ από σολομό σφιγμένο ανάμεσα σε κρακεράκια. Πως να σου πω ότι με νίκησαν, σε σένα από όλους πως να παραδεχτώ την άνεση της φυλακής μου;

Μιλούσαμε για ελευθερία, σου έλεγα πως χρειάζεται σχέδιο, επανάσταση ναι, και μετά; Με κοιτούσες και θύμωνες, δεν πείραζε, ένιωθα λογικός, σοφός, έξυπνος. Θα το σκεφτείς, θα καταλάβεις, που θα πάει; Έλεγα βουλιάζοντας στον καναπέ, κουρασμένος από την τόση γνώση. Έλεγες φύση, έλεγα ναι αλλά πως, που, πότε, πάλι με κοιτούσες και θύμωνες κι εμένα μου άρεσε να είμαι ταραχοποιός στα σχέδιά σου. Λέγαμε για ανθρώπους που αγαπούμε κι ένιωθα σπίτι μου. Τώρα νιώθω υπόλογος για τις επιλογές άλλων, νιώθω μαλάκας γιατί υπηρέτησα αφεντικά χωρίς εταιρίες, αφεντικά χωρίς καταστατικά και συμβάσεις εργασίας, αφεντικά χωρίς ευδιάκριτα διακριτικά, αφεντικά χωρίς πρόσωπα. Αφεντικά που κι εσύ αγαπούσες. Νόμιζα πως κάνω το σωστό, νόμιζα πως το ηθικό ήταν να βγάζω το σκασμό, να ανέχομαι, εσύ μιλούσες; Κι όταν άρχισα να το βλέπω, όταν άνοιξα το στόμα μου, είχαν ήδη σκιαγραφήσει τους μηχανισμούς μου, η τρομερή μου επανάσταση έμοιαζε με σενάριο κι εγώ διάβαζα τις ατάκες . Δε μπορώ να σου μιλήσω γι’ αυτά, τα άφησες πίσω σου, θα ξανάρθουν όμως. Και τώρα έτοιμος να κάνω την εφηβική μου επανάσταση κοντά στα τριάντα, επιτέλους αμφισβητώ τον καθρέφτη μου, επιτέλους ξέρω πως δεν ήμουν καθαρός κι όσο κι αν αυτό με λούζει στις λάσπες σα νεογέννητο γουρουνάκι τόσο το επιθυμώ, επιτέλους ξέρω, νομίζω το είχες καταλάβει από την αρχή, στην θρησκεία των γουρουνιών αγαπιέται το μπέικον, η καμένη σάρκα είναι πιο συμβατή από τη ζωντανή κι ο ρόλος της μπριζόλας ήταν σιωπηλός, τραγικός, αξιομνημόνευτός, άγιος ίσως. Τώρα που στολίστηκα με τα αγαθά μου και μύρισα το καμένο μου σώμα, επιθυμώ τη λάσπη, ο φούρνος πλησιάζει, ακόμα στέκομαι, οι κατακόκκινες αντιστάσεις υπόσχονται παραδεισένιες αισθήσεις κι εγώ μυρίζω τις τρίχες που τσουρουφλίζονται. Γιατί, γιατί δε φεύγω;;;;

Δε σου ζητώ να το παίξει σωτήρας, δε ζητώ το χέρι σου να πιαστώ, πες μου όμως, μια τελευταία φορά, τι κάνουμε μπροστά στο φούρνο; Κάτσε δίπλα μου, πιες μαζί μου, πες μου γιατί διατηρούμε τη σιωπή όταν καιγόμαστε;

Η Βαλχάλα υπέκυψε, η σιωπηλή αποδοχή τελείωσε, οι μουγκοί μάρτυρες δεν είναι πια ηρωικοί, παρά μονάχα σε δακρύβρεχτες ταινίες κι εμείς παρανοϊκά εμμονικοί σφίγγουμε τη μύγα να στάξει γάλα κι έπειτα αυτοκτονούμε με το προσωπικό μας δηλητήριο περιμένοντας η κοινωνία να αναφωνήσει «Καλός ήταν» λίγο πριν τη λήθη.

Tuesday, September 29, 2020

 

Οι εκ γενετής νεκροί και το ένα

 

Της Χριστίνας Κοντούλη


 

  

 

-Βαρέθηκα Σιμόν, βαρέθηκα

-Θέλω να σταθείς στα πόδια σου

-Εύκολο νομίζει μου ’ναι;

-Όχι, θέλω όμως να μάθω να μου πεις

-Σιμόν, γεννήθηκα λίγος, ή πολύς δε  ξέρω, αλήθεια κουράζομαι. Μέσα σαυτό το κεφάλι τόσα γιατί, κι ούτε μία, τόσο δα απάντηση..

 

 

 

 

 

Ανοίγει η αυλαία, τα χέρια της σαν προέκταση των καλωδίων πίσω από τα παρασκήνια τεντώνονται στον αέρα φωνάζοντας καθώς η φωνή μικραίνει, απομακρύνεται, λιγοστεύει και τελικά χάνετε.

Δεν μάθαμε να περπατάμε, μόνοι μας, μόνοι μας ήταν πάντοτε αδύνατο, περπατούσαμε πάντα πάνω στα χνάρια των άλλων, στα βήματα που ήδη κάποιος άλλος άφηνε πίσω του, σηκωνόμασταν τινάζοντας λίγο το περίγραμμά μας κι ύστερα βιαστικά και προσεκτικά βάζαμε το ένα πόδι σε κάποιο σκονισμένο καρέ και μπαίναμε μέσα.

Το παλιό θέατρο ανακαινισμένο από τις διάφορες πολεμικές απόψεις τις εποχής μας περιβάλει σαν αγριεμένη μήτρα. Στα σπλάχνα της πονεμένης λύκαινας ξεφυσούσαμε όλοι μαζί κάρβουνο, απελπισία και μια ανεξήγητη τρέλα. Απόψε δεν ήταν η σειρά της, δεν ξέρω τι την έκανε να σηκωθεί.. ίσως έφταιγε που είχε μάθει στα μπουλούκια κι έτσι οι γνώσεις τις ήταν ελλιπείς για το πως λειτουργεί μια παράσταση, ίσως πάλι ακριβώς επειδή έμαθε στα μπουλούκια να μην την ενδιέφεραν καθόλου οι κανόνες μας κι αυτή να μην ήταν μια πράξη άγνοιας ή κακοτροπιάς μα μια πράξη αλήθειας. Ίσως ακόμη να έφταιγε που δεν τρώγαμε πρωινό τον τελευταίο καιρό και να είχε αρχίσει να τα χάνει από την πείνα.

Η Αλίκη στη χώρα των γευμάτων, αυτό ήταν το πραγματικό όνομα της παράστασης. 3 και τέταρτο δίναμε αίμα, έπειτα περνούσαν οι γιατροί και κοίταζαν τα μάτια μας, στις 5 μάζευαν τους απείθαρχους και στις έξι τους έφερναν να δουν μια τελευταία φορά να ανοίγει η αυλαία. Έπειτα τους απομάκρυναν συνοπτικά κι εμείς μέναμε μόνοι ακούγοντας καλλίγραμμα βαλσάκια στο μεσοδιάστημα του ταΐσματος. Κι έπειτα πάλι για ύπνο. Άλλη μια σκληρή μέρα είχε περάσει ή μήπως ήταν μια ώρα;

Ο ύπνος δεν ήταν εύκολος, άλλοι έπαιρναν χάπια για να κοιμηθούν, άλλοι χτύπαγαν ρυθμικά τα δάχτυλα στα σανίδια των παρασκηνίων, άλλοι κρυφά αγκάλιαζαν κάτι ή κάποιον κι άλλοι έμεναν ξάγρυπνοι γιατί φοβόταν και δεν ήταν σίγουροι πια αν ξύπναγαν ή αν κοιμόταν με τον εφιάλτη.

Ο πομπός μετέδιδε τα ψέματα όσο εύκολα μετέδιδε τα βήματα του βαλς και τα πόδια χόρευαν ασυναίσθητα πια, απογυμνωμένα από την ευχαρίστηση, παραδομένα στο σίγουρο πάτημα, βαριεστημένα.

Δυο περιστέρια το ένα πίσω από το άλλο ακολουθούσαν την μουσική πάνω στο χοντρό σύρμα που χώριζε τον ουρανό από το κτήριο. Ήταν ευχάριστο που και που να βλέπεις και κάτι που είχε άγνοια κινδύνου μα ακόμα κι αυτή η εικόνα όταν γίνονταν συχνά άρχιζε να διαστρεβλώνεται παράξενα και τα αθώα περιστέρια να μοιάζουν πια με ρουφιάνους έτοιμους να χέσουν από ψηλά και να καταδείξουν τον επόμενο. Ήταν κυριολεκτικά οι καταδότες του κώλου.

Τα Σαββατοκύριακα είχαμε ρεπό. Τότε κατεβαίναμε στους δρόμους μόνοι ολομόναχοι, με συντροφιά τα ξένα βήματα των αγνώστων και χορεύαμε πια πάνω σε αόρατες πατημασιές που χορογραφημένες κι εκείνες οδηγούσαν για άλλη μια φορά στη Δευτέρα.

Στους δρόμους λαμπερά φωτάκια και συνεχόμενες μουσικές από τα μεγάφωνα  έμοιαζαν να χλευάζουν τη γκρίζα ανθρώπινη μάζα που περνούσε από κάτω.

«Μόνοι, θα είστε πάντα μόνοι, δεν κάνει ούτε καν να κοιτάζεστε, θα πρέπει να προχωράτε μακριά ο ένας από τον άλλο, μην αγγίζεστε, μην ανοίγετε καν το στόμα, προς το παρόν μπορείτε να αναπνέετε, μην το παρακάνετε όμως»,

έλεγαν και ξαναέλεγαν, τώρα με ακόμη πιο χρωματιστές διαφημίσεις, τόσο ψεύτικα κι άσχημα χρωματιστές που αν είχες συνηθίσει στο γκρίζο σε ζάλιζαν κι έφευγες ακόμη πιο γρήγορα για τη δουλειά. Ααα ναι στη δουλειά δεν υπήρχε πρόβλημα, εκεί δεν ήταν κακό η συναναστροφή -με εγκράτεια φυσικά- αλλά, εκεί μπορούσες να κοιτάξεις, να μιλήσεις, αν χρειάζονταν και να ακουμπήσεις.  Μπορούσες και να πεθαίνεις, βέβαια μόνο όταν αυτό εξυπηρετούσε το σύστημα, όταν δεν αποτελούσες πια εκμεταλλεύσιμη ύλη.

Ο άνθρωπος βλέπεται είχε μάθει να εκμεταλλεύεται τα πάντα κι έτσι δεν ήταν τόσο δύσκολο να εκμεταλλευτεί και τον άνθρωπο, κι ο καλύτερος τρόπος να εκμεταλλευτείς κάποιον είναι η απομόνωση, η αποξένωση…. η μοναξιά δημιουργούσε πάντοτε εύκολη λεία. Κι ύστερα τσακισμένος καθώς ήσουν τότε, ήσουν έτοιμος να δουλέψεις και με πόση χαρά θα έκανες αυτή τη δουλειά, ό,τι και να ήταν, αρκούσε που δεν ήσουν για λίγο μόνος κι έτσι δεν έφερνες αντίρρηση, καμιά αντίρρηση, καμιά σκέψη. Κάθε φορά ανάμενα την ώρα της αυλαίας με απίστευτη προσμονή, σαν το παιδί που περιμένει το γλυκό να πέσει για ύπνο. Μόλις άνοιγε τούτη η σκοροφαγωμένη κουρτίνα, το μισογκρεμισμένο θέατρο μεταμορφώνονταν σε υπέρλαμπρο ναό και πως δεν θα ήταν, αφού όλοι, εκεί κάναμε στα αλήθεια τις προσευχές μας.

Κι όταν έλεγε το σενάριο πως πρέπει να αγκαλιαστούμε τότε να δεις, πόση η χαρά, πόση η αγκαλιά, πόση αγάπη, όταν έπρεπε να ξεκολλήσουμε αναμεταξύ μας τότε ήταν δε, που πραγματικά πονούσαμε λες και ξεσκίζονταν ένα κομμάτι από το κορμί μας. Πάνω στη σκηνή, όταν άναβαν τα φώτα, δεν ήμουν, δεν ήσουν, δεν ήταν, είμασταν το κορμί. Ένα, ένα τεράστιο πλατωνικό ανθρωποειδές ,εμπλουτισμένο στις μέρες μας, με περισσότερα χέρια και πόδια, με δεκάδες δάχτυλα και μάτια, και χιλιάδες τρίχες μαλλιών και άπειρα στόματα. Το κορμί ήταν η τροφή μας, η λογική μας, η ψυχραιμία, το θάρρος μας, το κορμί ήταν τα όνειρά μας.

Σιγά σιγά όμως κι ενώ περνούσε ο καιρός το κορμί θέριευε και μεγάλωνε, το κορμί ένιωθε, ζητούσε κι έτσι το κορμί κοίταξε γύρω του και είδε αυτή τη φορά πίσω από τα φώτα…. Μια μέρα είχαν φέρει άλλο ένα τσούρμο απείθαρχους. Ρίξαμε μια ματιά όπως πάντα πίσω από την κουρτίνα όταν ακόμη τα φώτα της σκηνής δεν ήταν ανοιχτά, κάτι παράξενο υπήρχε στην εικόνα απέναντί μας, κάτι παράξενο πλανιόνταν και στον αέρα γύρω μας, το κορμί δεν ένιωθε καλά, κάτι έλειπε, κάποιος έλειπε… Κοιταχτήκαμε όλοι, σχεδόν λες κι είχαμε συνεννοηθεί, οι ματιές μας ανταλλάχτηκαν με τόση γρηγοράδα όπως θα περνούσε μια πληροφορία στο νευρικό σύστημα ενός οργανισμού. Το λάθος είχε εντοπιστεί. Ένας από εμάς καθόταν τώρα απέναντί μας, ένας από εμάς ήταν τώρα στη θέση του θεατή.

Για πρώτη φορά η συνείδηση δεν περιορίστηκε στο πέρασμα άλλης μιας μέρας, για πρώτη φορά δεν ένοιαζε κανέναν αν αυτή η μέρα θα τέλειωνε, αν θα συνεχίζονταν αύριο ή αν δεν θα έρχονταν ποτέ ξανά. Αποφασίσαμε . Αυτή ίσως θα ήταν η τελευταία μέρα μα σίγουρα θα ήταν και η πρώτη.

 Ο φροντιστής άνοιξε την αυλαία αργά. Τα όργανα της αποτροπής και πρόληψης φάνηκαν να δυσανασχετούν, δυο αλλαγές, σε λίγο έρχονταν η Τρίτη.

Οι απείθαρχοι μας κοίταζαν αποσβολωμένοι, καθώς  προχωρούσαμε μπροστά στην σκηνή ένας ένας, όλοι, ηθοποιοί, σκηνοθέτες, φωτιστές, καθαριστές, ταξιθέτες, όλοι όσοι κρύβονταν στο καβούκι των παρασκηνίων τώρα έβγαζαν όλοι μαζί το κεφάλι της χελώνας από το σώμα της. Το κορμί άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε, το κορμί άνοιξε τα μάτια του και είδε. Με ένα βλέμμα ρίξαμε το σύστημα, με ένα βήμα πετάξαμε το λάβαρο τους συστήματος από μέσα μας κι αφού ξεριζώσαμε τα γρανάζια τότε φυτέψαμε τη νάρκη και ετοιμαστήκαμε. Απλώσαμε τα χέρια μιας και πιάνοντας ο ένας του άλλου σφίξαμε με δύναμη, η νάρκη οπλίστηκε ήταν έτοιμη κι αυτή. Το κορμί κοίταξε το κοινό και θαύμασε, το κορμί κατάλαβε, την ατέλειωτη, την ανυπόφορη μέρα, ίδια, απαράλαχτη, επίπεδη, υποδουλωμένη, αυτή τη μέρα που ζούσε βδομάδες, μήνες, χρόνια τώρα κι αποφάσισε να γυρίσει τη κολλημένη σελίδα στο ημερολόγιο και να γνωρίσει την επόμενη μέρα.  Όλοι ξέρουμε όμως πως για να ξημερώσει πρέπει να έρθει πρώτα η νύχτα κι έτσι έσβησε το φως. Το κορμί δεν μπορούσε άλλο να κρατηθεί, όρμισε μέσα στο πλήθος κι αγκάλιασε, το κορμί ερωτεύτηκε, το πλήθος ερωτεύτηκε κι εκείνο, το κορμί ξαναβρήκε το κομμάτι που έλειπε μα και κάτι παραπάνω, βρήκε ένα άλλο κορμί.

Η νάρκη εξερράγη.

Τίποτα δεν μπορούσε να μας κρατήσει πια μακριά, ούτε τα όργανα της αποτροπής και πρόληψης, ούτε το σύστημα, ούτε καν οι εαυτοί μας,

Σπάσαμε τις πόρτες, πηδούσαμε ανάμεσα στα σάπια ντουβάρια με τις ξεσκισμένες ταπετσαρίες κι αφήνοντας πίσω τους ξεπεσμένους μας εαυτούς, γίναμε ένα, ένα ακόμη μεγαλύτερο. Ορμίσαμε στους δρόμους φωνάζοντας, γελώντας, τραγουδώντας κι ουρλιάζοντας. Ανεβήκαμε στους στύλους, στα δέντρα και στα χαλάσματα και γκρεμίσαμε τα ψεύτικα φώτα, ύστερα αρχίσαμε να γκρεμίζουμε και το γκρίζο. Αρπάζαμε αγνώστους και τους αγκαλιάζαμε, τους φιλούσαμε στα χέρια και στα μάγουλα κι εκείνοι άρχισαν να χαμογελούν σαστισμένοι και να μας ακολουθάνε, σε λίγο το ένα ήταν τόσο μεγάλο που απλώνονταν σαν ποτάμι στην γκρίζα πολιτεία.  Απόψε πολεμούσαμε εμείς, απόψε καταστρέφαμε τον φόβο, σπάζαμε τη φυλακή, απόψε θα κάναμε απογραφή θυμάτων του έρωτα κι όχι του θανάτου κι αν ήταν να υπάρξει ένας θάνατος ας ήταν ο υποδουλωμένος μας εαυτός, ας ήταν τα μόνα πτώματα που θα μαζεύαμε από τις πλατείες εκείνα των φόβων μας.

Ξάφνου είδαμε το στρατό να πλησιάζει. Όργανα επιβολής ασφάλειας και αμούστακα στρατιωτάκια οπλισμένα σαν αστακοί, έθεσαν ένα φράγμα στη συζήτηση κι επιχείρησαν κρατικό μονόλογο. Όμως εμείς δεν ακούγαμε τίποτα πια, είχαμε σκοπό να δούμε την επόμενη μέρα. Το ένα έπεσε πάνω τους με ακατανίκητη ορμή κι εκείνοι συγχυσμένοι και απορημένοι δεν κατάφεραν, δεν πρόλαβαν να κάνουν τίποτα, το φράγμα άρχιζε να σπάει κι οι τάχα στιβαρές του πέτρες να γίνονται βότσαλα στον ποταμό μας. Κι ύστερα να τρίβονται με το κύμα και να αφομοιώνονται ως που δεν υπήρχε κανείς να μας πολεμήσει πια, κανείς να μας φοβερίσει.

 Όταν ξημέρωσε η μέρα η πολιτεία μας είχε πάψει πια να είναι γκρίζα. Στο απαλό φως της αυγής νιώσαμε την έκσταση του ζωγράφου καθώς ξανθά, πορτοκαλιά, μαύρα μαλλιά, πράσινα , καστανά, λαδιά και γαλάζια μάτια απλώνονταν παντού, χείλια κόκκινα και ροζ, σκούρα κι ανοιχτά δέρματα, για πρώτη φορά είδαμε το χρώμα των ρούχων μας καθώς η ομιχλώδης κατάσταση είχε περάσει. Το χώμα που σήκωναν στον αέρα οι μπότες του συστήματος, τώρα είχε γεμίσει τα υφάσματα που μας έντυναν σαν τα απομεινάρια της μάχης, κι είχε φύγει για τα καλά από τα μάτια μας. Κοίταξα γύρω μου, ήταν όλοι άγνωστοι, είμασταν όλοι μα όλοι άγνωστοι, μα αυτή τη φορά δεν είμασταν μόνοι, κανείς δεν ήταν μόνος του. Γύρω μου απλώνονταν το κορμί, το τεράστιο, το ανίκητο κορμί κι εγώ σαν μικροσκοπικό κύτταρο ξάπλωσα κάτω από τον ήλιο.

Κι αυτή που σας εξιστορώ είναι θαρρώ η μόνη ιστορία που ξέρω, όπου ο άνθρωπος νίκησε και νικήθηκε ταυτόχρονα με μόνη μυρωδιά θανάτου τους φόβους του, που σάπιζαν τώρα γρήγορα κι ήρεμα, ενώ τρώγαμε επιτέλους το πρώτο μας πρωινό στη λιακάδα….! Έβγαλα από την τσέπη μου το μικρό ημερολόγιο κι έσκισα για τα καλά τη Δευτέρα, σήμερα ήταν Τρίτη κι αύριο θα ξημέρωνε Τετάρτη, ο χρόνος κυλούσε ξανά. Κάτι νέο είχε γεννηθεί σήμερα και το όνομά του θα είχε όλα μας τα ονόματα, σήμερα γεννήθηκε το ένα.

 

 

 

Thursday, September 3, 2020

 

Ναυτικό ημερολόγιο- ενδιαμέσως γραμμών, ευθυγράμμιση οριζόντων στον ουρανό των άλλων

 

Της Χριστίνας Κοντούλη

 

 

 

Σε ένα μυστικό βασίλειο, μακρινό και μεγαλειώδες οι άνθρωποι τα κατάφερναν καλά. Σ’ ένα ακόμα πιο μακρινό βασίλειο καθόλου μεγαλειώδες, οι άνθρωποι τα κατάφερναν άσχημα. Τα δυο βασίλεια ωστόσο δεν ήταν τόσο μακριά το ένα από το άλλο, αντίθετα μοιράζονταν μονάχα μια γραμμή όπου ξεχώριζαν τα σύνορά τους. Στο βασίλειο της ευημερίας οι άνθρωποι ήταν μόνοι μα ήταν εντάξει με αυτό, δεν είχαν δική τους γλώσσα μα πάλι δεν παραπονιόταν. Το βασίλειο της ευημερίας έμοιαζε μερικές φορές σαν αποστειρωμένο εργαστήριο και κανείς δεν μπορούσε ούτε να φύγει ούτε να πάει. Ο βασιλιάς του ήταν ένας κύριος. Δεν ξέρω ποιος ήταν ο βασιλιάς τους, ούτε και άκουσα ποτέ τίποτα γι’ αυτόν μα και οι γνώσεις μου για τους κατοίκους είναι κάπως περιορισμένες. Από κάποιους τολμηρούς που πέρασαν κάποτε τα σύνορα μαθεύτηκε πως δεν συνέβαινε τίποτα εκεί κι έτσι σιγά σιγά ξεχάστηκε με το χρόνο.

Στο άλλο βασίλειο οι άνθρωποι ήταν παράξενοι, μοιράζονταν κάποια γλώσσα  αλλά ήταν τόσο δύσκολη που ούτε οι ίδιοι καλά καλά δεν κατάφερναν να τη μιλούν. Το βασίλειο αυτό ήταν τόσο δύσκολο να ελεγχθεί που οι βασιλιάδες του τα παρατούσαν και όριζαν νέους στη θέση τους, κι εκείνοι με τη σειρά τους άλλους κι άλλοι άλλους και κάπως έτσι πάει λέγοντας. Οι στέγες των σπιτιών ήταν τρύπιες, ετοιμόρροπες,  κι οι τοίχοι άσχημοι, σάπιοι, ξεφτισμένοι ωστόσο κάποιοι από τους κατοίκους επέμεναν να τους πλαισιώνουν με μικρούς κήπους που ανέβαιναν ήρεμα στις πέτρες κι αναμιγνύονταν σιγά σιγά με αυτές. έσκαβαν το χώμα ως που να συναντήσουν τις ρίζες του κι είτε τις φρόντιζαν και τις μεγάλωναν είτε τις μασουλούσαν  μα καμιά φορά τις κατάπιναν κιόλας. Από την άσχημη πολιτεία ακούγονταν το βράδυ τραγούδια, άμα ήξερες τα λόγια θα έλεγες πως ήταν πένθιμα ωστόσο τα περισσότερα είχαν χαρούμενο ρυθμό,  άλλα σιωπηλά, άλλα ψιθυριστά άλλα εκκωφαντικά, ζωηρά κι απότομα, φάλτσα, επηρεασμένα. Κι οι άνθρωποι που τα τραγουδούσαν είχαν πάντα έναν καημό, μια αδιόρατη , αμυδρή θλίψη στο βλέμμα, σαν αγκάθι αχινού , μια ενόχληση, στιλπνή, βυθισμένη.

Στην όμορφη πολιτεία στο κέντρο είχαν χτισμένη μια μεγάλη χωματερή, αποκλεισμένη από τους δρόμους, τα πεζοδρόμια και τους περαστικούς αγκαλιασμένη από βαριές αρχιτεκτονικές οπτασίες και μεγαλωμένη από το μεγάλωμα το καθενός, στέκονταν παγερή, ηλιοστάλαχτη και βρωμερή στο κέντρο της πόλης.  Είχε παρόλα αυτά έναν αέρα μεγάρου, μια αίσθηση κομψής αδιάφορης ωραιοποίησης, στιβαρή και ψεκασμένη καθημερινώς από μικροσκοπικούς αρωματοποιούς θύμιζε περισσότερο δημοτική βιβλιοθήκη παρά σκουπιδιάρα. Οι τζαμένιοι υπόνομοι ήταν τόσο καθαροί και λαμπεροί όπου πολύ συχνά διάφορες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις λάμβαναν χώρα στους δαιδαλώδεις υποστηρικτικούς διαδρόμους τους με χιλιάδες απαράλλαχτους μύστες να αναρωτιούνται και να χειροκροτούν χορωδιακά και άψυχα το έργο χωρίς να τους νοιάζει ακριβώς τι ήταν κι αν ήταν στο ταβάνι, στο πάτωμα ή μέσα στα νερά. Αρκούσε που κάποιος χτύπαγε τις παλάμες του κι όλοι απολάμβαναν των ήχο των δικών τους.

Τα σπίτια ήταν τετραώροφα. Σε κάθε όροφο έμενε και ένας πολίτης ξεκινώντας φυσικά από την κάστα. Οι χαμηλότερου ενδιαφέροντος κάστες έμεναν πάντα στους τελευταίους ορόφους έτσι ώστε να τους βρίσκεις πιο εύκολα στις σκάλες, ενώ οι υψηλότερες στους πρώτους δυο όπου συνήθως χτίζονταν και μεγαλύτερα διαμερίσματα. Τα ρούχα είχαν κι εκείνα τη δική τους μόδα. Λευκό για τις εξαιρετικές κάστες, γκρίζο για τις μέτριες, ριγέ για τις τελευταίες. Διακοσμητικοί κήποι από γυάλινα λουλούδια και χρυσαφένια ζώα βρίσκονταν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και η παραλιακή άμμος είχε καλυφθεί από ένα φιλντισένιο υγρό που διατηρούσε την αρχική μορφή της πέτρας ωστόσο απέφευγε κάθε είδος φθοράς του «φυσικού περιβάλλοντος» κρατώντας το απομονωμένο από την αψύτητα της πατούσας. Μικροσκοπικοί γυάλινοι σωλήνες με καλλιγραφικές επιγραφές της OXYGEN PROVIDE –μη κερδοσκοπικής εταιρίας κρατικού απολογισμού ωραιότητας- παρείχαν το απαραίτητο οξυγόνο  για την διατήρηση της φυσικότητας αλλά και την αργή (φυσική) μετατροπή της αρχικής εικόνας.

Η ΦΡΕΣ ΛΑΙΤ ΟΞΙΤΖΕΝ ΚΟ(Μ)ΠΡΟΜΕΙΣΟΝ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤ εισήγαγε μάσκες τελευταίας τεχνολογίας όπου προσέφεραν την εμπειρία του καθαρότερου οξυγόνου μαζί με μια στιλιστική άποψη και τα γραφεία της εδρεύανε κάπου ανάμεσα στην θαλάσσια ζώνη της περιοχής και στις παρυφές ενός μικροκαμωμένου λόφου.  Μια τέλεια περιοχή για μια τόσο πολύτιμη εταιρία. Κανείς πια δεν κυκλοφορούσε χωρίς την μάσκα της ΦΛΟΚΙ κι όσοι είχαν παλιότερα μοντέλα περίμεναν με ανυπομονησία τη στιγμή που θα είχαν τους αντίστοιχους πόντους ώστε να φορέσουν κι εκείνοι τις τελευταίες ντιζαινάτες δημιουργίες του άκρως καταρτισμένου, και παγκοσμίως αναγνωρισμένου επιστημονικού-καλλιτεχνικού επιτελείου της φιλανθρωπικής αυτής εταιρίας. Οι πιο ψαγμένοι διέθεταν μάσκες ειδικού ντιζάιν βέβαια και πολλές φορές προσωπικών παραγγελιών με ελεγκτές αίματος, φυσικής λειτουργίας, πόντων αξίας αλλά και φυσικά σχεδίων που παρέπεμπαν σε καλτ αναμνήσεις του παρελθόντος.

 Η FOXY TOUCH συμπλήρωνε τις εποχικές εμφανίσεις με γάντια τελευταίας τεχνολογίας που έκαναν ακόμη και πρόβλεψη συνείδησης ενώ η δημοφιλέστατη  «ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ» συμπλήρωνε την χαριτωμένη τετράδα με ταριχευτικές μάσκες αντιγύρανσης όπου φωτογραφίζοντας το κυτταρικό υλικό αναδομούσαν πλήρως σε μερικούς μήνες το χαλασμένο στοκ, ξεσουφρώνοντας ακόμη και τις πιο απαιτητικές περιπτώσεις.

Οι άνθρωποι ήταν όμορφοι (;), οι άνθρωποι ήταν φρέσκοι (;), οι άνθρωποι ήταν ίδιοι, οι άνθρωποι ήταν γελοίοι (!) .

 

 Στην άσχημη πολιτεία οι άνθρωποι δεν ήταν πολύ διαφορετικοί από τα σπίτια τους, ούτε κι από τα ζώα, γκρεμισμένα ερείπια,  ξεπερασμένα μεγαλεία, ψυχολογική αστάθεια, γήρας. Αναξιόπιστη μόδα και πολύχρωμη διαφήμιση φωνακλάδων, απελπισμένων να αγγίξουν το ανέφικτο. Παραβατικότητα, αβεβαιότητα,” Πηγαίνουμε μπρος με σύμβολο την παλάντζα! “ Στην άσχημη πολιτεία ο θρήνος ήταν ο βασιλιάς.

Στις άκρες, στο λιμάνι, πολύχρωμα φώτα περασμένων αιώνων, σκουριασμένα κι απογαλακτισμένα νωρίς από την φαντασία του δημιουργού, ούρλιαζαν σαν πόρνη σε gold digging  οίστρο. Οι ψαράδες με πόδια γυμνά και κουρελιασμένα δίχτυα έψελναν ομοιοκατάληκτα στιχάκια στους βουτηχτές ως που να γυρίσουν συχνά με τα χέρια άδεια πίσω, ξορκίζοντας τον θάνατο και τη σήψη με οπισθοδρομικές μα σίγουρα ιδιαίτερες  τεχνικές. Η άμμος συνθλιμμένη από το κύμα και το οξυγόνο έμπαινε ανάμεσα στα δάχτυλα θυμίζοντας πως ό,τι ζει αλλάζει κι η γνώση γερνά.

«Η γνώση, η σοφία, είναι  ένας σάκος που γεμίζει όσο προχωράμε στον δρόμο μας κι όσο γεμίζει τόσο καμπουριάζουμε και το σώμα κυρτώνει κι όσο προσπαθούμε να τη σηκώσουμε τόσο κάνουμε μορφασμούς κι αυτοί διεκδικούν βίαια μια θέση στο πρόσωπό μας» . Ο καπετάνιος σα γέρικη κουκουβάγια, έσουρνε τα φτερά του σκορπίζοντας σοφιστείες στην πλώρη όταν ένιωθε μόνος του. Ο καπετάνιος είχε γεννηθεί στην όμορφη πόλη. Ο καπετάνιος ένιωθε μόνος συχνά.

Η άσχημη πόλη δεν διέφερε από καμιά πόλη του παρελθόντος κι ούτε ήταν μη αναμενόμενη σαν πόλη του μέλλοντος. Ήταν τραγική, θλιβερή, εκθαμβωτικά μίζερη μα σίγουρα καθόλου στάσιμη, ούτε μια στάλα βαρετή. Ναι μπορεί να είχε μια εσάνς παρελθόντος μα σίγουρα ήταν μια πόλη του μέλλοντος άλλωστε το μέλλον πάντα είναι γεμάτο αβεβαιότητα, προσεχείς κίνδυνους, άγνωστες περιπέτειες κι ίσως γιατί όχι, πιθανή νηνεμία, αποστασιά, «καμιά γαλήνη δεν έχει τη γεύση της ζεστασιάς αν δεν έρχεται από τη γεύση της τρικυμίας….» έλεγε ο καπετάνιος… Στο λιμανάκι είχε ένα μικρό καφέ, εκεί απαγκιάσαμε για το βράδυ και δέσαμε στην προκυμαία το μικρό βαπόρι μας. Η άλλη πλευρά, στο μεγάλο πόρτο ήταν κατάμεστη στις φωνές και τα ξεκατινιάσματα, η πόλη μεγάλωνε κυκλικά μα ο καπετάνιος κι οι δυο ανθυποπλοίαρχοι προτιμούσαν κι εκείνοι όπως κι εγώ να αράξουμε στους αστραγάλους του παράξενου βασιλείου. Έτσι κατεβάσαμε ένα ανιχνευτικό και γυρίσαμε τον κόλπο προς τα πίσω. Το μεγάλο καράβι έδεσε στα ανοιχτά. Οι άλλοι προτίμησαν το μεγάλο λιμάνι.

Κοιτούσα τους ανθρώπους, το πήγαινέ λα τους με ζάλιζε ώρες ώρες  μα με ευχαριστούσε κάπως αυτή η εικόνα αναποφασιστικότητας  , αυτό το μπέρδεμα επιθυμιών ήταν προτιμότερο από την έλλειψη επιθυμίας, την τακτικότητα της απαλλοτρίωσης που θα προσέφερε το διπλανό βασίλειο εφόσον κάναμε εκεί την επίσκεψή μας. Ακόμη κι εκεί κάποια πλοία, όπως τα ανατροφοδοτικά (οξυγόνου,) ήταν αν όχι καλοδεχούμενα σίγουρα οπωσδήποτε ανεκτά.

Εγώ έβγαλα ένα αυτοσχέδιο μπλοκάκι και ξεκίνησα να κλέβω τις όψεις των περαστικών φυλακίζοντας μερικές στιγμές τους σε κλουβάκια από κινέζικο ρυζόχαρτο την ώρα που ήταν πολύ απασχολημένοι για να ζητήσουν πίσω τους εαυτούς που πρόσθετα στη συλλογή μου. Οι ΄σύντροφοι είχαν ριχτεί με χαρά στο φαΐ και κάθε τόσο τσουγκρίζαμε τα ποτήρια. Αυτό το εύθραυστο γυαλί έμοιαζε ξαφνικά τόσο γερό, πως θα μπορούσε να μην είναι, άλλωστε χωρούσε αιώνες τώρα τα βάσανα και την χαρά τόσων και τόσων.

Στη μέση της πόλης ένας τεράστιος φάρος δήλωνε την παρουσία του αναπνέοντας βαριεστημένα και σιγά τη χαρτογράφηση χιλιάδων οριζόντων. Ποτέ δεν υπήρξε ένας ορίζοντας, πάντοτε κοιτούσαμε την κατεύθυνση με νέα μάτια κι ήταν πολλά τα μάτια που κοίταζαν στο ίδιο σημείο χαράζοντας άλλες πορείες παρόλα αυτά…

Το δωμάτιό μου στο πανδοχείο, είχε θέα στα σύνορα. Σύνορα…. Δεν ήταν παρά μια νοητή γραμμή κι όμως τόσα χρόνια ελάχιστοι την είχαν περάσει.

Η όμορφη, η γυάλινη πολιτεία έσβηνε τέτοια ώρα τα φώτα της κι έκανε μπάνιο με αντισηπτικό. Περιηγούνταν σιωπηλά στις ρυθμίσεις του ψυγείου και λοιπών ηλεκτρικών ειδών κι έπειτα βάζοντας στη μοριακή συντήρηση  ένα μπολάκι φαγητού μαγειρεμένο στον ατμό έκλεινε τα μάτια κι αποκοιμιόνταν με κακές παραλλαγές του Truman show.

Εγώ δεν είχα ούτε σαπούνι, τα μαλλιά μου είχαν κοκαλώσει σαν γλιστερά χέλια καπνισμένα στην αλμύρα ενώ κάποια εξελιγμένη μορφή σκόρου είχε αφήσει στο σεντόνι μου τρύπες σε φα μείζονα.  Οι τοίχοι του πανδοχείου ΕΥΤΥΧΙΑ  είχαν την όψη ημιξεπετσιασμένης μπανάνας μα κατά τα άλλα το δωμάτιο ήταν υπέροχο. Κάτω από το περβάζι και κάθετα της συμβατικής οπτικής πλευράς της «θέας» μου, ένας φροντισμένος μα άγριος κήπος ύψωνε τα φύλλα του προσπαθώντας να μου τραβήξει την προσοχή. Μέσα από ένα μεγάλο πεσμένο πιθάρι μια λεμονιά άπλωνε τις ρίζες της ανάμεσα σε παράσιτα και άλλα παράξενα λουλούδια ενώ στη μέση ελάχιστες πλάκες είχαν παραμείνει, ανασηκωμένες ελαφρώς  από την κλίση του εδάφους και την πολυκαιρία. Η υπόλοιπη αυλή καλύπτονταν από ένα καφεκόκκινο χώμα μισοκρυμμένο από τα χορτάρια. Η μυρωδιά των λουλουδιών κάλυπτε κάπως τη δική μου βρώμα… Ωστόσο η καλοκαιρινή άπνοια δε μ άφηνε να κοιμηθώ κι έτσι σηκώθηκα και κατέβηκα κάτω να θαυμάσω από κοντά τα σύνορα.

Η παραλία ήταν κάτω από το σπίτι, οι σύντροφοί μου, αποσταμένοι από το ταξίδι και το πιόμα είχαν εξαφανιστεί κι έτσι υπέθεσα πως πήγαν για ύπνο. Στην αυλή δεν υπήρχε κανείς παρά μόνο ένα γατίσιο μπασταρδάκι που κοιμόταν ανάσκελα. Αυτός ο γάτος, σκέφτηκα για μια στιγμή, πως σίγουρα ζει καλύτερα από όλους μας. Η στάση του κορμιού του έδειχνε μια εμπιστοσύνη, δεν ξέρω ακριβώς σε τι, αλλά  ήμουν σίγουρος πως ένιωθε ασφαλής. Τότε μου ήρθε μια περίεργη έξαψη! Έβγαλα τα ρούχα μου και τα άφησα πάνω στο πιθάρι. Όταν έμεινα γυμνός πια  ένιωσα ένα παράξενο γαργάλημα στο στήθος, μια αίσθηση που είχα να νιώσω από παιδί, σήμερα είχα όρεξη για σκανδαλιά…

Αφού βεβαιώθηκα πως δεν υπήρχε ψυχή  έτρεξα γρήγορα προς τη θάλασσα και με κρότο ανέμελου καρχαριοειδούς έσκασα με δύναμη διαταράσσοντας την νυχτερινή ζωή της υδάτινης έκτασης. Έκανα μακροβούτια και κολοτούμπες, πλατσούρισα στα ανοιχτά κι ύστερα με εκστατική φάτσα παρατηρούσα τα αστέρια που καθρεφτίζονταν από πάνω μου. Μέχρι που κάποια στιγμή μου ήρθε μια τρελή ιδέα. Αποφάσισα να κολυμπήσω στα σύνορα και να τα περάσω. Εδώ και χρόνια, αιώνες ίσως, κανένας βουτηχτής δεν είχε περάσει τα σύνορα χωρίς έγκριση τουλάχιστον….κι εγώ ίσως να ήμουν ο πρώτος.

Άρχισαν να κολυμπάω, όσο πλησίαζα η αβεβαιότητά μου γινόταν προσμονή, ο φόβος γίνονταν απαραίτητη ελπίδα, δεν ήξερα για τι ακριβώς, αλλά σίγουρα ήλπιζα, επιθυμούσα! Όσο πλησίαζα τόσο γέμιζα ευχαρίστηση, ένιωθα λες κι οδηγούσα μια επανάσταση, λες κι έκανα κάτι μοιραίο. Όταν έφτασα στην γραμμή σταμάτησα, μα πριν προλάβω να σκεφτώ ή να διστάσω έδωσα μια και βρέθηκα στην άλλη πλευρά.

Κολύμπησα μέχρι την ακτή. Δεν υπήρχε κανείς. Ξάπλωσα στο παγωμένο γυαλί διατήρησης και γελώντας  όσο πιο σιγανά μπορούσα άφησα το βλέμμα μου να πλανηθεί πάνω από τον ορίζοντα. Ο ουρανός ήταν ίδιος όπως πριν. Ο κόσμος φάνηκε τόσο απέραντος μέσα στο μικροσκοπικό του τσόφλι όσο μικρός μέσα στην απεραντοσύνη του.΄ Όσο ο ουρανός  παρέμενε σταθερός δεν ένιωθα φόβο, παρά μονάχα αυτή την έξαψη της σκανδαλιάς και την ήρεμη συνειδητοποίηση μιας μπαμπούσκας ομοιοτήτων.  Καθώς γυρνούσα στάθηκα για λίγο πάνω στο σύνορο. Η μεγαλύτερη ελευθερία βρίσκονταν στο αδέσποτο, ανάμεσα στα δυο βασίλεια, ανάμεσα στους δυο κόσμους. Μα καθώς ήταν απασχολημένες και οι δυο πλευρές στις γωνίες τους δε θα συναντιόνταν ποτέ στη μέση κι οι δυνατότητες αυτού του ορίζοντα δεν θα ήταν ποτέ εμφανείς. Ξάφνου πρόσεξα πως δεν ήμουν μόνος, κάποιος άλλος στέκονταν στη μέση μα λίγο πιο μπροστά. Το παράξενο πλάσμα κατευθύνθηκε προς το μέρος μου κι αφού έφτασε σε απόσταση 4 μέτρων σήκωσε ελαφρά το χέρι και με χαιρέτησε. Εγώ σαστισμένος του έγνεψα να βγάλει τη μάσκα. Ο άνθρωπος για λίγα λεπτά έμεινε ακούνητος, έπειτα σήκωσε τη μάσκα ως το μέτωπο κι ένα συμπαθέστατο πρόσωπο χαμογέλασε ευγενικά. Εγώ σάστισα για λίγο μα ανταπέδωσα το χαμόγελο, έπειτα ο καθένας πήρε το δικό του δρόμο.

Όταν έφτασα στο δωμάτιό μου ένα μικρό τσαλακωμένο σαπουνάκι με άρωμα πούδρας βρίσκονταν στην άκρη του κομοδίνου μου, ξέπλυνα ευχαριστημένος τα αλάτια από πάνω μου κι αφού ξάπλωσα μοσχομυριστός και κουρασμένος έριξα μια ματιά στο δωμάτιο. Τα ρούχα μου απλωμένα στις καρέκλες δεξιά κι αριστερά από το κρεβάτι μου ανασηκώνονταν ελαφρώς από ένα απαλό αεράκι ενώ ο ευτυχισμένος μπασταρδάκος κουλουριάζονταν γουργουρίζοντας πάνω σε μια από αυτές. Από το παράθυρο φαίνονταν η γυάλινη πολιτεία , στιβαρή, παγωμένη κι ακλόνητη - μα όχι πια απροσπέλαστη -λαμπύριζε από μακριά. Κοιμήθηκα επιτέλους χωρίς σκέψεις, χωρίς να το καταλάβω, έσβησα.

Την άλλη μέρα, καθώς λιαζόμουν μασουλώντας κουλουράκια βουτύρου και κανέλας , οι σύντροφοί επέστρεφαν από το λιμάνι χαζογελώντας.

-Καλημέρα!

-Καλημέρα, μα τι έγινε γιατί γελάτε;

-Άμα σου πούμε θα γελάσεις κι εσύ…

-Τι πράμα;

-Χτες το βράδυ λένε οι ψαράδες είδανε έναν εξωγήινο να κολυμπά!

-Τι λέτε ρε; Έκανα εγώ φτύνοντας μερικά ψίχουλα στα μούτρα τους. Εκείνοι σκασμένοι από τα γέλια πιάστηκαν από έναν καναπέ μπαμπού και σωριάστηκαν μαζί με αυτόν στο χώμα.

-Έχει και καλύτερο περίμενε!

-Τι άλλο;

- Ακούστηκε στον ασύρματο ότι στο διπλανό βασίλειο είδαν οι θαλασσοφύλακες μια αρσενική γοργόνα!

-Ρε με δουλεύετε;

-ΑΧΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ, όχι αλήθεια, έτσι λένε, ήταν λέει ξαπλωμένος ένας άντρας γυμνός πάνω στο γυαλί διατήρησης και σίγουρα ήταν μισός ψάρι!

Εκείνη τη στιγμή τα κουλουράκια εκσφενδονίστηκαν από το στόμα μου με τη μορφή τορπίλης καθώς συνειδητοποιούσα σε ποιον αναφέρονταν, σε εμένα!

-Και δε μου λέτε, ο εξωγήινος είχε γυαλιστερό κεφάλι σαν να φόραγε μάσκα θαλάσσης;

-Ναι, εσύ που το ξέρεις;

-Θα το ‘δα στον ύπνο μου…

Είπα και γύρισα το βλέμμα μου προς τα σύνορα, ευχαριστημένος που κάποιος ακόμη, κάπου εκεί απέναντι, τα είχε αψηφήσει, 4 μέτρα πιο μπροστά.