Friday, February 15, 2019

"μια ατελής τέλεια εξίσωση, χωρίς συγκεκριμένο τέλος "

της Χριστίνας Κοντούλη





Ο Τάντυ, ή αλλιώς Τάντεους Βορχες ήταν απίστευτα όμορφος Η προφορά του πρόδιδε την ξενική του καταγωγή σε λεπτεπίλεπτες εκφάνσεις τις γλώσσας κι οι τρόποι του είχαν έναν αέρα ντροπαλότητας και στυγνής αρρενωπής προέλευσης. Σίγουρα η Σανέλ θα μπορούσε να φανταστεί το καλοφτιαγμένο του προσωπάκι να φιγουράρει σε κάποιον κατάλογο μόδας και το δερμάτινο μπουφάν του να πωλείτε σαν τρελό σε εφήβους που μόλις σταμάτησαν να φορούν τις επιλογές της μητέρας... Η φωτιά είχε έναν νορβηγικό αέρα μέσα στα αποκαΐδια της, οι βόρειες χώρες τραγουδούσαν φολκλορικές νουβέλες ανάμεσα σε φθηνά κουτάκια μπύρας και μισοτελειωμένη καροτάδα ενώ οι χαμένες εφηβείες στριμωχνόταν όπως όπως πίσω από στιβαρά βλέμματα.
Ο πατέρας του σχεδίαζε γαλάζιους χαρταετούς αρχίζοντας πάντα τα ξημερώματα κι η μητέρα του διάβαζε Σταντάλ δίπλα στο πιάνο ή μήπως όχι; Ο πατέρας του σίγουρα θα
έφερνε πολύχρωμα ζαχαρωτά στο γιορτινό τραπέζι κι η μητέρα του θα του διάβαζε τον μικρό πρίγκιπα για να κοιμηθεί... Το Βερολίνο προσπαθώντας να συμμαζέψει μια βάναυση διαγωγή, τώρα πρόσφερε μια πλουμιστή ελευθερία. Η Μαρντώ είχε πάει πρόσφατα, τις άρεσε να ταξιδεύει ωστόσο η Λούση δεν ήταν εκεί, τώρα ξαπλωμένη κάτω από ένα μοβ όνειρο στράγγιζε τα όνειρά της με πορτοκάλια. Ένας σκύλος, ένας φίλος, ένα σπίτι κι ένα "αμερικάνικο όνειρο" που μετακόμιζε από τα προάστια της σκέψης στην αγκαλιά μιας απέραντης μοναξιάς.
Η Σανέλ αναρωτιόταν, θα ενέδιδε ποτέ η Λούση στη πραγματικότητα; Ποια είναι άραγε για τον καθένα η τιμή που μπορούσε να πουληθεί; Ποια τιμή έχει η ευτυχία σου; Ποιοι είναι οι όροι του συμβολαίου αποκήρυξης της πραγματικότητας και πιο όνομα διαλέγεις να φοράς στην προσωπική σου ελευθερία; Μικροί γιορτινοί εφήμεροι έρωτες κατέκλυζαν το ατελιέ της, με δυνατά χέρια, μακριά μαλλιά δεμένα επιμελώς ατημέλητα, "σημάδια πολέμου" στα μούτρα, μαστουρωμένα μάτια ευγένειας και απαλά δέρματα, κινηματογραφικά αγκαλιάσματα κι ατέλειωτα τηλεφωνήματα σε ακατάλληλες ώρες. Η ζωή της είχε φερθεί ευγενικά μα η αγριότητά της την τρόμαζε ακόμα. Πάντα κατάφερνε να αφεθεί μόνο μπροστά σε ένα ζεστό κρεβάτι όμως οι μεγάλοι έρωτες δεν άγγιζαν το δέρμα της, οι μεγάλοι έρωτες επιτίθονταν στην πολύ προσωπική της αυτοκρατορία. Με μάτια όλο τρυφερότητα και γλώσσες άπειρες στο παιχνίδι κέρδιζαν την προσοχή της σαν ακατέργαστα αντικείμενα σ' έναν χώρο που όλα έμοιαζα ωραιοποιημένα. Το λάδι γλιστρούσε απαλά, σαν δέκα δάχτυλα πάνω στα δροσερά μάγουλα, μια θεότητα με έξι βρώμικα πινέλα δημιουργούσε την απαρχή του ανθρώπινου στίγματος πάνω στο λευκό κενό την ώρα που οι άγριες “παιδικές” τους γλώσσες κυριαρχούσαν μες στο κεφάλι της.
Κάθε φορά που ήθελε να νιώσει ασφαλής μια φανταστική στρατιά από όμορφους, ανόμοιους πολεμιστές φορούσε τα πρόσωπα των εραστών της και έφτιαχνε γύρω της το αδιαπέραστο ημικύκλιο. Η Σανέλ ήταν ένα καθημερινό κορίτσι με καθόλου καθημερινά όνειρα..! Ως λάτρης της ιστορίας στα πλαίσια της κατανόησης και μεγάλη φαν του Σέρλοκ Χόλμς είχε μάθει να επεξεργάζεται την πληροφορία και να την μεταφράζει, σε μια άγνωστη παράλογη γλώσσα που συνήθως στο τέλος κατακτούσε επιμελώς την λογική όμως αυτό ήταν και το ζητούμενο της, μια καθαρή αμερόληπτη και πολύπλευρη μετάφραση. Η κατανόηση της ανάγκης για την ουτοπία.
Παρόλα αυτά η ουτοπία διέφερε για κάθε προσωπικότητα. Ο κοινός παρονομαστής; Η ευημερία του αυτοπροσιοδρησμένου εγώ, εκείνου του κρυφού βασιλιά που μοναχός του παλεύει να σταθεροποιήσει ένα κόσμο από αναμνήσεις κι επιθυμίες. Τα πρόσωπα έφεραν την διάσταση του εγώ και το εγώ κυριαρχούσε σε μια ονειρική φεουδαρχία πάνω στο δέρμα, ίσως τελικά η σάρκα και το πνεύμα να μη διέφεραν τόσο αφού το ένα οδηγούνταν ακατάπαυστα από το άλλο. Η αρχή λένε πως είναι το ήμισυ του παντός κι η αρχή ήταν άραγε η παρατήρηση, η διδασκαλία ή η φύση; ή μήπως τελικά αυτή η αρχή ήταν η επιλογή; Αυτό έδινε στη σκέψη της το προβάδισμα της ελευθερίας. Ένας κακός γονιός, ένας παρερμηνευμένος θεός κι ένας βαριεστημένος δάσκαλος, τρείς μορφές εξουσίας, τρείς καταλύτες μιας προσωπικής απελευθέρωσης ή τρείς επιβεβαιώσεις μιας προσωπικής σκηνοθεσίας; Είμαστε οι επιλογές μας ή όσα επιλέχτηκαν για εμάς; ή μήπως τελικά είμαστε ένας αδύναμος κι ανόητος κόκκος σκόνης; Μια τυχαία συνάρτηση; Είναι ποτέ δυνατόν μια συνάρτηση να είναι τυχαία; Ίσως η εμμονή μας με μια γνωστοποίηση ταυτότητας να αρκούσε για τη σύνθεση μιας αρρωστημένης εκδοχής κι ίσως στην ουσία να μην είχε καμιά σημασία και κανένα νόημα και να ήμασταν όλοι τυχαία γεγονότα. Κι ίσως η εμμονή μας με την τελειότητα να ήταν άλλη μια ακούσια παραδοχή της ανικανότητάς μας να δεχτούμε πως αυτό είναι το τέλειο για το οποίο ελπίζουμε.
Αν ζούμε σ' έναν κόσμο όπου η ένταξη στο σύνολο γίνεται αυτοσκοπός ίσως θα έπρεπε να σκεφτούμε σαν μηχανικοί και να κατανοήσουμε το γεγονός μιας απαραίτητης διαφορετικότητας, αν δεν υπήρχε το διαφορετικό, ένας κόσμος δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει μόνο με γρανάζια. Είμαστε μια κοινωνία που βασίζεται στην ομαλοποίηση του διαφορετικού, κάτι που ως τώρα δεν έχει πετύχει, ίσως θα έπρεπε να βασιστούμε για μια φορά στην  διαφοροποίηση του ομαλού και να δούμε ό,τι μας χωρίζει να μας ενώνει.
 Η Σανέλ ξεφύσησε τον καπνό της και βούλιαξε βαθιά στον καναπέ όπως στις σκέψεις της. Μια μέρα θα ήθελε να δει σε ένα περιοδικό να φιγουράρουν όμορφες σκέψεις τότε η ανθρωπότητα θα είχε κάνει ένα βήμα πιο κοντά στην ουτοπία, τη μέρα που δυο όμορφα μάτια θα άφηναν να φανεί η ομορφιά μιας ατελής, εξερευνητικής φύσης.
Ο Τάντυ είχε μια καλλίγραμμη σκέψη κι ένα φωτεινό πρόσωπο, ένα στιβαρό και
καλοδεμένο δέρμα μα το άγγιγμα του είχε κάτι περισσότερο, είχε τη γεύση της
επιλογής κι αυτό πρόσδιδε στα χείλια του μια αναπάντεχη αίσθηση αρμύρας. Καθώς έσβηνε το τσιγάρο πρόσεξε μια αύρα τελειότητας στο δωμάτιο, ήταν ο τρόπος που την είχε κάνει να σκέφτεται για εκείνον. Σε λίγες ώρες το τραίνο θα τον άφηνε νυσταγμένο και κουρασμένο στη διπλανή πόλη μα σίγουρα πιο όμορφο από ποτέ.
Μια στοίβα λερωμένα πιάτα, κάμποσοι μισοτελειωμένοι καμβάδες κι ένας συγκάτοικος που κουλουριάζονταν στον καναπέ αποτελούσαν το σκηνικό ενός
διαστημικού έρωτα. Ενός έρωτα που έτρεχε με την ταχύτητα του φωτός κι ανώνυμος διατηρούσε την ουσία του μέσα στο χρόνο. Ίσως τελικά ο Εξιπερί να είχε άδικο κι ίσως το αγαπημένο να μην ήταν εκείνο που δίνεις τον χρόνο σου, ίσως το αγαπημένο να είναι εκείνο που μοιράζετε τον χρόνο μαζί σου.

No comments:

Post a Comment