Wednesday, October 23, 2019


Κράτος, υπακοή, οικογένεια

Της Χριστίνας Κοντούλη


Οι γονείς….

-Όχι δεν έκαψα τις πατάτες, κλείσε το παράθυρο καλύτερα, απ’ έξω έρχεται αυτή η μυρωδιά, μυρίζει η χούντα….  Έχεις συνηθίσει, γι’ αυτό δεν τη γνώρισες με την πρώτη, πάντα μας τριγύριζε κάπως. Κλείστο το κωλοπαράθυρο, κοιμούνται τα παιδιά… θα τη συνηθίσουν κι εκείνα! Τότε να δεις που θα ‘ρθουν εναντίον μας, όχι γιατί τ’ αφήσαμε να ζήσουν στη βρωμιά, όχι γιατί τα μεγαλώσαμε μέσα στα σκουπίδια, θα έρθουν εναντίον μας γιατί μας μυρίζει άσχημα, και μόνη μυρωδιά της άνοιξης στα μάτια τους θα είναι αυτή η μπόχα. Κλείσε σε παρακαλώ το παράθυρο, κλείσ’ το μέχρι να προλάβω να τους πω, μέχρι να προλάβουν να μάθουν, έστω μέχρι να φανταστούν το άρωμα της ελεύθερης ύπαρξης κι ύστερα άνοιξέ το να μάθουν κι εκείνα πως μυρίζει το σκυμμένο κεφάλι.
- Κλείσε τα φώτα, θα μείνουμε απόψε με το κερί, δεν πρέπει να δουν τα χέρια σου να αναπνέουν, δεν πρέπει να δουν τη σκέψη σου, άμα τη δουν φοβάμαι.. είμαστε χαμένοι.
-Απόψε κατέβηκα στο μανάβικο.
-Τι είχε;
-Τίποτα, μονάχα παλιά memes και κάτι σάπια likes.
-Κι από τροφή;
-Τίποτα.
-Πρέπει να πάμε στην παλιά αγορά, εκεί θα βρούμε λίγο κρέας, έστω λίγα λάχανα.
-Έχεις δίκαιο, το μόνο που μας έμεινε είναι αυτές οι πατάτες.
-Θυμάμαι τότε στη σχολή, οι πατατοφάγοι ήταν ο αγαπημένος σου πίνακας. Το ένιωθες κάπως πως εκεί θα γυρνούσαμε σε λίγο… Το ήξερες.
-Δεν ήξερα τίποτα. Μακάρι να ήξερα, να έβλεπα, να μύριζα κάτι. Τώρα ίσως να είχαμε κάτι περισσότερο, ίσως να έφτανε και για αύριο το φαΐ. Πόσες μας έμειναν;
-4. Μισή εσύ μισή εγώ,1,5 για τον Γουστάβ και τη Μαρία
-Ναι, είναι στην ανάπτυξη.
-Πιέρ!
-Τι είναι;
-Πεινάω!
-Κι εγώ πεινάω.
-Τα παιδιά λες να πεινούν;
-Το εύχομαι. Θα ’χει μείνει λίγη ανθρωπιά μέσα τους αν ακόμα πεινάνε.
-Κάποτε η πείνα έδιωχνε την ανθρωπιά. Τώρα τη στιγματίζει.
-Με κοιτούν παράξενα στο δρόμο. Ίσως να φταίει που μαύρισαν τα μάτια μου, ίσως κάτι να έχουν υποψιαστεί… Ίσως φταίει που το σώμα μου αλλάζει, Μαρίνα δε μπορώ να τραφώ με εικόνες, δεν μπορώ να ζήσω, δεν μπορούμε να ζήσουμε.
-Σςςς.. Πιέρ, θα σε ακούσουν.
-Δε με νοιάζει, μ’ ακούς, δε με νοιάζει.
-Για τα παιδιά, υπόμεινε, βάσταξε, κρατήσου, τι θα γίνουν χωρίς εμάς, δε πρέπει να λυγίσουμε.
-Πρέπει να φάμε.
-Σε είδε κανείς στην παλιά αγορά;
-Μόνο ο γείτονας.
-Χτες τον πήρανε.
-Ναι το είδα όταν γυρνούσα. Τα μάτια του ήταν κατάμαυρα, είχε γίνει σα ρακούν..Λέγανε ότι είχε  μόνο 400 likes.
-Ναι το άκουσα κι εγώ, ελάχιστοι  followers
- Κάποιου του ξέφυγε στο μανάβικο, είπε πως καλλιεργούσε στην ταράτσα καρπούζια..
-Τα θυμάσαι τα καρπούζια;
-Ναι ήταν γλυκά, είχα φάει ένα κομμάτι όταν ήμουν μικρός. Ήταν κόκκινα.
- Είχαν γλύκα στη μέση, γύρω γύρω ήταν ξινά όταν έφτανες στη φλούδα.
-Σταμάτα, δε μας λυπάσαι, πονάει το στομάχι μου.
-Έχουμε τις πατάτες ακόμα…
-Όχι, όχι είναι για τα παιδιά.
-Και τι δεν θα ‘δινα, για ένα κομμάτι καρπούζι.
-Είναι νύχτα, δε μας βλέπει κανείς, ίσως να έχει μείνει ένα κομμάτι.
-Αχ ναι, ίσως μια ροδαλή καρδιά.
-Γλυκιά στη μέση
-Θυμάμαι, γλυκιά στη μέση.
-Σφίξε με, μην κάνω καμιά τρέλα.
-Σφίξε με περισσότερο.
-Για τα παιδιά.
-Ναι για τα παιδιά.
…………………………………………………………………………..





Η κόρη…




-Έχω μόνο 8.000 followers. Θα μείνω μόνη.
-Ναι… έτσι θα γίνει.
-Δε μπορείτε να κάνετε κάτι, σας παρακαλώ, τον θέλω τον χρειάζομαι
-Ναι…. κάτι θα γίνει
Η κηδεία ήταν συνοπτική, ο παπάς διάβασε τα ιερά status, οι τεθλιμμένοι συγγενείς ανέβασαν story κι η κόρη κληρονόμησε τη συμπόνια τους. Την επόμενη μέρα ετοίμασε το γάμο. Η μητέρα αναπαύτηκε πρόχειρα σ’ έναν ομαδικό τάφο και ξεχάστηκε γρήγορα. Ο πατέρας την ακολούθησε καταπίνοντας την αδιαφορία της κοινωνίας. Το παιδί ήταν χαρούμενο. Το παιδί ήταν ηλίθιο.  Οι γονείς, είχαν ξεχάσει να κλείσουν το τζάμι.

……………………………………………………………………………







Τα αδέρφια…


-Χτες έγινε μαζευτική.
-Που σας βρήκε;
Στο σινεμά, μόλις που πρόλαβα να ανεβάσω story.
-Ποιος σας έδωσε;
-Ο…
-Κατάλαβα, από καιρό δε μου γέμιζε το μάτι .Οι άλλοι τι έγιναν;
-Απορρίφτηκαν
-Δεν πειράζει, ήρθε καινούργια φουρνιά.
-Α ναι;
-Ναι ναι, πάλι καλά, η αντίσταση επιδέχεται θυσίες. Το σημαντικό είναι να κρατήσουμε τον αριθμό.
-Έχεις δίκαιο.
-Ναι… σιώπα, ακούς;
-Σειρήνες!
- Μου έκανες like  σήμερα;
-Όχι… το ξέχασα…
-Δεν πειράζει, θα τα πούμε στην επόμενη ζωή.
-Θα σε θυμάμαι..
-Δηλώστε ύπαρξη, επαναλαμβάνω, δηλώστε ύπαρξη.
-Ευγενία,40.000 likes, προφίλ φτερωτός ανελκυστήρας, εγχώρια. Τελευταίος χορηγός old days reminder. Δεν γνωρίζω το άλλο υποκείμενο, πιθανός εισβολέας.
-Άμεση απόρριψη, παρακαλώ κρατήστε τις αποστάσεις.
-Τραγικό συμβάν, λυπούμαστε που έπρεπε να το παρακολουθήσετε, η κυβέρνηση θα σας αποζημιώσει με καθημερινή διαφήμιση 4 εβδομάδων. Θυμηθείτε, σκεφτόμαστε ελεύθερα, ζούμε ελεύθερα, πεθαίνουμε όλοι για όλους. Η οικογένειά σας θα σας παραλάβει σε λίγο. Τραγικό συμβάν, λυπούμαστε που έπρεπε να το παρακολουθήσετε…..

………………………………………………………………………….



















Ο πατέρας…


-Τι θα γίνει μ’ αυτή τη μυρωδιά
-Ποια μυρωδιά;
-Αυτή που μπαίνει από το παράθυρο, βρωμάει όλο το σπίτι
-Δε μυρίζω τίποτα, τι είναι αυτά που λες;
-Δεν το μυρίζεις; Βρωμάει σου λέω
-Όχι μυρίζει όμορφα, τι λες;
-Πατέρα, πατέρα πόσο καιρό έχεις ανοιχτό το παράθυρο;
-Παιδί μου εμείς μάθαμε να κοιμόμαστε με τα παράθυρα ανοιχτά
-Πατέρα κλείσε το γαμίδι, θα πάθουμε ασφυξία.
-Μόνο στους αναρχικούς βρωμάει ο αέρας μας, λέγε ρε καθίκι, που σε μπλέξανε;
……………………………………………………………………………




   






Οι σύζυγοι…


-Φέρε το αποσμητικό.
-Από το πρωί αρωματίζεσαι, τι το θέλεις;
-Να διώξω τη μυρωδιά
-Ποια μυρωδιά
-Καμιά, είναι στο μυαλό μου.
-Αμάν, εσύ και οι γκρίνιες σου, κοίτα μη γίνουμε ρεζίλι το βράδυ.
-Όχι δε θα γίνει τίποτα, μου πέρασε.
-Ωραία, έλα τώρα να δούμε τηλεόραση, σήμερα θα γίνει η απόρριψη, δεν πρέπει να το χάσουμε.
-Και τι θα γίνει με τους απορριφθέντες;
-Εσένα τι σε νοιάζει;
-Τίποτα, απλώς ρωτάω.
-Περίεργα μου τα λες σήμερα.
-Δεν είναι τίποτα, μάλλον η αλλαγή του καιρού. Πάμε να δούμε τηλεόραση.
……………………………………………………………………………..




  

Οι παππούδες…


-Πάρε αυτό παιδί μου, το’ χα τάξει να στο δώσω όταν μεγάλωνες.
-Τι είναι;
-Είναι μια φωτογραφία του παππού
-Αηδία! Πως είναι έτσι; Αυτό το λες φωτογραφία; Δεν κινείτε, κι έχουν ξεθωριάσει τα χρώματα, τι έκφραση είναι αυτή, το ξέρεις πως απαγορεύονται τα χαμόγελα, να δες αυτό είναι φωτογραφία, χτες την ανέβασα. 10.00 likes όχι κι άσχημα, ίσως αν είχα πιο όμορφα μάτια… πρέπει να τα φτιάξω δεν μοιάζουν αρκετά με anime.
-Έχεις τα μάτια μου..
-Ναι δυστυχώς, αυτές οι πράσινες τρύπες, πρέπει να κλείσω ένα ραντεβού με τον ιατρικό καλλιτεχνικό σύμβουλο.. Μα για πες μου, γιατί γελάει;
-Γελάει γιατί νίκησαν τους φασίστες, τότε στον μεγάλο πόλεμο.
-Μα τότε λίγο πιο μετά δεν νίκησε ο κυβερνήτης μας;
-Ναι, ύστερα νίκησε αυτός.
-Ευλογημένη μέρα, σπουδαίος άνθρωπος.
-Ναι παιδί μου έτσι αυτοαποκαλούνται οι φασίστες όταν νικήσουν.
-Τι είναι φασίστας γιαγιά; Κάτι καλό σίγουρα, θα γίνω κι εγώ φασίστας μια μέρα;
- Δεν ξέρω παιδί μου, εύχομαι πως όχι.
-Μα γιατί; Δε θες να με δεις σπουδαίο άνθρωπο;
-Θέλω παιδί μου.
-Τότε θα γίνω φασίστας σίγουρα.
-Παιδί μου κρυώνω, μήπως να κλείσουμε το παράθυρο;
………………………………………………………………………….
























Ο γιος…..


Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης άνοιξαν. Τα ψυχιατρεία άνοιξαν κι εκείνα, μόνο που τώρα δεν είχαν την ίδια ονομασία, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης λέγονταν κέντρα θεραπείας, αποκατάστασης και διαχείρισης τοξικού πληθυσμού ενώ τα ψυχιατρεία κέντρα ανάλυσης, καθοδήγησης κι επανένταξης υποκειμένου. Οι υπουργοί έσφιγγαν τα χέρια χαρούμενοι και πόσταραν φωτογραφίες από κοινωνικές εκδηλώσεις και τα συναφή ενώ ανόητα ανθρωποειδή σφηνώνονταν ανάμεσα στα δάχτυλά τους ευχαριστημένα. Το βράδυ ξεγελούσαν την πείνα τους με likes και τροφαντές φατσούλες που δήλωναν συναίσθημα κι έκρυβαν τη μοναξιά τους σε ένθερμους σχολιασμούς στις διαδικτυακές πλατφόρμες έτσι που να νιώθουν μια κάποια παρουσία στο σπίτι, ουρλιάζοντας , φωνάζοντας και περιγελώντας τον άνθρωπο που συνέχιζε την πορεία του ελεύθερα. Κάποιους τους χάσαμε στις φυλακές, κάποιους τους απέρριψε το σύστημα και δεν έμεινε για μας ούτε ένα σάπιο κουφάρι να θρηνήσουμε , τώρα δυσκολευόμαστε να θυμηθούμε τα πρόσωπά τους, κάποιους τους κλείσανε σε ηλιόλουστα κελιά και τους χαπακώσανε μέχρι να ξεχάσουν τα δικά τους πρόσωπα, κάποιους τους χάσαμε στην πορεία. Και μείναμε ύστερα εμείς φοβισμένοι κι ολόγιομοι, θερμαστές ενός καζανιού προσμένοντας τη μέρα που θα ξεχειλίσει και θα μυρίσουμε ξανά τα πρόσωπα των δικών μας καθώς θα σχηματίζονται οι μορφές που μας κλέψανε, πάνω στο κάρβουνο. Μέχρι τότε θα παραμένουμε στο σκοτάδι ολοστρόγγυλοι και φωτεινοί, αυτόνομα, τραυματισμένα φεγγάρια, που περιμένουν το νυχτερινό ουρανό να μπουκώσει με κάρβουνο. Μέχρι τότε θα φουρνίζουμε τους νεκρούς μας, τους εξαθλιωμένους μας, τους ζωντανούς νεκρούς μας, τους εαυτούς μας κι εσείς πείτε μου πως δεν έκαναν λάθος εκείνοι που πίστεψαν πως η κόλαση βρίσκεται επί γης. Μα θέλω να με κοιτάζετε στα μάτια όταν το λέτε, θέλω τα αυτιά σας ανοιχτά όταν σας διαψεύδουν όχι οι κραυγές των πιστών, ούτε οι κραυγές των πατριωτών, θέλω να με κοιτάτε στα μάτια όταν θα σας διαψεύδουν οι κραυγές της οικογένειάς σας.
Σας φιλώ φιλικά, με τη γλώσσα του φιδιού και σας μεταδίδω τη γεύση του μήλου. Κι αν δε κατάφερα με το γράμμα μου να δαγκώσετε τη γνώση και να την νιώσετε στο λάρυγγα ίσως το καταφέρω όταν αύριο με σύρουν κι εμένα σε κάποιο από αυτά τα «κέντρα». Οι μεταφορείς είναι έξω από το σπίτι μας, σε λίγο θα σπάσουν την πόρτα, θα κάνουν το σπίτι φύλλο και φτερό γι’ αυτό διάλεξα να κρύψω το γράμμα μου μέσα στον καλύτερο καρπό που γεύτηκε ποτέ η ανθρωπότητα, αύριο όταν θα κόψεις αυτό το τελευταίο μήλο να το φας, όταν θα πας να το πετάξεις ή έστω να το σηκώσεις, κάνε το με ευλάβεια γιατί αυτά είναι τα τελευταία λόγια του παιδιού που μεγάλωσες, τα τελευταία λόγια ενός αδικοχαμένου ανθρώπου κι αν δε σε λυγίσουν ούτε αυτά τότε συγχαρητήρια έγινες αυτό που πάντοτε ήθελες, αυτό που προοριζόσουν να γίνεις. Τότε πατέρα δε θα φταίει το ανοιχτό παράθυρο αλλά το λιγοστό μυαλό σου. Οι φασίστες σπάνε την πόρτα, κάθε κρακ που ακούγετε είναι ο ήχος από τα σπασμένα πλευρά μου, κάθε κρακ που δέχεται τούτο το ξύλο απόψε θα βρίσκεται στην πλάτη μου, αν τσαλακώσεις το γράμμα μου θεώρησε τούτη την πόρτα ως τα τελευταία μου λόγια.




Η οικογένεια….

Οι γονείς πέθαναν κάμποσες βδομάδες μετά από πείνα, η κόρη προσπάθησε να αυτοκτονήσει ανεβάζοντας στάτους με τις δεμένες φλέβες της. Τα αδέρφια αντάμωσαν το ένα το άλλο στοιβαγμένα σ’ ένα ομαδικό τάφο κι ο πατέρας μόρφαζε ουρλιάζοντας στη γειτονιά πως το παιδί ήταν κάτι που ποτέ δεν έγινε. Οι παππούδες αντάμωσαν τους άλλους σπουδαίους ανθρώπους κι ο εγγονός ευτυχισμένος πια που εντάχθηκε στους φασίστες έσφιγγε με τα μικρά χεράκια του το ευχαριστήριο χαρτί της κατάδοσης της γυναίκας που τον είχε μεγαλώσει. Ο γιος άφησε την τελευταία του πνοή στις 3.33 την Τετάρτη. Η τελευταία του λέξη ήταν «κρακ».

Wednesday, September 18, 2019





  


Για τον Παύλο












Φθηνά παραμύθια για την ελίτ, ζωές με το μέτρο.


Της Χριστίνας Κοντούλη




Οι καμπάνες των τηλεοράσεων σήμαναν τον εσπερινό. Στα μέσα μαζικής δικτύωσης έπεσε το σύνθημα για το βράδυ κι αφού επαναλάβαμε το διάβασμα των ιερών άρθρων και ξέραμε τα λόγια καλά αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για τη λιτανεία. Υπέρ αναπαύσεως των ψυχών, ούρλιαξε το κράτος κι εμείς φωνάξαμε πίσω του ψιθυριστά, καμία ανάπαυση των καταδικασμένων. Ντυθήκαμε με μαύρα ρούχα, όχι τόσο από πένθος όσο από φόβο μήπως στο δρόμο αναγνώριζε κανείς το μέσα μας, τους λόγους που μας οδηγούσαν απόψε στο προσκύνημα, τους λόγους που θα ανάβαμε τσιγάρο με το άγριο φως κι άλλοι για να διατηρήσουμε την ηρεμία μας μες στο σκοτάδι. Υπήρχαν δυο ειδών φώτα, ήταν τα φώτα που ελπίζαμε να ανάψουν στη σκέψη και να δούμε τον φόβο, να τον παρατηρήσουμε, να μυρίσουμε τη μυρωδιά του, να νιώσουμε το χνώτο του του δίπλα μας κι έπειτα αρπάζοντας τον από τις τρίχες να καλπάσουμε πάνω του καταδικάζοντάς τον σε υποταγή για να γλυτώσουμε τη δική μας. Ύστερα ήταν τα φώτα των δρόμων, τεχνητά, άκομψα λουστραρισμένα λαμπιόνια, έρχονταν πλάι με τα φώτα των πλαστικών στρατιωτών που κράδαιναν μικρά ρόπαλα που τους χάρισε η μητερούλα κι ούρλιαζαν σαν σειρήνες ασθενοφόρων χτυπώντας για σένα, για μένα, για όλους, εμένα, εσένα κι όλους μας. Εμείς κρυβόμασταν από νωρίς στα σκοτάδια, μονάχα στο σκοτάδι άλλωστε έβλεπες το δυνατότερο φως. Εκείνοι φοβόταν το σκοτάδι, τσίριζαν, φώναζαν, έκλαιγαν κι απειλούσαν όταν νύχτωνε Αργότερα ψέκαζαν τις πόλεις τα βράδια με ιλουστρασιόν δακρυγόνα και στόλιζαν τις βαρύγδουπες στολές τους με χαμόγελα νέον για μας, για να τους βλέπουμε καλύτερα, να τους αναγνωρίζουμε καλύτερα, να υποτάξουν εκείνοι τα θηρία, τους φόβους που εμείς δεν προλάβαμε.
 Το κράτος αγόρασε κι άλλα στρατιωτάκια. Όσο περνούσαμε χρόνο ταΐζοντας τους οικόσιτους φόβους μας εκείνοι περνούσαν δίπλα στο παράθυρο και μας τάιζαν φόλες στον ύπνο, την άλλη μέρα έπρεπε να πληρώσεις περίθαλψη κι αν δεν είχες έπρεπε κάπου κάπως να την απαιτήσεις. Ήρθε ο καιρός που το κέρασμα δεν ήταν συνώνυμο της χαράς αλλά πληρωμή για τα αυτιά που νοικιαζόταν. 
-Φίλοι νοικιάζονται φίλοι, εκλεκτά αυτιά, δουλεύουν εισχωρώντας θυσία στο στόμα, στα χέρια , στα μάτια τους.
-Σύντροφοι, διαλεχτοί σύντροφοι, πρώτης ποιότητας εραστές, γονείς και δάσκαλοι, παιδιά ολόφρεσκα, η καλύτερη ποιότητα μόνο για σας, νοικιάζουμε αγκαλιές, οργασμοί με το κιλό, προσομοίωση της αγάπης. Νοικιάζουμε ευτυχία σε μπουκαλάκια κι έρωτα για τον καθρέφτη του αυτοκινήτου σας, ζώα προς τέρψη και διασκέδαση, ζώα για ζώα!
-Να σας βάλουμε λίγη ακόμη νεότητα, λίγο στρες;
-Μα μήπως με πειράξει;
-Παρακαλώ, παρακαλώ, είναι δημιουργικό, για σας μόνο τα καλύτερα.
Τώρα η Πολιτεία είχε νέες κάμερες. Καμουφλαρισμένα συναισθηματικά ράκη σούφρωναν τους μυς των προσώπων τους μπροστά στο φακό κι από πίσω ο κόσμος χειροκροτούσε ευχαριστημένος ρουφώντας τη σόδα που τους πρότειναν οι επικρατέστεροι γκουρού- influencers για να κάψουν τα κιλάκια των διακοπών. Γαλάζια χεράκια με παρατεταμένο τον μεγάλο και λυπημένες φατσούλες σαν ολοστρόγγυλα κουλουράκια κινούσαν στρεσαρισμένες μαριονέτες ξεφουρνίζοντας αλληλέγγυες διαδικτυακές μπούρδες για τα αρχαία δάση του νότου που καίγονταν. Ενώ ένα μάτσο καλοσμιλεμένες ευρωπαϊκές πέτρες διεκδικούσαν τις συνειδήσεις του κόσμου απλώνοντας τα χέρια για ελεημοσύνη και διατήρηση καθώς ένα μέρος τέχνης, μια πρέζα θρησκευτικής λαγνείας και μια καλή ρητορική υπέρ εθνικού θησαυρού αρκούσε να παραγκωνίσει το βλέμμα από την πραγματική είδηση  και να αδειάσει τις τράπεζες του μέλλοντος για να σώσει τις τράπεζες του παρελθόντος. Το μέλλον κατέβαζε το κεφάλι μασώντας το μαντίλι που έκλεινε το στόμα του καθώς το παρελθόν φόραγε στη γέρικη μασέλα του χρυσά δόντια.
Εμείς ανάψαμε το θερμοσίφωνα και βάλαμε τα χτεσινά ρούχα. Κάποιοι πήγαν νωρίτερα στο ναό και έβλεπαν τώρα το ντοκιμαντέρ, κάποιοι ίσιωναν τα μαλλιά τους και γέμιζαν τις τσέπες προφυλακτικά φράουλα μήπως σταθούν τυχεροί, κάποιοι άκουγαν δίσκους με τσέχικο πανκ στο σπίτι, κάποιοι κράτησαν το χέρι της μάνας στα δικαστήρια, κάποιοι θα πήγαιναν απόψε στη λιτανεία για το τζέρτζελο που δεν τους πρόσφερε η πόλη που σπούδαζαν, το χειμώνα, κάποιοι θα έτρωγαν ξύλο στο κατασταλτικό μέγαρο, κάποιοι θα έπιναν τον καφέ τους δυο στενά πιο δίπλα.  
Εμείς ανάψαμε ένα τσιγάρο πριν γίνει το νερό. Είχα χρόνια να πάω στον επιτάφιο όμως απόψε έμοιαζε σαν να ετοιμαζόμασταν για μια παρόμοια λιτανεία,  χωρίς ρασοφόρους κήρυκες κοράκων, χωρίς εξαπτέρυγα, χωρίς παπαδοπαίδια και προσκόπους, χωρίς βυζαντινούς αμανέδες και ακαταλαβίστικες προσευχές, λιβάνια και μύρα, χωρίς κεριά και λουλούδια, χωρίς σταυρούς. Ο δικός μας επιτάφιος μύριζε καμένη γη, πλαστικό και ξεβαμμένους τοίχους, είχε αμανέδες που έκαναν ρίμα και φθηνά κουτάκια μπύρας που τσαλακώνονταν εύκολα, δεν γύριζε τα τετράγωνα πάνω στα χέρια, ίδρωνε και καίγονταν μέσα στα χέρια μας, φώναζε συνθήματα κι έκανε πορείες στους δρόμους κυνηγημένος. Στην τηλεόραση δεν ακούγονταν πένθιμα εμβατήρια κι ούτε φέρναμε φως στο σπίτι με φαναράκια. Ανάβαμε τσιγάρα και προσευχόμασταν στον καπνό να μείνει λίγο φως στη σκέψη μέχρι να έρθουμε σπίτι.
Μόνο ο κόσμος έμοιαζε όμοιος, έσφιγγε τα χέρια κρυφά, ζητώντας ανάσταση, όχι ανάσταση νεκρών κορμιών, ανάσταση από καιρό νεκρωμένων εαυτών, συνειδήσεων, ανάσταση της φωνής του. Τότε κατάλαβα, εκείνοι ζητούσαν μια ξένη φωνή, εμείς ψάχναμε τη δική μας, πόσο γρήγορα αναρωτήθηκα ξεχνιέται η κατάσταση, πόσο θέλει για να γίνει παράδοση, πόσο θέλει για να χάσει το νόημά της; Όταν το σύστημα φοβάται την επανάσταση αφομοιώνει τον επαναστάτη… Χαίρομαι που δεν αφομοιώθηκες, χαίρομαι τώρα που δεν υποκλίνονται μπροστά σου, χαίρομαι που δεν έχεις εξαπτέρυγα κι ούτε γενειοφόρους γέροντες που αυτοαποκαλούνται παναγιότατοι και τέτοια, χαίρομαι που δεν σε ξέντυσαν από την ανθρωπιά γιατί αυτό σημαίνει πως δε σε έχουν ξεχάσει.
Λυπάμαι μόνο που έπρεπε απόψε να πάμε σε έναν επιτάφιο κι όχι σε μια συναυλία, λυπάμαι που έπρεπε να σε καταλάβουμε, λυπάμαι που δε καταλάβαμε χωρίς εσένα, λυπάμαι που θα ανάψουμε τσιγάρο για να σε μνημονεύσουμε, θα ήταν καλύτερα απλά να ανάβουμε τσιγάρο παρέα. Λυπάμαι που απόψε δε θα κάνεις μπάνιο να βγεις με τους φίλους, λυπάμαι που απόψε δε θα βάλεις τα χτεσινά, λυπάμαι που δε θα σφίξεις το χέρι της, λυπάμαι που για μας δεν θα είσαι απόψε μαζί μας. Τώρα μεγαλώσαμε κι αλλάξαμε, δεν θα ανάψουμε καντήλι για τα πνεύματα, ούτε θα προσκυνήσουμε την εικόνα της μάνας με τάματα και μαραμένα λουλούδια, προσκυνήσαμε τις μεγάλες μητέρες και προσφέραμε θυσία  για να νοιαστούν για μας, τώρα εμείς πως θα νοιαστούμε για τη μάνα; Η μάνα γέννησε, ανάθρεψε, μεγάλωσε το παιδί, η μάνα ζει. Το παιδί γέννησε, ανάθρεψε, μεγάλωσε ιδέες, το παιδί πέθανε. Η ιδέες συνεχίζουν να γεννούν, να αναθρέφουν, να μεγαλώνουν, το παιδί ζει μέσα τους.
Απόψε σκέφτηκα πως ήρθε ο καιρός να καταρρίψουμε τα λάβαρα των νεκρολάγνων, απόψε σκέφτηκα πως ήρθε ο καιρός να παλέψουμε για τους ζωντανούς γι’ αυτούς, για μας, πόσοι λίγοι έχουν κι έχουμε παλέψει; Ίσως αυτό να ήταν το πρόβλημα, ο κόσμος πάντοτε είχε στη διατήρηση το ένα μάτι. Μέσα από τη διατήρηση όμως θεριεύει κι αντικατάσταση, ποια ιδέα, ποιο δέρμα, ποια ζωή παραμένει ατόφια όταν παραποιείτε; Η φύση μιλά για κύκλους φθοράς και δημιουργίας κι εμείς αφύσικα μέναμε στη συντήρηση. Ίσως ήρθε ο καιρός να κάψουμε το χτες με τον αναπτήρα αν θέλουμε να σώσουμε το αύριο, ίσως ήρθε ο καιρός να πάψουμε να ταΐζουμε τους φόβους μας από φόβο μην μας φάνε καθώς είναι πεινασμένοι και να κλείσουμε το παράθυρο όταν κοιμόμαστε.
Δίπλα στο κρεβάτι στερεώσαμε τη φάκα για τους ποντικούς και κόψαμε λίγη σκέψη για δόλωμα, το νερό είχε γίνει. Φορέσαμε τα χτεσινά και λούσαμε καλά τα μαλλιά έτσι που να μη μυρίζει ο θυμός μας στους άλλους και μας κυνηγήσουν, έπειτα βγάλαμε το θηρίο στη βεράντα και κλείσαμε καλά το παράθυρο. Απόψε δεν είχε φόλες για μας, απόψε ας τις έτρωγε ο φόβος. Σκεφτήκαμε τις πιο όμορφες αγκαλιές και τις ράψαμε πάνω σε ψεύτικα πέτσινα κρεμώντας φιλιά στα αυτιά και τηλεφωνώντας σε καλούς φίλους. Δεν είχαμε λεφτά για κεράσματα, δεν είχαμε κάρτα αγορών να νοικιάσουμε ελπίδα, σκίσαμε τις συνταγές των ψυχολόγων και πλύναμε τα δόντια μας, απόψε θα κάναμε τη λιτανεία μια επανάσταση και τα βεγγαλικά της ανάστασης τα κρατήσαμε για μας. Το κράτος κοιμόταν ανάμεσα σε στρας και τροφαντές κωλοχράδρες σε παράθυρα ειδήσεων , πλαισιωμένες με κοστούμια υψηλής ραπτικής και ξινισμένες ανάσες ενώ εμείς ετοιμάζαμε το αναστάσιμο δείπνο της επομένης. Μόλις έδιναν το σύνθημα, υπέροχα φωτεινά πυροτεχνήματα ελεύθερων μικροσκοπικών ανθρώπων θα φώτιζαν τη νύχτα σχίζοντας τα εύθραυστα φωτάκια της υποταγής και σκορπίζοντας τα σε χαρτοπόλεμο.
Τότε και μόνο τότε, καθώς εκρήγνονταν οι σκέψεις μας στον αέρα θα έμενε η νύχτα ολόφωτη  καθώς η Πολιτεία θα έπεφτε πανικόβλητη μέσα στο μπλακ άουτ.

Sunday, August 25, 2019


Ναυτικό ημερολόγιο - Στην Ατάρ οι θεοί προσκυνούν τις κόκκινες κάλτσες


Της Χριστίνας Κοντούλη










Έμοιαζε σαν να προσεύχεστε με τα χέρια της καθώς λικνίζονταν στην μυστηριακή συχνότητα. Τα χέρια της πήγαιναν κι έρχονταν με την μορφή κόκκινων εξωτικών πουλιών, γυρνούσαν γύρω από το πρόσωπό μου, δεν ήμουν σίγουρος, ίσως και να γυρνούσα γύρω της εγώ..


Μέσα στους καπνούς της Ατάρ, τα πρόστυχα γέλια των περαστικών που χλεύαζαν τη διασκέδαση μας προβάριζαν χειροκροτήματα από πορσελάνινα βαμμένα δόντια λίγο πριν την εκκλησία της Κυριακής ενώ δυο ανήλικοι δραπέτες κρύφτηκαν πίσω μας μέχρι να φτάσουμε κοντά στην είσοδο κι ύστερα ενσωματώθηκαν στην πολυκοσμία. Ο Ομάρ σκάλιζε μια μισοτελειωμένη φλογέρα μασουλώντας τις καυτερές πιπεριές του κι η Σπεράτζα έπαιζε ζάρια με τους ναυτικούς κάποιου αμερικάνικου βαποριού ξεκοκαλίζοντας τους μισθούς τους πριν ακόμη αγγίξουν το πάτωμα. Τέτοιες νύχτες όλη η Ατάρ ξεχύνονταν στους δρόμους με το πρόσχημα του καύσωνα, μια πόλη που θα ζήλευαν οι οπαδοί του Πουαντιγισμού καθώς αν άπλωνες ένα μεγεθυντικό φακό πάνω από τούτο τον παράξενο πίνακα τότε μόνο θα διέκρινες τις καταβολές του, μικρές χρωματιστές κουκκίδες στραγγισμένες απ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης έλαμπαν αστραφτερά παραμορφωμένα κάτω από το χρυσαφένιο της πρόσωπο.
Ένας ξεχασμένος Άμμων Ρα με σπασμένη την αριστερή πλευρά του προσώπου του παρακολουθούσε μελαγχολικός το λιμάνι αναπολώντας τα περασμένα μεγαλεία του μετρώντας τα έξι καινούργια του τατουάζ που σήμαναν σιγά σιγά το τέλος άλλης μιας χιλιετίας. Έξω από το μαγειρείο ο Αφούσης έψαχνε το ζωνάρι του δίνοντας σαν αντάλλαγμα ευρέτρων σοφιστείες και καλησπέρες , μόνο που τώρα δυσκολεύονταν να σηκωθεί κι έτσι προέταζε το χέρι καρτερικά για λίγα ψηλά κι ό,τι άλλο είχε κανείς την όρεξη να του δώσει. Ο άλλος Κάσιος βρισκόταν δίπλα μου τώρα κι απ’ την αρχή του χρόνου, τον είχα ανταμώσει κάποτε σ’ ένα σκλαβοπάζαρο και τον πήρα μαζί μου να μου κρατά την αλυσίδα, μισή εγώ , μισή αυτός, δεν είχα παράπονο. Ο Γιάγκος ήτανε καλό παιδί μόνο που και που ξεχνιόταν μέσα στη βαρεμάρα του και μέτραγε τα άστρα τότε γέμιζε η μούρη του σπυριά και γύριζε την Ατάρ ψάχνοντας μαντζούνια για την χαμένη ομορφιά του. Ευτυχώς εμένα μ’ είχε δασκαλέψει η μάνα μου από μικρό κι έτσι μετρούσα τ’ αστέρια μόνο όταν έπεφταν.
Κάπου εκεί στα μέσα της νύχτας περάσαμε την αγορά των καλαμποκιών και δρασκελώντας βιαστικά τα στενάκια με τα προσευχητάρια των παλιών μανάδων βρεθήκαμε στο Zümrüt μπαχτσέ. Από τη μια η αρχαία αγορά κι από την άλλη πλευρά η αγορά των μυρωδικών και των κοσμημάτων, ενώ αν άφηνες το βλέμμα σου να περπατήσει κατά μήκος των ρευμάτων έφτανες μέχρι τα ψαράδικα που κατέληγαν στο γκρεμισμένο ναό της Αρτέμιδος στις εκβολές ενός οικόσιτου ποταμού . Οι απόγονοι των Σαρακηνών αναζητούσαν το Σάρας ανάμεσα σε γαλαζωπούς και χρυσοπράσινους καπνούς καθώς έσπαγαν και μοίραζαν το πλαστικό Γκράαλ κάτω από τις μύτες τουριστών σταυροφόρων που προσπαθούσαν να στηρίξουν τα selfie sticks ανάμεσα σε βαριά θωρακισμένες πανοπλίες παιδικών απωθημένων, νευρώσεων και ηρεμιστικών χαπιών. Στον αέρα πλανιόταν μια μυρωδιά θυμιάματος, ιδρωτίλας και ναφθαλίνης. Έτσι μύριζαν και τα παλιά σπίτια στο χωριό, μια ταμπλέτα σκληρής εργατιάς βουτηγμένη στο θρησκοπήγαδο κι έπειτα απλωμένη για να στεγνώσει στο βάθος ενός καθωσπρέπει ντουλαπιού στο ερμάρι. Καμιά φορά αναρωτιόμουν σαν παιδί αν έτσι έμοιαζε η λέξη μαυσωλείο, έπειτα μεγαλώνοντας είδα άλλα, πολύ πιο μεγάλα, πολύ πιο σκοτεινά που σαν ταξιδιωτικές βαλίτσες έφεραν πολλές στάμπες πάνω τους, πότε κράτος, πότε εθνική συνείδηση, πότε αστυνομία, πότε θρησκεία και πότε κοινωνική μέριμνα φροντίδας κι εκπαίδευσης επιθυμητών πολιτών. Όμως πάνε πια όλα αυτά, είχαν περάσει. Τώρα πάνω στα αποκαΐδια του απολίτιστου πολιτισμού μας ξαπωστάζαμε ευχαριστημένοι που επιβιώσαμε ακόμη μια φορά κι ονειρευόμασταν μέχρι το ηφαίστειο να καπνίσει και πάλι.
Εκείνο που μου έκανε εντύπωση ωστόσο ήταν αυτή η επιμονή να αναζητούμε στολίδια από το παρελθόν για να ντύσουμε το γυμνό μας μέλλον. Σαν μια νύφη που ετοιμάζονταν για τον έγγαμο βίο τηλεφωνώντας στους πρώην εραστές της για ένα γρήγορο πριν την τελετή. Κι αυτό το γρήγορο κρατούσε μέρες, μήνες, αιώνες μα ίσως και να ήταν μια στιγμή που επαναλαμβάνονταν στη μνήμη της ξανά και ξανά ακόμη κι όταν γριά πια συνόδευε μια άλλη γενιά στη σύμβαση που εκείνη είχε μετανιώσει. Ένας από τους μεγαλύτερους φόβους του ανθρώπου ήταν να μετανιώσει κι όμως ό,τι κι αν πει αυτό που διάλεξε θα το διάλεγε ξανά και ξανά και ξανά γιατί αυτή είναι η φύση του.
Τα χέρια της Σεμέλης χαμήλωσαν κι αγκάλιασαν τον Δία σ’ ένα λιμάνι στην ανατολή, αυτή τη φορά θα ήταν συνετή και δεν θα του ζητούσε να της αποκαλύψει την πραγματική του φύση. Η Ήρα τύφλωνε τον Τειρεσία μορφάζοντας από αγανάκτηση κι έπειτα το βράδυ γλιστρούσε στην κάμαρά του και του ζητούσε να της μάθει τα μυστικά που είχε γνωρίσει στις δυο ζωές του. Κανείς ποτέ δεν είχε μάθει αυτή την απάτη…
Ο Γιάγκος ξάπλωσε στην άμμο να μετρήσει τα αστέρια. Είχε προμηθευτεί αρκετή αλοιφή από μια Βιετναμέζα σαμάνο κι ειδοποίησε τους ψαράδες να βρουν τον Σιμόν που έκανε τις τελετές του στα πόδια του Άμμωνα, αν πρήζονταν πάλι η μούρη του θα έσπαγε μερικά ασπράδια και θα έριχνε μερικά κόκαλα, έτσι θα ξόρκιζε την κατάρα. Ο Σιμόν ήταν ένας ψηλός γαλλοαφρικανός με τελετουργικά –όπως έλεγε- εμφυτεύματα στα μπράτσα (αν και όλοι ήξεραν πως τα είχε βάλει στην εφηβεία του για να εντυπωσιάσει την πρώτη του ερωμένη ) κι ένα μεγάλο τατουάζ λιβελούλα στο λαιμό. Είχαμε ταξιδέψει μερικές φορές μαζί και πάντα μας έβαζε σε περιπέτειες, όμως κανείς δεν μπορούσε να κρατήσει κακία σε κάποιον που γεννήθηκε κάτω από τον αστερισμό του ζυγού, σύμφωνα με τα λεγόμενά του…
Έδωσα ένα τσιγάρο στον Γιάγκο κι έπειτα τον άφησα πηγαίνοντας προς τα μαγειρεία. Στην παλιά πόλη οι ουρανοξύστες που κάποτε προπαγάνδιζαν ένα μέλλον γεμάτο υπέρλαμπρα και μακρινά τεχνολογικά επιτεύγματα τώρα έστεκαν σαν βουβά μισογκρεμισμένα τοτέμ αποκαλύπτοντας τα σάπια τους θεμέλια ενώ στον τρίτο όροφο ενός από αυτούς ένας κοκκινομάλλης πρώην τζογαδόρος , μισός Φιλανδός μισός Αρμένιος είχε στήσει τώρα ένα χαμάμ τόσο για χαλάρωση όσο και για όλες τις ορέξεις... Καθώς ανέβαινα στην «Αγία Πόλη» οι μυρωδιές των σαπουνιών χαριεντίζονταν μέσα στα ρουθούνια μου σαν τις οδαλίσκες ενός πίνακα του Ingres ενώ από τις κάσες των ανύπαρκτων πορτών γυμνοί άνθρωποι  ξαπλωμένοι κι ακίνητοι βαριανάσαιναν πλάι σε ξεφτισμένα ντουβάρια και θολές τζαμαρίες. Κάπου εκεί στις αρχές του άλλοτε προθάλαμου που οδηγούσε στον τέταρτο όροφο μια σειρά από μπάζα δημιουργούσε ένα πλατύ πέρασμα για τον διπλανό ουρανοξύστη. Στο βάθος ο Φάρος της Αλεξάνδρειας αντανακλούσε το φως των δρόμων στα γυαλιά μου περιπαίζοντας την μυωπία των ματιών βρίσκοντας καταφύγιο στη διαύγεια της άγριας φαντασίας με την οποία είχα προικισθεί από τα γεννοφάσκια μου. Σ’ αυτή τη ζωή τρεις ήταν οι προίκες μου, φαντασία, απορία, αμφισβήτηση. Τι καλύτερος μπούσουλας; Σκεφτόμουν ευχαριστημένος όταν ξαφνικά μια μικροσκοπική εικόνα αναστάτωσε την ταξιδιάρικη διάθεση του μυαλού μου. Σ’ ένα από τα πολλά δωμάτια του  Ναού των πολλών ονομάτων, ένα δωμάτιο ήταν καινό, στα άλλα διάφοροι άνθρωποι , διαφόρων θρησκειών, σκέψεων κι ελπίδων κάθονταν όπως πάντα τραγουδώντας νανουρίσματα στις γλώσσες τους, όμως σ’ εκείνο το μικρό δωμάτιο ξεχώριζε μονάχα μια σιλουέτα. Δεν ήξερα τι ακριβώς μα κάτι με τραβούσε να πλησιάσω. Στο βάθος του δωματίου μια γυναίκα κάθονταν σκυμμένη με την πλάτη προς το μέρος μου βουτώντας τα χέρια της σε μια λεκάνη τραγουδώντας ένα νανούρισμα σε μια γλώσσα που δεν μπορούσα να αναγνωρίσω. Κάθε τόσο έβγαζε μια κόκκινη κάλτσα από το νερό κι έπειτα την έδινε σε μια άλλη γυναίκα λίγο πιο πέρα, εκείνη την άπλωνε σ’ ένα σχοινί  κι ύστερα μια  Τρίτη το τραβούσε κι έπαιρνε την τελευταία κάλτσα τοποθετώντας τις σε ζευγάρια. Άλλες έμεναν από την αρχή ως το τέλος στην αρχικές τους θέσεις, άλλες τις άλλαζαν κι άλλες, εκείνες που ήταν ξηλωμένες είτε τις άφηναν στην άκρη είτε τις έριχναν σε ένα βαρέλι όπου έκαιγε μια αυτοσχέδια φωτιά. Αυτό συνεχίστηκε για τρεις νύχτες, την τέταρτη αποφάσισα να μπω στο δωμάτιο και να τους μιλήσω. Όμως όταν έφτασα εκεί δεν υπήρχε κανείς παρά μόνο η Σεμέλη. Έφυγα αθόρυβα, στο πρόσωπό της είχε την έκφραση της προσμονής, σε λίγο θα έφτανε ο Δίας.
Προσπέρασα βιαστικά τα μαγειρεία και αποφεύγοντας με γρήγορα τινάγματα των χεριών ένα κίτρινο σύννεφο από κάρυ έφτασα στη Σουμέρια. Ένας μελαψός νεαρός στην είσοδο κερνούσε σουμάδα και χαλβά. Καθώς με πήραν οι πρώτοι ήχοι του καφέ αμάν μασουλούσα είδη ένα κομμάτι επεξεργασμένο μούστο γεμιστό με σταφίδα και φουντούκι ενώ οι ονειροβάτες ποιητές αντάλλασσαν αφηγήσεις μουχλιασμένων βιβλίων από την αποθήκη της Αλεξάνδρειας. Στη μεσόγειο η στάθμη των νερών είχε ανέβει αρκετά κι έτσι οι παλιοί χάρτες με τους δρόμους των πειρατών είχαν καεί στα τζάκια των αγροτών του Νείλου. Η Μπαχάρ, η Ρόζα κι η Δισδεμόνα  χόρευαν κι έπιναν  τώρα μόνο για την πάρτη τους, χωρίς, αφέντες, αγαπητικούς και ζηλιάρηδες συζύγους διασκεδάζοντας μαζί με τις μαινάδες των Θηβών προσφέροντας αφοσίωση μονάχα στον Διόνυσο. Εκείνος με τα κόκκινα μαλλιά του πλεγμένα σαλαμάστρα, τυλιγμένος σ’ ένα λουλουδάτο κάλυμμα καναπέ λίκνιζε το μακρύ λαιμό του μιλώντας σε εφτά γλώσσες ταυτόχρονα, διασκεδάζοντας ινκόγκνιτο μαζί με τους θνητούς. Κάπου μέσα στους καπνούς μου φάνηκε πως είδα τον Φεντερίκο να ζωγραφίζει τσιγγάνες καλόγριες σ’ επίδοξους εραστές περνώντας πότε πότε τα δάχτυλά του ανάμεσα στις τούφες των μαλλιών του καθώς η Βερενίκη μετρούσε τα άστρα με τον Γιάγκο δείχνοντάς του τις ουράνιες μπούκλες της. Εγώ έριξα άλλη μια ματιά τριγύρω κι ύστερα κατέβηκα την ξύλινη σκάλα της εσωτερικής βεράντας πηγαίνοντας προς το μπαρ. Η Σπεράτζα έπαιζε τώρα  το επόμενο ποτό της στα ζάρια ενώ τιτίβιζαν με τον μπάρμαν ένα μυστικό έρωτα που πήγαινε πολλά χρόνια πίσω.
Έπειτα από κάμποση ώρα  ο Μανέ σταμάτησε να σκιτσάρει την μπαργούμαν κι ήρθε επιτέλους προς το μέρος μου.
-Α Φράνσις, με συγχωρείς, τώρα σε είδα. Πότε ήρθες;
-Έχουμε λίγες μέρες, δεν πρόλαβα να έρθω νωρίτερα
-Δεν πειράζει, θα μείνετε μέρες;
-Μπα όχι, ο καπετάνιος είχε κάτι δουλειές και καθυστερήσαμε, τώρα αύριο μεθαύριο θα ανέβουμε στα βόρεια πάλι.
- Η αδερφή σου τι κάνει; Είδα τον Φωτεινό, μου είπε πως θα πήγαινε να τη βρει στη Δήλο κι ύστερα θα πήγαιναν μαζί στο χωριό. Βρήκαν ένα αρχαίο ναυάγιο εκεί και χρειάζονταν χέρια, σκέψου, από την προηγούμενη χιλιετία!
- Ναι ο Φωτεινός μάζεψε όσους μπορούσε αλλά ακόμα δεν φτάνουνε, η αδερφή μου λέει πως το ναυάγιο ξεκίνησε από την παλιά πόλη στα μέρη μας και βυθίστηκε στη Δήλο.
-Ναι το άκουσα κι εγώ, ήταν ο Μπορίς κι ο Φινέας εδώ πριν κάτι μέρες, μου τα είπαν κι εκείνοι, έψαχναν τον Νηρέα με τους βουτηχτές αλλά ο Μπας είπε πως είναι σε άλλη δουλειά στην Ελβετία. Ορίστε το ποτό σου, έβαλα και ταμπάσκο –είναι από τις πιπεριές του Ομάρ- θα σ’ αρέσει.
Η μούσα άφησε το ποτήρι στον πάγκο κι επέστρεψε χαμογελαστή στον ζωγράφο καθώς οι σκέψεις έσβηναν σιγά σιγά μέσα στους ανατολίτικους δρόμους. Το Hejaz και το Niavent  έχτιζαν θεωρία επίτιμων παρατηρητών αιώνες τώρα, πλαταίνοντας τους στενούς τοίχους και τα στενά αισθήματα χωρώντας  τα φαντάσματα γενεών, ερώτων, πολιτισμών και μυστηρίων από το χτες ως το αύριο. Η μουσική δεν είχε χρόνο, η μουσική ίσως να ήταν η παλαιότερη ύπαρξη κι η μόνη αντίπαλος του θανάτου, η «πανταχού παρούσα», ακόμη και στη σιωπή.
Τότε την είδα πάλι. Έμοιαζε σαν να προσεύχεστε με τα χέρια της καθώς λικνίζονταν στην μυστηριακή συχνότητα. Τα χέρια της πήγαιναν κι έρχονταν με την μορφή κόκκινων εξωτικών πουλιών, γυρνούσαν γύρω από το πρόσωπό μου, δεν ήμουν σίγουρος, ίσως και να γυρνούσα γύρω της εγώ..  Θυμήθηκα τους στίχους του Καββαδία «…ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;…» Τα χέρια της μπλέκονταν ολοένα και πιο κοντά μου, τα λημνίσια μάτια της που με τρόμαζαν περισσότερο από την αγριεμένη βοή των κυμάτων της θάλασσας, ο δαίμονας ενός έρωτα που δεν είχε ακούσει το όνομά του. Κι η μουσική, ο ήχος αυτός που με ακολουθούσε από τα σπάργανα της ύπαρξής μου και σιωπούσε μονάχα δίπλα της, τώρα όλη η πόλη έμοιαζε να παίζει αυτό τον ήχο. Ζαλίστηκα, τα μάτια μου έκλεισαν.
Όταν ξύπνησα ο Γιάγκος στέκονταν πάνω από το κεφάλι μου παρατηρώντας με μ’ εκείνη την αστεία φάτσα που παίρνει κάποιος μπροστά σε κάτι ανεξήγητο.
-Τι; Ρώτησα προσπαθώντας να σηκωθώ.
-Τι έκανες χτες;
-Είχα πάει στη Σουμέρια, γιατί; Έκανα κοιτάζοντας γύρω μου. Ήμουν στην παραλία.
-Καλά κι εδώ πως βρέθηκες;
-Δεν ξέρω, δε θυμάμαι. Μα καλά, τι με κοιτάς έτσι; Σταμάτα, η φάτσα σου είναι αστεία και μου ‘ρχονται γέλια.
-Άμα σου ‘ρχονται γέλια εσένα, εγώ τι πρέπει να κάνω;
-Γιατί;
Ο Γιάγκος μου έκανε νόημα -με την ίδια πάντα γκριμάτσα- να κοιτάξω τα πόδια μου. Οι μπότες μου είχαν εξαφανιστεί, το ίδιο και οι κάλτσες μου, το μόνο που είχε μείνει ήταν μια κόκκινη κάλτσα… Σηκώθηκα όπως όπως κι αφού έσιαξα λίγο τα ρούχα μου ξεκινήσαμε για το πλοίο, εκεί είχα ένα δεύτερο ζευγάρι παπούτσια. Ωστόσο όταν φτάσαμε στις καμπίνες, ένα μικρό μπούγιο ήταν συγκεντρωμένο στην είσοδο.
-Μα δεν μπορώ να καταλάβω, τι έγινε, που είναι;
-Ηρεμήστε θα τα βρούμε
-Μα για πιο λόγο, ποιος;
-Τι έγινε; Ρώτησα τον καμαρότο
-Μια από τους επιβάτες που επιβιβάστηκαν χτες
-Ε τι;
-Έχασε τα παπούτσια της
-Ε; έκανα εγώ. Ο Γιάγκος γύρισε ρίχνοντας μου μια ματιά σκασμένος στα γέλια.
-Δεσποινίς! Φώναξα προχωρώντας ανάμεσα στους ναύτες, όταν έφτασα μπροστά δυο μεγάλα μάτια με κάρφωναν αγανακτισμένα. Τα μαλλιά της ήταν καστανόχρυσα όπως το μέλι στο φως κι είχε μερικές φακίδες γύρω από τη μύτη. Εγώ σήκωσα τότε το μπατζάκι μου και δείχνοντάς της την κόκκινη κάλτσα ξεσπάσαμε κι οι δυο σε γέλια. Η άλλη κόκκινη κάλτσα ήταν στο πόδι της! ‘Ένας αρχέγονος ήχος απλώθηκε στο δωμάτιο καθώς οι μοίρες γλίτωναν ένα ζευγάρι κάλτσες απ’ τη μπουγάδα. Η εποχή του υδροχόου είχε τελειώσει επίσημα. Ένα νέο ταξίδι μόλις είχε ξεκινήσει.


Wednesday, July 31, 2019


Ναυτικό ημερολόγιο – Τα δαχτυλίδια του βαφτιστή κι ο αβάφτιστος που κράτησε το όνομά του.

Της Χριστίνας Κοντούλη









-Οι όμορφοι άνθρωποι είναι όμορφοι όπως και να ‘χει, δεν χρειάζονται στολίδια. Το μεγαλύτερο στολίδι σ’ ένα σώμα  ή ένα πρόσωπο είναι ο χαρακτήρας. Ναι τα σώματα είναι όμορφα, ναι τα πρόσωπα είναι όμορφα κι αυτό είναι κάτι ελκυστικό, σε έναν κόσμο όπου το διαφορετικό είναι άσχημο, μήπως είμαστε όλοι άσχημοι; Έτσι κι αλλιώς είμαστε όλοι διαφορετικοί.



Πάνω στη γαλάζια ερημιά γράψαμε το όνομά της, από όταν γεννήθηκε μας έμαθαν να τη λέμε θάλασσα, εμείς την λέγαμε ελευθερία. Όταν μιλούσαμε για εκείνη κι όταν τη φανταζόμασταν, όταν τη σιχτιρίζαμε κι όταν κλαίγαμε να την μεγαλώσουμε κι άλλο, πάντα τότε μόνο της δίναμε το πρόσωπό της. Κυρά με τα χίλια πρόσωπα, τα χίλια φύλλα, χίλια έθνη και μια γλώσσα συρτή γεμάτη υγρασία, σκληρή κι αμείλικτη, υπομονετική, χρόνια έγλυφε την πέτρα μέχρι να λιώσει να περάσει κι άλλες φορές ανυπόμονη κι άγρια ανέβαινε πάνω από τα βράχια να ηρεμήσει τα δίκια της. Εμείς θυσιάζαμε σ’ εκείνη πριν το ταξίδι και τη γεμίζαμε με άχρηστα δώρα και φυλακτά, άλλοι φορώντας το πρόσωπο της Αγαύης κι άλλοι σοφότεροι κέρδιζαν την εύνοια της δένοντας τα μάτια τους μ’ ένα μαντίλι κι αποτυφλώνονταν, παραδίνονταν στη θέλησή της και περπατούσαν στο κύμα αφήνοντας πίσω τους πατημασιές χρησμούς για τους μύστες. Κάποιοι στάθηκαν μπροστά της ντυμένοι αλαζονικοί Πενθέες μα σαν το ρούχο τους, σχίστηκαν κι εκείνοι κι έμεινε μονάχα το θλιβερό, το κακόηχο προσωπείο…
Κι εμείς νεοσσοί κι ασχημάτιστοι, αφύλαχτοι, ανεβήκαμε στο καράβι, με σώματα τρυφερά κι ανέγγιχτα, γυμνά, ντροπιασμένα για την άγνοιά μας, να κάνουμε την πρώτη μας θυσία.
-Αφήστε τα γούρια των γονιών σας, τα πορτοφόλια σας κι όσα έχετε ντυθεί, αφήστε ό,τι κουβαλάτε μαζί σας, αφήστε τις φωτογραφίες των φίλων και των ερώτων σας, αφήστε τους λογαριασμούς σας, άμα θα συναντήσετε την θάλασσα , άμα θα συναντήσετε την ελευθερία θα’ χετε μαζί ό,τι θα είχατε στο θάνατο. Τίποτα από όλα αυτά δεν θα ’ρθει μαζί σας στην ελευθερία παρά μόνο ό,τι χωράει στο κεφάλι σας, ακόμα και το ίδιο σας το σώμα, σήμερα μένει εδώ.
Ένας ψηλός γέρος βγήκε από την καμπίνα. Τα μάτια του ήταν παράξενα, θολά. Το πρόσωπό του είχε κάτι ακόμη πιο περίεργο, σε κάθε έναν μας έμοιαζε αλλιώς, κανένας δεν μπορούσε να τον περιγράψει κι όμως για όλους είχε κάτι γνώριμο. Στα δάχτυλά του φορούσε δώδεκα δαχτυλίδια. Κάποια από αυτά ήταν γυρισμένα ανάποδα κι είχανε πάνω μια μικρή σκαλιστή άγκυρα, τα άλλα δεν μπορούσα να τα δω καλά μα είχα την αίσθηση πως κάποιο από αυτά έγραφε τα ονόματά μας… Ο καπετάνιος ήρθε προς το μέρος μας και πιάνοντας έναν από το σβέρκο του βούτηξε το κεφάλι στο νερό.
Έπειτα από λίγο κι ενώ εμείς κοιτούσαμε με αγωνία, ο άνθρωπος έπαψε να κουνιέται. Τότε ο καπετάνιος τράβηξε τα χέρια του κι ο άνθρωπος σηκώθηκε με το νέο του δέρμα. Στο σώμα του είχαν σχηματιστεί τα όπλα του. Ένα ασημένιο μελάνι έβγαινε από τη θάλασσα κι απλώνονταν απάνω του παίρνοντας σχήματα που έμοιαζαν με αστερισμούς.
-Τώρα ανήκεις στη σκέψη σου, τώρα ανήκεις στην κρίση σου, τώρα ανήκεις σ’ εσένα. Πάνω σου να γράφονται οι επιλογές σου, πάνω σου να γράφονται οι πράξεις σου, βαφτίζεται ελεύθερο το σώμα σου, πάρε τα χρώματα και το όνομα που διάλεξες, ας είναι δυνατά τα μάτια σου να βλέπουν την αλήθεια, ας είναι δυνατά τα αυτιά σου να την βρίσκουν μέσα στα ψέματα, ας είναι δυνατή η μύτη σου να βρίσκεις τα χνάρια της, ας είναι δυνατή η γλώσσα κι ας είναι δυνατά τα χέρια σου να την πουν, να την κρατήσουν, σε παραδίνω στην σκέψη σου, ας σε παραδώσει κι η ελευθερία σ’ εσένα. Είπε ο καπετάνιος και ντύνοντας τον άνθρωπο με πορφυρά και μοβ του ψιθύρισε το όνομά του. 
Όταν έφταναν οι βαφτίσεις στους τελευταίους, στο κατάστρωμα είχαν συγκεντρωθεί λογιών λογιών πλάσματα και μας κοιτούσαν από ψηλά, κάθε βαφτισμένος είχε πάρει τη θέση του ανάμεσα στις κάστες, τη μορφή, τα αστέρια και το όνομά του. Κάποτε έφτασε και σ’ εμάς η ώρα. Πήγα πρώτος μπροστά στον καπετάνιο και του έδηξα τα υπάρχοντά μου. Δεν είχα φωτογραφίες αγαπημένων, ούτε φυλαχτά, δεν είχα χρήματα, ούτε λογαριασμούς, δεν είχα τίποτα. Ο καπετάνιος με κοίταξε καλά από πάνω μέχρι κάτω.
-Πως σε λένε;
-Όπως θέλεις, του είπα χωρίς να ξέρω γιατί, κάτι μέσα μου με έσπρωχνε να αντιδράσω. Ο καπετάνιος με κοίταξε ξανά κι ύστερα έστρεψε τα μάτια του στα δικά μου. Το βλέμμα του είχε και πάλι κάτι απροσδιόριστα παράξενο, διαφορετικό αυτή τη φορά, σαν μια μικρή φλεγόμενη ύπαρξη να μου χαμογελούσε μέσα από τα ομιχλώδη του μάτια.
-Μισός στεριανός… μισός θαλασσινός…. Το όνομα που θα έχεις είναι αυτό που έχεις ήδη. Εσύ δε θα βαφτιστείς σήμερα. Ή  θα κρατήσεις το όνομά που έχεις σε όλο το ταξίδι ή θα διαλέξεις το καινούργιο σου όνομα μονάχος σου, εμείς δε θα σου δώσουμε κανένα. Ούτε ρούχο θα πάρεις ούτε χρώμα, αν θέλεις ρούχα θα τα φτιάξεις μόνος σου κι αν θέλεις χρώμα θα δημιουργήσεις ένα καινούργιο, ούτε όπλα θα σου δώσουμε , ούτε αστέρια να προσευχηθείς. Δεν έφερες πρόσφορο για την ελευθερία, το πρόσφορο θα είσαι εσύ. Μα θα έχεις μια επιλογή κι αυτή θα είναι η προσφορά μας, κανείς από όσους βαφτίστηκαν σήμερα δεν θα κατέβει από το πλοίο, εσύ όμως θα μπορείς, μα αν κατέβεις δε θα ξαναγυρίσεις. Έκανε ο καπετάνιος κι έπειτα στάθηκε σιωπηλός απέναντί μου περιμένοντας την απάντηση. Αισθάνθηκα ξαφνικά μια δυσφορία, όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω μου κι ήταν παράξενο πως όλοι περίμεναν την απάντησή μου, άλλοι έβλεπαν ήδη την πλάτη μου καθώς έβγαινα από τη θάλασσα και εξαφανιζόμουν ανάμεσα στα χορτάρια κι άλλοι περίμεναν να βάλω τα κλάματα και να ικετέψω. Κοίταξα δίπλα εκείνους που ακόμη περίμεναν τη βάφτιση κι εκείνους που είχαν βαφτιστεί, ένας από τη σειρά μας χαμογέλασε κι έστρεψε τα μάτια του προς τα πάνω. Τότε γύρισα και κοίταξα τον ουρανό, πίσω από την αχνή πάχνη  των σύννεφων ξεχώριζε ο αστερισμός του Ωρίωνα…
Ανάμεσα στους βαφτισμένους και σ’ εκείνους που περίμεναν , υπήρχε μια πλωτή ξύλινη  γέφυρα που ένωνε τη στεριά με το πλοίο. Χτύπησα τη χούφτα μου όσο πιο δυνατά μπορούσα κι ύστερα παίρνοντας ένα από τα σανίδια της γέφυρας χάραξα στο χέρι μου τ’ αστέρια της ζώνης. Όταν τελείωσα το άφησα στα χέρια του βαφτιστή.
-Αφού το πρόσφορο είμαι εγώ, δίνω σαν πρόσφορο τον πόνο μου, το ξύλο σας και την επιλογή μου. Κι από δω και μπρος αυτά θα είναι τα όπλα μου στο ταξίδι. Κι αν θέλω να ταξιδέψω στη στεριά θα το κάνω κι αν θέλω να ταξιδέψω στη θάλασσα θα πάρω ξύλα από τη γη και θα φτιάξω καράβι κι αν το όνομά μου είναι σήμερα Δούλος κι αύριο Δούλος θα’ ναι μα θα ‘με ελεύθερος όχι γιατί με βάφτισαν έτσι, όχι γιατί εσύ επέλεξες να μου δώσεις την ελευθερία μου αλλά γιατί την έχτισα με τον πόνο μου, το ξύλο σας και την επιλογή μου. Είπα και πηγαίνοντας κοντά στον βαφτιστή πήρα το ξύλο από τα χέρια του και το έμπηξα στην άμμο εκεί που συναντιόνταν η ξηρά κι η θάλασσα.
-Το χρώμα μου θα ‘ναι το χρώμα του αίματος κι αυτό το ξύλο θα ‘ναι το πρώτο κομμάτι του καραβιού μου. Δεν τάζω στη γη ούτε στη θάλασσα τίποτα, δεν τάζω τίποτα στην ελευθερία, παρά μονάχα τάζω αυτά τα τρία πράγματα σ’ εμένα κι αυτά ας με περάσουν στη γη, στη θάλασσα και στην ελευθερία.
Οι βαφτιστές ψιθύριζαν μεταξύ τους ρίχνοντας μου άγριες ματιές, μπροστά στη φωτιά της θυσίας που πάλλονταν από τον άνεμο οι μορφές τους άρχιζαν να αλλοιώνονται κι οι περίτεχνες στολές τους να θυμίζουν φτερά από μαύρες κότες ενώ μικρές τσιριχτές αποδοκιμασίες  έπεφταν από τις γλώσσες τους. Οι βαφτισμένοι τώρα άρχιζαν κι εκείνοι να τους μοιάζουν. Κοίταξα ψηλά: Η απαλή πάχνη που σέρνονταν νωχελικά στον ουρανό είχε δώσει τη θέση της σε γκρίζα παραφουσκωμένα σφουγγάρια   ενώ η θάλασσα ακολουθούσε το παράδειγμα τους χτυπώντας ολοένα και πιο δυνατά το αραγμένο σκαρί. Τα κύματα έρχονταν σε τριάδες που όσο πήγαινε και δυνάμωναν ορμώντας με μανία πάνω στο κατάστρωμα ξεπλένοντας τα στολίδια από τους ανόητους βαφτιστικούς.
Οι βαφτιστές στρίγκλιζαν ανάμεσα στα δόντια τους τις λέξεις «ύβρης», «βλασφημία» , «τιμωρία». Κι οι «απελευθερωμένοι δούλοι» έτρεχαν τώρα πάνω κάτω στο κατάστρωμα ψάχνοντας τους ψιθύρους με τα ονόματά τους που είχαν πέσει στις τρύπες του ξύλου. Ο άνεμος έκανε τα κύματα να ψηλώνουν όλο και πιο πολύ γλείφοντας βιαστικά το καράβι ενώ η φωτιά τίναζε τη χαίτη της παραμιλώντας νανουρίσματα για τους ναυαγιστές που έσερναν τα βήματά τους στη βυθισμένη έρημο. Οι αβάφτιστοι  ανάμεσα σε στεριά και θάλασσα τραβούσαμε όσους από τους βαφτισμένους προλαβαίναμε, μα τα ρούχα τους ήταν βαριά και οι ψίθυροι τριγύριζαν σαν σφήκες πάνω από τα κεφάλια τους κάνοντας όλο και πιο δύσκολο να τους τραβήξουμε έξω. Κάποιοι πάλι ξεγυμνώνονταν για άλλη μια φορά κι έτσι γυμνοί κι ανώνυμοι ήταν πιο εύκολο να κολυμπήσουν.
Ξάφνου  το βλέμμα μου έπεσε στο γέρο καπετάνιο. Στέκονταν καταμεσής του  χάους κοιτώντας πότε γύρω του πότε τα ρούχα του. Έμοιαζε σκεπτικός. Πήγα προς το μέρος του πιστεύοντας πως είχε σοκαριστεί από την καταιγίδα, εκείνη τη στιγμή όμως πρόσεξα πως δεν ήταν η καταιγίδα ούτε οι βαφτιστές , ούτε οι βαφτιστικοί , ούτε κι εγώ αυτό που είχε προκαλέσει το σοκ. Ήταν η αντανάκλαση του. Τώρα φορούσε δυο πρόσωπα, κι είχε χάσει τα μάτια της Κασσάνδρας. Ο Πενθέας έριξε τις εντολές κι Αγαύη τις μάζεψε με κακή πίστη. Μέσα στα νερά δέκα μικροί Πενθέες και Αγαύες φώναζαν ντυμένοι με ψιθυριστά ονόματα, πολύχρωμους χιτώνες και μπαλωμένα μεσοφόρια γεμάτα πρόσφορα ανόητων δούλων που πίστευαν πως πλήρωναν αντίτιμο για την ελευθερία τους μα στην ουσία πλήρωναν ενοικίαση έξτρα χεριών κι αιώνια υποταγή. Κι εμένα που δεν ήμουν διόλου εξυπνότερος , ούτε ομορφότερος, ούτε δυνατότερος, ούτε πιο ικανός με είχε γλιτώσει αυτή η μικρή μέλισσα μέσα στο κεφάλι μου που αντιδρούσε στους προκάτ όρκους. Τώρα αυτή η μέλισσα τσιμπούσε τον γέρο βαφτιστή που νόμιζε ή που ήθελε να νομίζει πως υπηρετούσε την μεγάλη ιδέα.
Εκείνη τη στιγμή κάτι μέσα μου με έκανε να σηκώσω το χέρι και να χώσω ένα γερό πάτημα στον βαφτιστή μέσα στην κολυμπήθρα. Όταν έβγαλε το κεφάλι του από το νερό το πρόσωπό του είχε καθαρίσει.
-Είσαι ακόμα καπετάνιος, τι θα γίνει με το καράβι, πρέπει να το βγάλουμε έξω.
-Όχι, πρέπει να το σπάσουμε, έκανε και μπαίνοντας πιο βαθιά μέσα στα αγριεμένα νερά άρπαξε το πρώτο ξύλο.
-Εμπρός σύντροφοι! Φώναξε κάποιος μέσα στο πλήθος. Οι λέξεις όπλισαν τα χέρια κι όλοι έτρεξαν προς τη θάλασσα. Μα κάποιος άλλος είχε μια καλύτερη ιδέα. Την ίδια στιγμή που αβάφτιστοι κι ξεβαφτισμένοι ετοιμάζονταν να ρίξουν το άδειο σκαρί κάποιος στο βάθος σκέφτηκε να το γεμίσει. Κρατούσε στο χέρι μια φωτογραφία, την κράταγε από το πίσω μέρος χαμηλά κι έτσι δεν είδαμε τη έδειχνε μα καθώς περνούσε ανάμεσά μας κάτι μας έκανε να σταματήσουμε. Έφτασε κοντά στο τρύπιο σκαρί, που τώρα έμοιαζε περισσότερο με  Ελβετική γραβιέρα παρά με καράβι και βούλωσε μια τρύπα με τη φωτογραφία του.
-Δεν θα ξεχάσουμε, ούτε θα χαρίσουμε αυτό που μας κάνει να ζητάμε ελευθερία, δεν θα το θυσιάσουμε σε κανένα βωμό, ό,τι είχαμε το είχαμε για να μας θυμίζει κάποιο μέρος που λέγαμε σπίτι, κι ό,τι δεν είχαμε ήρθαμε να το βρούμε εδώ, είπε ρίχνοντας μου μια χαμογελαστή ματιά. Αυτό σημαίνει να είσαι ελεύθερος, να θυμάσαι, ό,τι σε έκανε να προχωράς, καλό ή κακό, ό,τι σε έκανε να είσαι αυτός που είσαι, ό,τι θα σαι κάνει αύριο αυτόν που θα γίνεις! Ελευθερία δεν είναι να ξεχνάς, είναι να θυμάσαι, σε πείσμα όσων ξεχνούν , σε πείσμα όσων θέλουν να ξεχάσουμε τους λόγους που παλεύουμε για την ελευθερία, αυτοί οι λόγοι δεν είναι πρόσφορο, αυτοί οι λόγοι είναι ο λόγος.  Γεννηθήκαμε γυμνοί μα σήμερα εδώ δεν ήρθαμε έτσι, ήρθαμε φορώντας τα βάρη μας, ήρθαμε φορώντας τα ρούχα του εαυτού μας, ήρθαμε για να επιλέξουμε όχι για να επιλέγουμε. Κι εσύ, γύρισε προς το μέρος μου, που δεν έφερες τίποτα, σήμερα έφερες την αλλαγή, έφερες την ελευθερία.
Οι άνθρωποι χαμογέλασαν. Κανείς δεν είχε προσέξει πως η καταιγίδα είχε περάσει. Τώρα κρατούσαν στα χέρια τους τα όπλα τους, τώρα κρατούσαν στα χέρια τους τους λόγους. Το πλαγκτόν που λαμπύριζε στα σώματά τους ζωγραφίζοντας τυχαίους αστερισμούς είχε κι εκείνο χαθεί μέσα στην ταραχή και τα νερά, τώρα λαμπύριζαν μόνο δυνατά βλέμματα. Τότε κατάλαβα τι εννοούσε εκείνο το παραμύθι που μας έλεγαν μικρούς γιατί εκείνο το ξημέρωμα είδα τα χίλια πρόσωπα της θάλασσας να χτίζουν την ελευθερία τους, κοιτάζοντας το μέλλον με χίλια λαμπερά μάτια.