Friday, April 3, 2020


Εταιρία Προμηθέας




Της Χριστίνας Κοντούλη














Με μια όψη θανάτου μέσα από το λάρυγγα χαιρετηθήκαμε. Ξέραμε πως δε θα ξαναϊδωθούμε.



Στάθηκε μπροστά στο απόσπασμα, με μάτια σκούρα, τα ρούχα της ήταν κουρελιασμένα και βρώμικα και τα χέρια της αδυνατισμένα, γεμάτα μελανιές. Κοίταξε γύρω της, άχνα, σιωπή, δεν έβγαινε από τα χείλια ούτε ανάσα.  Η τραγουδίστρια έκανε το πρώτο βήμα κι έπειτα τα πόδια της λύγισαν και σωριάστηκε λιπόθυμη στο χώμα. Οι άλλοι τη μάζεψαν γρήγορα γρήγορα μα οι στρατιώτες τους σταμάτησαν.
-Αφήστε την κάτω. Ούρλιαξε ένας από αυτούς.
Εμείς κοιτάξαμε σαστισμένοι.
-Αφήστε την ξαναφώναξε κι εμείς άυπνοι πεινασμένοι, ξεχασμένοι από το θεό υποκύψαμε στον άνθρωπο.
-Πιάστε τη απ’ τα πόδια, έκανε πάλι καθώς μας παρατηρούσε έναν ένα.  Ακίνητοι. Ένα σμάρι σάρκες , κόκαλα κι ιδέες , κανείς δεν είχε κάτι να πει, κανείς δεν είχε ένα βήμα, λες και τα πέλματα ήταν καρφωμένα στη γη.
-Πιάστε την είπα φώναξε ξανά κι ένας ένας έσκυψε πάνω από το πουλάκι. Δεν είχα ξαναδεί τόσο αδύνατο άνθρωπο, έπιασα τα πόδια της γεμάτος τρόμο. Φοβόμουν πως σε κάθε τύλιγμα τω δαχτύλων μας θα ξεφλουδίζαμε ό,τι είχε μείνει από το κορμί της κι όμως παρόλα αυτά σφίξαμε τις παλάμες γύρω της.
-Τώρα προχωρήστε. Τι κοιτάτε; γέλασε, προχωρήστε, εμπρός!
Τα βλέμματα πάγωσαν. Έξι εξημερωμένα φίδια από το κεφάλι της Μέδουσας κοίταζαν τώρα τους ιχνηλάτες. Η Μέδουσα ποτέ δεν ήταν γυναίκα, η Μέδουσα  ήμασταν εμείς, η κοινωνία μας, μια κοινωνία ασύδοτη, ερωτευμένη με την εξουσία που τιμωρήθηκε να καταστρέφει ό,τι κάποτε τις έμοιαζε μένοντας μόνη και εμείς δεθήκαμε με τη μοίρα της να προσπαθούμε να της κόψουμε το κεφάλι πριν μας κοιτάξουν οι φρουροί της, τα φίδια της, η ίδια η εξουσία που τη μεταμόρφωσε σε τέρας, η ίδια η εξουσία που την έθεσε στον κίνδυνο από την αρχή. Αποτύχαμε κύριοι. Ιδού, γενιές ολόκληρες τρέφαν τα φίδια και τώρα με σαστισμένα μάτια κοιτούσαμε, παγωμένοι, απογυμνωμένοι από κάθε ανθρώπινη αξία και περηφάνια τα ερπετά που κανάκεψαν οι προγόνοι μας και ταΐσαμε κι εμείς, έτοιμα να μας κατασπαράξουν. Το χειρότερο κακό δεν είναι το ίδιο το κακό αλλά  το να μη μπορείς να αντιδράσεις. Το χειρότερο κακό είναι η στιγμή που ο φόβος καθηλώνει και διαγράφει την ύπαρξή σου, την ανθρωπιά, το είναι σου, το χειρότερο κακό είναι η στέρηση του εαυτού σου.
Το οικότροφο φίδι πυροβόλησε στον αέρα κι εμείς σαν να πέσαμε από το κρεβάτι μέσα στον ύπνο μας αρχίσαμε να προχωράμε.
-Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα!
Σε κάθε μας βήμα ακούγαμε τα χαλίκια να γδέρνουν το αποδεκατισμένο κορμί, σε κάθε μας βήμα το πουλάκι άφηνε κι ένα πούπουλο πίσω του ως που γέμισε αίματα ο δρόμος και νιώθαμε πια το μικροσκοπικό κεφάλι να κοπανάει πάνω στο τσιμέντο και στα πεσμένα κλαδιά καθώς οι πατούσες μας πλατσούριζαν σε ένα κόκκινο βάλτο.. Για μια στιγμή ένας σταμάτησε, άφησε τα πόδια της κι έτρεξε κατά πάνω στα φίδια. Σε λίγα δευτερόλεπτα το πουλάκι κι ο αποστάτης είχαν γίνει αδέρφια …Πάνω σε ένα κόκκινο ποτάμι δυσωδίας και σήψης  το φίδι πατούσε τα δάχτυλα του χτυπημένου με την αδιάβροχη μπότα του προσπαθώντας να λιώσει μαζί και την ιδέα. Για μια στιγμή γύρισα το βλέμμα μου προς το μέρος τους, τους είδα, τους είδα καλά. Ο γέρος με κοίταξε  και γέλασε δυνατά
-Πουλί μου που ‘ρθες το πρωί και μου φερες μαντάτα
Πουλί μου που μ’ ανέσταινες τη σιωπηλή τη στράτα
Τώρα πουλάκι σιωπηλό τη νύχτα σα σιμώνεις
Φίδι κακό παραμονεί  καθώς με καμαρώνεις
Πέτα πουλάκι μου καλό μη σκιάζεσε για μένα
Και μη ρωτας ο κόσμος δω πως τα χει καμωμένα
Μόνο να πας στα εγγόνια μου να πας να βρεις τσι γιους μου
Και τους πεις δε προσκεινώ ούτ’ σ’τσι ύστερους καιρούς μου.
Αφέντη να μη βάλουνε ποτέ στη κεφαλή τους
Κακό μη συλλογίζονται σαν έρθει κι η στιγμή τους.
Το φίδι γέλασε κι εκείνο και έριξε μια κλοτσιά στο γέρο. Εμείς δεν κάναμε τίποτα.
-Πουλί μου γέλα σαν και πριν
Όπου δεν είχες γνώση
Κι άσε τις στεναχώριες σου
Το φίδι να πλερώσει.
Σταματήσαμε.  Κάτω από τα δάχτυλά μας, ανάμεσα στα χέρια μας το πουλάκι ξύπνησε και σιγοντάριζε το γέρο.
-Σηκώστε τη, φώναξε το φίδι. Κοιταχτήκαμε.
ΣΗΚΩΣΤΕ ΤΗ, ΤΙ ΠΕΡΙΜΈΝΕΤΕ.
Πήραμε το πουλάκι στα χέρια ξανά, το περάσαμε ανάμεσα στους ώμους μας, ο φόβος είχε φύγει. Με χείλια μελάνια και μάτια στεγνά, με σώματα βρώμικα, βασανισμένα και φωνές που είχαν ξεχάσει να ακούγονται σηκώσαμε την τραγουδίστρια κι επαναλάβαμε μαζί της.
-Πέτα πουλάκι ζηλευτό τον ήλιο να φωνάξεις
Πέτα πουλάκι πιο ψηλά, μαντάτο να του τάξεις
Και να του πεις για μένα νε δεν είμαι πλέον μόνος
Ήρθαν οι φίλοι οι καλοί οι φίλοι οι αγαπημένοι
Φίδι πια δε φοβάμαι εγώ ούτε κι αυτοί οι καημένοι.
Στον ουρανό η σκέψη μου στο χώμα το κορμί μου
Και στην αγάπη μου φιλί άϊντε να πας πουλί μου.
Σε κάθε στίχο ακούγονταν κι ένας πυροβολισμός. Σε κάθε στίχο κι ένας από μας έπεφτε κάτω, μέχρι που μείναμε τέσσερις. Το πουλάκι ματωμένο κι ξεπουπουλιασμένο σηκώθηκε από την αγκαλιά μας κι άρχισε να προχωρά σέρνοντας τον αριστερό της γοφό ενώ εμείς ακόμη επαναλαμβάναμε το τραγούδι.
-Πέτα πουλάκι ζηλευτό τον ήλιο να φωνάξεις.
Τα φίδια ετοιμάστηκαν. Το πουλάκι ύψωσε την παλάμη και μας έκανε νόημα να σταματήσουμε.
-Δεν τραγουδώ με τη φωνή ,φίλοι μου
Δεν τραγουδώ με το κορμί, κορμί άλλο δεν έχω
Δεν τραγουδώ με την καρδιά, στο χώμα είναι κι εκείνη
Τη λευτεριά μου τραγουδώ, αυτή δεν θα την πάρουν
Τραγούδα τώρα Πλάτωνα, τραγούδα σαν πεθαίνω.
Τα όπλα απήγγειλαν το ρεφρέν. Τα σώματα έπεσαν. Εγώ κρύφτηκα κάτω από της φτερούγες της, η σφαίρα με είχε βρει στο πόδι.
Έκλεισα τα μάτια μου . Γύρω μου μύριζε θάνατο, δεν μπορώ να περιγράψω τη μυρωδιά με άλλο τρόπο, η μόνη λέξη που μου έρχονταν στο μυαλό ήταν θάνατος. Άφησα τη σκέψη μου και παραδόθηκα στον πόνο βουβά, σαν ένστικτο θες σαν ανάγκη, δεν έβγαλα άχνα. Τα φίδια στέκονταν κοντά μου με τα tablet τους σφυρίζοντας αστειευόμενοι καθώς φύτευαν  σφαίρες σε όσους δεν είχαν πεθάνει ακόμη. Κάποια στιγμή τους άκουσα να πλησιάζουν. Το μόνο που θυμάμαι είναι δυο φωνές, θα’ ταν δε θα’ ταν δεκαοχτώ…
-Έλεγξε ζωτικές λειτουργίες
-Γαμώτο, έκανε ο ένας κοπανώντας την οθόνη του, νομίζω χάλασε, κάνει παράσιτα
-Καλά γάμα το, σίγουρα θα ψόφησαν, θα κάνουμε την αναφορά και μετά θα πάμε στο καφενείο η Μάρτζ και οι άλλοι θα μας περιμένουν.
-Χαχαχα ναι και έχει ένα μουνάκι τρυφερό, σου λέω πρέπει να δοκιμάσεις….
-Καλά καλά θα….
Τα μάτια μου έκλεισαν. Λιποθύμησα. Κάπου κάπου ξυπνούσα μες στη νύχτα μα δεν έκανα να κουνηθώ, θα μπορούσε να είναι ακόμα εκεί, έπρεπε να επιβιώσω. ….
Πέρασαν δυο μέρες. Άνοιξα τα μάτια μου, το πρώτο που θυμάμαι ήταν η μυρωδιά… Κάτω από τον ανοιξιάτικο  ήλιο η σήψη γίνονταν πιο γρήγορα, μύγες είχαν μαζευτεί γύρω μου σαν τηλεγραφητές έτοιμοι να παραδώσουν το μήνυμα στα κοράκια καθώς η φύση φορούσε τη στολή της αμέριμνης παρθένας σκουπίζοντας από πάνω της τα νεκρά κύτταρα με σαμπουάν διαρκείας κι αρώματα τίγκα στο οινόπνευμα.
Όταν πάτησα στα πόδια μου έριξα γύρω μια ματιά. Οι φίλοι είχαν πια φύγει. Το μόνο που είχε μείνει πίσω ήταν βαριά κόκαλα και κιτρινισμένες σάρκες εκτεθειμένες κι αφύσικες,  σιχαμεροί όγκοι, τρομαχτικά καλούπια που φιλοξένησαν κάποτε τα μεγαλύτερα αριστουργήματα ψυχικού μεγαλείου και τώρα παρατημένα, σάπια και βουβά θύμιζαν την ίδια την ανθρωπότητα. Τα φίδια είχαν σκίσει τα ρούχα τους, έτσι γυμνοί, κείτονταν σαν παιδικές κούκλες στο χώμα.
Έκανα να φύγω. Μα κάτι μέσα μου δε με άφηνε να ησυχάσω, έπρεπε να ησυχάσουν πρώτα αυτοί, έπρεπε να φύγουν από εκεί, δε μπορούσα να τους αφήσω στους λύκους. Έβγαλα τα ρούχα μου. Τα άφησα στη μέση κι ύστερα παίρνοντας έναν ένα στα χέρια μου τους άφησα τον ένα δίπλα στον άλλο. Έπειτα στάθηκα πάνω από το πουλάκι και σφίγγοντας τις πέτρες στα χέρια μου τις χτύπησα ξανά και ξανά μέχρι να βγάλουν σπίθα
Σε λίγο μύριζε πια καμένη σάρκα. Στάθηκα στην άκρη και κοίταζα.. Δεν ξέρω αν ήταν η πείνα μα για λίγο νόμισα πως τους άκουσα να τραγουδούν ξανά κι ύστερα άκουσα το πουλάκι:
-Τραγούδα τώρα Πλάτωνα, τραγούδα σαν πεθαίνω
Η καρδιά μου σφίχτηκε. Ξεκίνησα να περπατώ, γυμνός, πεινασμένος, ολομόναχος …όσο απομακρυνόμουν στα χείλια μου γυρνούσαν τα λόγια του φυλακισμένου αηδονιού, ξανά και ξανά, κάθε λέξη για έναν άνθρωπο, κάθε λέξη για μια σφαίρα, κάθε λέξη για μια σπίθα ,κάθε λέξη για ό,τι άφησε ο καθένας πίσω του, κάθε λέξη για να θυμάμαι πως από το στόμα μου πρώτα θα έβγαινε η ψυχή μου κι ύστερα η ελευθερία μου.
Περπατούσα μέρες, μήνες νομίζω, δεν καταλάβαινα. Στο δρόμο θυμήθηκα τη μάνα μου, τα άγρια χόρτα που έβραζε η γιαγιά στο τσουκάλι. Ο φούρνος ήταν έξω στην αυλή κι όταν άναβε η μάνα μου τη μπαλαντέζα φωτίζονταν ο χώρος κι έμοιαζε τόσο όμορφος. Σαν μικρό φοβόμουν μη ζωντανέψουν τα δέντρα και τρύπωνα κάτω από τα σκεπάσματα ενώ η μάνα μου με τάιζε ψητό καλαμπόκι για να κοιμηθώ. Τώρα φοβάμαι πως τίποτα δε ζωντανεύει…. Στο δρόμο είδα κάτι χορτάρια που έμοιαζαν με εκείνα που τρώγαμε, τα άρπαξα με τις ρίζες και τα χώματα και τα έσφιξα στα χείλια μου κλαίγοντας. Ούτε λάδι , ούτε λεμόνι, ακόμη και το χώμα είχε πια γεύση ευχαρίστησης. Ζώο δε τόλμησα να φάω, το μαδημένο δάσος γύρω μου με γέμιζε περισσότερο τρόμο, δε φοβόμουν τα θηρία, τους λύκους και τα αγριογούρουνα, το μόνο που φοβόμουν ήταν μην τα τρομάξω εγώ καθώς ήμουν πια σίγουρος πως ένιωθαν το ίδιο κυνηγημένα μ’ εμένα κι εκείνα….
Κάποτε το δάσος τελείωσε. Μπροστά μου εκτείνονταν μια χρυσοκόκκινη αμμουδιά περιτριγυρισμένη από αιχμηρά βράχια. Για μια στιγμή σκέφτηκα πως τρελάθηκα, ώρες ή μέρες δεν είχα δει άνθρωπο, χρόνια δεν είχα δει ούτε και τόση φύση. Κοίταξα γύρω γύρω κι αφού βεβαιώθηκα πως δεν ήταν κανείς όρμισα στη θάλασσα ζητωκραυγάζοντας. Έκατσα όλη τη μέρα στον ήλιο.  Το αρμυρό νερό βοηθούσε της πληγές μου να επουλωθούν, κοίταξα το σώμα μου.
Ήμουν γεμάτος πληγές. Δεν το είχα προσέξει…. Δίπλα μου σε μια αυτοσχέδια γούρνα είχα φτιάξει ένα ενυδρείο τριών. Άρπαξα ένα ψάρι και βάζοντάς το στο στόμα ξέσκισα τις σάρκες του όπως ήταν ζωντανό. Το ένιωθα να σπαρταρά, το ένιωθα, δάκρυα με πλημμύρισαν μα συνέχισα να τρώω , συνέχισα. Δε μπορούσα να περιμένω τη φωτιά, ήθελα να φάω…
Στις άκρες των βράχων βρήκα κάτι ξερές καλαμιές ,έκοψα τα φύλλα τους και προσθέτοντας μισόξερο φύκι κάπνισα. Η ζωή ήταν και πάλι ωραία. Θυμήθηκα τη λευκή κασετίνα του πατέρα μου με τα χιουμοριστικά σκιτσάκια στο τέλος του πακέτου και τον αδερφό μου που περίμενε να του διαβάσω τι έλεγε.  Ύστερα αφού έβγαλα το νερό από το αυτοσχέδιο ενυδρείο με τις χούφτες μου ξάπλωσα στην τρύπα και σκεπάστηκα με την άμμο που περίσσευε. Σκέφτηκα τότε τα καλοκαίρια στα μικράτα μου και τον παππού μου που μου έλεγε για τα αστέρια. Κοίταξα πάνω, οι παλμοί μου έπεσαν, το σύμπαν φάνταζε απέραντο, πιο πολύ εκείνη τη στιγμή παρά στα νεανικά μου χρόνια, απέραντο, μυστηριώδες, γαλήνιο. Ξέχασα την επιστήμη κι όσα είχα μάθει, ξέχασα την ιστορία και τη γεωγραφία, ξέχασα την κοινωνία…. Ξέχασα το τραγούδι και τους νεκρούς, ξέχασα το πουλάκι και τον γέρο, ξέχασα τη γλυκιά ερωμένη που με περίμενε στην Γένοβα με ματωμένα χέρια και μάτια να τσούζουν από τα δακρυγόνα, ξέχασα το θάνατο και την ίδια στιγμή ευχόμουν για εκείνον. Ευχόμουν να πέθαινα ξαφνικά , έτσι απλά να μην χρειαστεί να παλέψω άλλο, να πέθαινα λες κι έζησα έναν αιώνα πριν, άγνωστος, ασήμαντος, ευτυχισμένος. Ποτέ δε θέλησα τον τίτλο του επαναστάτη, του ήρωα, ποτέ δε θέλησα καμία βία, κανένα τσακωμό, το μόνο που ήθελα ήταν γαλήνη.
Έκλαψα για τον εαυτό μου εκείνο το βράδυ, έκλαψα γεμάτος ευτυχία, τόση που ένιωθα ντροπή, κι ύστερα έκλεισα τα μάτια μου και κοιμήθηκα.
Ξάφνου άκουσα ομιλίες, έσφιξα τα μάτια μου και πριν προλάβω να τα ανοίξω κάτι προσγειώθηκε με δύναμη στο πρόσωπό μου.
-Τον βρήκαμε! Εδώ είναι! Ακούστηκε μια γνώριμη φωνή. Κοίταξα γύρω σαστισμένος.
-Α νόμισες θα γλίτωνες έ; Πάρτε τον! Είπε κάποιος κι ευθύς ένιωσα να με τραβούν από τις μασχάλες. Ένα φίδι μου πάτησε το κεφάλι στην άμμο. Πνιγόμουν! ΠΝΙΓΟΜΟΥΝ! Στο μυαλό μου ήρθε ξάφνου το ψάρι όπως σπαρταρούσε καθώς έσκιζα με τα δόντια μου την πέτσα του. Το πρόσωπό μου έκαιγε, λαστιχένιες μπότες προσγειώνονταν στα μάτια μου, στη μύτη μου, στα αυτιά μου. Κάτι υγρό και καυτό έτρεχε, έφτυνα υγρό και καυτό.
Κάτι προσγειώθηκε με δύναμη στην πλάτη μου, ξανά και ξανά και ξανά, άκουγα ένα ένα τα πλευρά μου να σπάνε, ήθελα να ουρλιάξω, να φωνάξω, να τους δαγκώσω όπως το ψάρι, μα δε μπορούσα να κάνω τίποτα. Οχτώ άντρες πατούσαν τα άκρα μου, δυο σε κάθε ένα, δυο ζευγάρια λαστιχένιες μπότες πάνω σε κάθε σημείο του ορίζοντα.
-Πουλί μου γέλα σαν και πριν
Όπου δεν είχες γνώση
Κι άσε τις στεναχώριες σου
Το φίδι να πλερώσει
Οι στίχοι ήρθαν στο μυαλό μου καθώς το κορμί μου τσακίζονταν. Άνοιξα τα χείλια μα δε μπορούσα ν βγάλω άχνα από τον πόνο. Τότε είδα πάνω από το κεφάλι μου μια σκιά, το μόνο που πρόλαβα να πω ήταν :
“Τη λευτεριά μου τραγουδώ, αυτή δεν θα την πάρουν”.






……………………………………







-Λοιπόν πως σας φάνηκε;
-Α καταπληκτικό, δεν ξέρω αν έχω ξανανιώσει τόσο ζωντανός!
- Είδες αγάπη μου; Στο είπα, αυτή η «προσομοίωση ανυπότακτου» είναι καταπληκτική!
-Ναι όντως, φιού! Παιδιά είστε απίστευτοι, τι οφείλω;
-444 likes  κύριε και 3 αστέρια.
-Ω μα το αξίζετε και με το παραπάνω. Ορίστε!
-Ευχαριστώ πολύ κύριε η PROMETHEUS VIRTUAL REALITY COMPANY  σας ευχαριστεί για την επιλογή σας.
Θα θέλατε να δηλώσετε κάτι;
-Μμμ ναι, βασικά θα ήθελα να ρωτήσω, όντως συμβαίνει κάτι τέτοιο με τους ανυπότακτους;
-Κύριε με συγχωρείτε, δεν γνωρίζω να σας απαντήσω, μπορώ να στείλω την ερώτησή σας στα κεντρικά.
-Όχι παιδί μου δε χρειάζεται, έτσι ρώτησα, σε ευχαριστώ πολύ και πάλι
 καλή συνέχεια και ευχαριστούμε για την εμπειρία.
-Μωρό μου σου άρεσε;
-Και βέβαια, όλη αυτή η επαναστατικότητα, οι αισθήσεις στο zenith, αγάπη μου σκέφτομαι πως θα μπορούσαμε σήμερα να προγραμματίσουμε μια συνουσία!
-Αλήθεια; Ω υπέροχα, θα ακυρώσω το milting, εσύ στύλε μήνυμα  στην εφαρμογή.
-Μισό λεπτό, α να, έτοιμοι! Μ… απόψε έχουν στείλει είδη τετρακόσιοι, α ορίστε προλάβαμε λοιπόν, δώδεκα με δύο είμαστε εμείς.
-Ωραία, θα προλάβουμε με αυτή την κίνηση;
-Νομίζω πως ναι, τα παιδιά πρέπει ήδη να έχουν πάρει το υπνωτικό τους άλλωστε.
-Θα πάρω τον Ερμή και την Ουρ, ίσως μπορέσουμε να κάνουμε ένα  live streaming.
-Τέλεια, καλή συνουσία μωρό μου
-Καλή συνουσία αγάπη μου.







………………………………………









-…..η κυβέρνηση έχει προβεί σε δηλώσεις σχετικά με τους ανυπότακτους:
-Δεν θα αφήσουμε κανένα ταραχοποιό αναρχικό στοιχείο να καταπατήσει τα θεμέλια της κοινωνίας μας! Στόχος μας είναι η συγκροτημένη κοινωνική δομή και η ασφάλεια του πολίτη, μεριμνούμε καθημερινώς για την πραγματοποίηση της ηρεμίας και τη διατήρηση της τάξεως η οποία δύναται να παρέχει τα αυτονόητα μέσα αυτάρκειας στα πλαίσια των τεσσάρων κυβερνητικών συνταγματικών θέσεων των ηνωμένων γενεών.
Οι παραβάτες θα τιμωρούνται, η διαφύλαξη της «ελευθερίας» είναι ο στόχος μας, οποιαδήποτε αντισυστημική δράση θα καταστέλλεται και θα αποδοκιμάζεται!
Το κράτος μεριμνεί για σας. Το κράτος νιώθει για σας. Το κράτος σκέφτεται για σας. Το κράτος πράττει για σας. Καλώς ήλθατε στην επικράτεια του ελεύθερου πολίτη.

Thursday, November 21, 2019


Η πριγκίπισσα και το μπιζέλι των νέων επαναλαμβανόμενων εποχών.




Της Χριστίνας Κοντούλη








…Κι έβλεπα τον κόσμο να πεθαίνει στα πεζοδρόμια, διάβαζα για συλλήψεις που ο νους μου δε μπορούσε να συλλάβει, κυνηγητά, σε ένα τόπο που διατυμπάνιζαν καθημερινά την ελευθερία του. Μια αιματοβαμμένη ελευθερία, μια ελευθερία που θα έπρεπε να θυμάται να κρατά σφιχτά, μα ήξερε μονάχα να την κοιμίζει… Στους άλλους, τους απ’ έξω είχαμε γίνει γραφικοί , αρκούσαν μερικά πλουμιστά αντίτυπα του Ζορμπά σε κάποιο περίπτερο κι ο Antony Quinn να στρίβει τους γοφούς  και να υψώνει τα χέρια σε ασπρόμαυρα καρέ παράθυρα κι άλλοι νόμιζαν, οι «δικοί μας» νόμιζαν πως μας βλέπουν. Κοψίδια, πανηγύρια με ήχο κακής ποιότητας, χοροί  και παραδόσεις που μιλούσαν πίσω από το τζάμι, κανένας πολιτισμός, καμιά παιδεία, μονάχα μια cultίλα  να σε ψυχαγωγήσει φθηνά πριν να σε κάνει να κλάψεις. Πέτρες που ποτέ δεν αγγίξαμε, ιστορίες που δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε, επαναστάσεις που αγνοήσαμε κι άγιος ο θεός. Ζορμπάδες που περιπαίξαμε, Ζορμπάδες που στειρώσαμε για μια μεζούρα τάξης. Τα άλλα, εκείνα, τα άσχημα, εκείνα που φώναζαν τα βράδια στον ύπνο, εκείνα που έτρεχαν στις ταράτσες με κομμένη ανάσα να γλυτώσουν από τα μικροσκοπικά κατασκοπικά αεροπλανάκια της νέας γενιάς, εκείνους που εξευτελίζονταν μέσα στη μέση του δρόμου για μια στιγμή αγαλλίασης της εξουσίας, τα μανιασμένα τραγούδια στα μπαλκόνια και τα βασανισμένα βλέμματα, το παιδί που πάτησε το Δεκέμβρη με γυμνά πόδια το χαλί της μεγάλης εκκλησίας και την παπαδιά που έβριζε για τα λασπωμένα χνάρια του, το μακαρόνι που σ’ έκαμε να χέζεις τα άντερά σου από την πολύκαιρη χρήση του  μα ευχόσουν να έφτανε την άλλη μέρα, εκείνα, εκείνα πονούσαν κι έτσι τα αφήναμε απ’ έξω. Πόσα ξυπόλητα πόδια αφήσαμε στο χιόνι φοβούμενοι πως θα λερώσουν την μικροσκοπική “ευτυχία” μας;
Όπως μας έμαθαν οι μανάδες μας ανοίγαμε αργά και σταθερά το κουτί πρώτων βοηθειών μα δεν βάζαμε το τσιρότο στην πληγή, δεν καθαρίζαμε το αίμα, μονάχα το τραβούσαμε και το επεκτείναμε εντέλει κι ύστερα το μοιράζαμε σε φέτες και κλείναμε στόματα, κλείναμε μάτια κι αυτιά και προσποιούμασταν πως βρισκόμασταν σ’ ένα γάμο την ώρα που το φέρετρο έμπαινε στο χώμα.
Αδέρφια από σάρκα και πνεύμα, ολοζώντανα, να αναπνέουν, με μάτια ολοστρόγγυλα, κατατρομαγμένα, αδέρφια από νερό και θειάφι, αδέρφια από πολύβουα χαρτιά, προκηρύξεις της καινούργιας τάξης, αναλώσιμα , τσαλακώσιμα χαρτιά στις χοντρές πνιγηρές παλάμες της εξουσίας. Γνέφαμε το κεφάλι μπροστά τους τάχα με συμπόνια κι ύστερα παίρναμε στο τηλέφωνο να καταγγείλουμε τον γείτονα, τον όμοιο, τον “συμπαθή πολίτη” τώρα που ήταν ευκαιρία κι η ρουφιανιά ήταν της μόδας. Παραδέξου το, πάντοτε βλέπαμε δίπλα στη λέξη Εδέμ τη λέξη ΜΟΝΟΣ. Kαι το παράξενο;  Τη βλέπαμε με ανακούφιση. Εμείς δεν είχαμε κανένα αδερφό, παρά μονάχα αυτόν που μας υποδείκνυε το κράτος, εκείνον που η εξουσία θέλησε, ο μόνος αδερφός μας ήταν μια υπόσχεση για τον ερχομό ενός άδικου, θλιβερού μεσσία που θα επανέφερε μια εξουσία που ποτέ δεν είχαμε. Οι πόλεις βαρούσαν προσοχή όταν βαρούσαν οι μπάτσοι, κι έντιμοι κυρ Παντελίδες, έβγαζαν από την ντουλάπα τον χιτώνα του Νέρωνα καθώς στερέωναν την περούκα του δικαστή στα διαμπερή πληγιασμένα μυαλά τους… Η Ρώμη καίγεται εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Τώρα ο Νέρωνας δεν έμοιαζε τόσο κακός αφού είχες την αφελή πίστη πως θα γλίτωνε το δικό σου σπίτι. Τώρα ο δικαστής είχε φιλικό πρόσωπο αφού δε καταδίκαζε το δικό σου παιδί. Τώρα έβρισκες όμορφη την εξουσία αφού κατάλαβες πως εσύ είσαι αυτός που τη συντηρεί.
Πίσω από τα συρματοπλέγματα τα αδέρφια μας κοιτούσαν. Πίσω από τη μοναξιά των ευλογημένων μας τοίχων τους κοιτούσαμε κι εμείς. Εμείς που σκύβαμε το κεφάλι το βράδυ και σούρναμε τα γόνατα στους ναούς το πρωί, εμείς που βάζαμε το χέρι κρυφά κάτω από τη φούστα της σερβιτόρας κι υγραίναμε την πίνα μας μέσα στα δάκρυά της καθώς την φτύναμε και την μισούσαμε που ήμασταν τόσο λίγοι για να μας ποθήσει. Εμείς που μισούσαμε τον εργάτη και τον χλευάζαμε, εμείς που ύστερα μισούσαμε το αφεντικό που δε μας έδωσε την υπερωρία. Εμείς που μισούσαμε τη γυναίκα και την περιγελούσαμε που δεν έκαμε παιδιά, εθνοφρουρούς δήθεν μεγαλείων που μας ανήκαν, κι όταν εκείνα τα παιδιά ζητούσαν το δίκιο τους, το μερίδιό τους στον κόσμο τους είπαμε κοφτά πως είναι μικροί για να θέλουν να υπάρξουνε, μικροί για να θέσουν τους όρους τους για το δικό τους μέλλον, εμείς που μισούσαμε τους πούστιδες γιατί δεν είχαμε τα κότσια είτε να ανοίξουμε την πόρτα της σκληρής ντουλάπας είτε να αποδεχτούμε πως δε θα μας έπλαθαν νέα στρατιωτάκια από μπαγιάτικη ζύμη, εμείς που καταδικάσαμε το ίδιο μας το κορμί  γιατί ακούσαμε ανθρώπους ανέραστους, ανθρώπους που κήρυτταν ευλογία κι η μεγαλύτερη ευλογία δεν ήταν στο πλευρό τους ,η ευλογία του πόθου, του έρωτα. Εμείς που λέγαμε πως ξέρουμε το καλό του ανθρώπου, εμείς που αδυνατούσαμε να δούμε το δικό μας καλό. Εμείς ήμασταν, ακόμη κι αν γεννηθήκαμε τώρα, το παρελθόν μας είχε καταδικάσει στην επανάληψη, τα λάθη των γονέων δεν παίδευαν πλέον τα τέκνα γιατί το μεγαλύτερο λάθος τους ήταν τα ίδια τα τέκνα, νεοσσοί που έμαθαν να μισούν τα φτερά γιατί φοβόνταν να πετάξουν. Τι μικροί που γίναμε, τι τιποτένιοι. Κι εσένα που στα λέω τώρα αυτά, πως είναι τόσο σίγουρο πως δε σε νοιάζει. Το μόνο που έχεις μέσα σου είναι ο κόσμος, έτσι πως με κοιτάς, που ανοίγεις τα όμορφα, τα νεανικά σου μάτια με τόση ευλάβεια και άγνοια… αχ…. Μοιάζεις σαν αποκούμπι, το μόνο σκληρό είναι το κορμί σου, καμιά σκληράδα πάνω σου, πόσο χαίρομαι που δεν ένιωσες ποτέ τη μπότα της κοινωνίας να σου σκληραίνει τα μάτια. Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει στον παράδεισο κοντά σου, κίβδηλο πλάσμα που θα κληρονομήσεις τη βασιλεία των ουρανών την στιγμή που τα βασίλεια της γης θα τυλίγονται στο θάνατο και στη φλόγα. Μακάρι να είχα έστω και λίγο λίγη από αυτή την άγνοια, τόση που να μπορέσω να ευτυχίσω… Μα βλέπεις θα ήταν χάρτινη η ευτυχία μου, απαλή, απλή κι άνοστη σαν ένα κομμάτι χαρτί. Ένα κομμάτι χαρτί που κάποτε ήταν δέντρο. Αν θες να δεις η μνήμη πως χάνεται δε χρειάζεται να ανοίξεις το χαζοκούτι ούτε να ταξιδέψεις στα λόγια κάποιου έξυπνου ποιητή, σκέψου μονάχα ένα δέντρο που κατέρρευσε και τώρα η Δρυάδα του σου σκουπίζει των κώλο.  Έτσι είναι κι ο άνθρωπος, ενστερνίζεται το δέντρο για να δημιουργήσει κωλόχαρτο. Να πάρε ένα κομμάτι, τράβα το, σκίσε το, αν θες βάλτο στο όμορφό σου στόμα και μασούλησε το, έτσι χάνεται η μνήμη στον άνθρωπο, έτσι σβήνει το φως πριν τον ύπνο.
Όμορφε άνθρωπε, εσύ με το όμορφο κορμί σου, με τα ολοζώντανα χείλια σου, με μάτια που σπαρταράνε, εσύ που σαν μπιμπελό, σαν ακριβό έργο τέχνης ξαπλώνεις την απλότητά σου στο κρεβάτι μου έχοντας άγνοια κίνδυνου. Αν αύριο σου στηλιτέψουν το μυαλό και γίνεις κι εσύ μια φωνή μέσα στις άνοστες πια τόσες, αν αύριο βεβηλώσουν αυτή σου την άγνοια με σοφιστείες και τεχνάσματα, αν αύριο ο χρόνος παλέψει με την κοινωνία για το πρόσωπό σου κι αν βρεις τις χαρακιές της δεύτερης να σου γερνούν την όψη και να σου στερούν χρόνια που ο χρόνος δε σου στέρησε, να ξέρεις πως υπήρξες μια στιγμή αθάνατος, εκείνη τη στιγμή που πρέσβευες τη μεγαλύτερη ευτυχία για τον άνθρωπο, το μόνο παράδεισο που ποτέ θα γνωρίσει εκείνον που χτίζουν δυο χέρια καλά ενός ανθρώπου γύρω σ’ έναν άλλο.
Μα αυτή είναι μια ευτυχία ουτοπική, μια ευτυχία για λίγους, μια ευτυχία που απαιτεί απόλυτη ελευθερία, μια ουτοπία τέτοια απαιτεί το είναι σου και ποιος αν σε ρωτήσω, θα έδινε τον εαυτό του; Τις άλλες τις εκκωφαντικές, τις περίφημες, τις ευτυχίες που ξεθωριάζουν είναι εύκολο να τις βρεις, πωλούνται στα περίπτερα, πωλούνται στα σούπερ μάρκετ, τις παίρνεις με το κιλό, τις χάνεις ακόμη πιο εύκολα, τις ξεχνάς σαν τη γεύση της τσίχλας μετά από ώρα. Τότε σου μένει μόνο ένα ανιαρό λαστιχένιο φαγώσιμο που κολλάει στα δόντια σου… Χέρια.. πότε σκεφτήκαμε τη δύναμή τους; Μπορούν να τυλιχτούν γύρω σου σα καταφύγιο, μπορούν και να σε πνίξουν. Όταν ήθελα να με αγκαλιάσουν έμαθα να σφίγγονται γύρω από το λαιμό μου και να μου κόβουν τον αέρα, όταν ήθελα να με αγγίξουν, γλώσσες μου έγλυφαν τις χούφτες και σκορπούσαν τα αποτυπώματα μου στερώντας μου τον εαυτό, όταν ήθελα να με καθοδηγήσουν μου έπαιρναν τα μάτια και φορούσαν στο κεφάλι μου τα δικά τους σα φωτοστέφανα, όταν ήθελα να μιλήσω μου έσχιζαν τη γλώσσα .Κι ύστερα μου λέγαν, είσαι ελεύθερος. Κι εγώ σα γνήσιος “επαναστάτης” θα πούλαγα την επανάσταση για λίγη ευτυχία, θα έβγαζα τα μάτια μου να μη βλέπω, να γύμνωνα το σώμα μου και θα έκλεινα το στόμα μου κι ύστερα θα άλλαζα κανάλι. Κι εκεί κάπου στην ακίνδυνη επανάστασή μου κι αφού έχω νιώσει καλύτερα, θα προσπερνούσα τα ολόφρεσκα γεγονότα και θα έβαζα μια μπαγιάτικη σειρά στην οθόνη για να ξεκουραστώ μα ξέρεις κάτι δε με αφήνει τελευταία να χαλαρώσω, κάτι μου στερεί τον ύπνο μου, κι όχι δεν είσαι εσύ, θα’ θελα τόσο να ήσουν, όχι όμως, στις σκοτεινές επάλξεις του καναπέ, στο σύγχρονο κελί μου, κάτω από τον κώλο μου και το βολεμένο μου πνεύμα ένα μικρό μπιζέλι επαναστατεί καλύτερα από μένα. Ένα μικρό μπιζέλι απαιτεί και διεκδικεί την ηρεμία μου, ένα μικρό μπιζέλι μου στερεί τον παράδεισο ουρλιάζοντας  κάθε φορά που το συναντά το σώμα μου κι έχει πάντα την κραυγή του πολέμου. Φοβάμαι πως σε λίγο θα μεγαλώσει και δε θα μπορώ πια να κάθομαι, θα με αναγκάσει να σηκωθώ κι όταν σηκωθώ, τότε θα βρω τον δικό μου παράδεισο, μα αυτός είναι καρπός του φιδιού και του μήλου, αυτός θα μυρίζει βλέμματα καθαρά και θα έχει τη γεύση της φωνής που δε προσκυνά, πολύ φοβάμαι πως μια μέρα αυτό το άτιμο μπιζέλι δε θα με αφήσει να γονατίσω ξανά, θα μου στερήσει όλα τα προνόμια του δούλου και τότε η προσευχή μου θα αποχτήσει ονόματα και σάρκες, τότε ο θεός μου θα περπατά δίπλα μου κι ο μεσσίας του δε θα ταιριάζει σε κανένα υπέρτατο ον, δε θα υπόσχεται ανάσταση νεκρών παππούδων, ούτε θα κάνει θαύματα, ο μεσσίας μου θα είναι μια ανάμνηση ευτυχίας που θα σταυρώνεται με χέρια ανοιχτά και πλευρά αφύλαχτα, θα’ χει όνομα απροφήτευτο και σάρκινο πατέρα, κανένα αστέρι δε θα λάμψει γι’ αυτόν, παρά μονάχα μάτια, άγρια, εξουθενωμένα, εξαγριωμένα μάτια που θα διαπραγματεύονται την ομορφότερη κόλαση, την ελευθερία. Τότε εύχομαι να συναντηθούμε ξανά κι αλήθεια ελπίζω να’ χεις τη γεύση του μήλου ή το γέλιο του ήλιου κάτω από τη γλώσσα.

Sunday, November 17, 2019




Στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος(;)

Της Χριστίνας Κοντούλη









Στον Δημήτρη



















Υπάρχουν 2 είδη ανθρώπων: αυτοί που είναι εύκολο να είσαι μαζί τους, αλλά εξίσου εύκολο να είσαι χωρίς αυτούς και αυτοί που είναι δύσκολο να είσαι μαζί τους, αλλά αδύνατο να ζήσεις χωρίς αυτούς.
— Έρνεστ Χέμινγουεϊ























Υπάρχουν δυο πλευρές . Πάντα είναι ξεκάθαρες, πάντα και δεν ωφελεί να το αρνηθείς, ξέρεις, μέσα σου το ξέρεις είναι πάντα δυο, πολλοί είπαν πως έκαναν λάθος κι άλλοι πως δεν έκαναν, μέσα τους όμως ό,τι και να λέμε ξέρεις καλά πως είχαν επιλέξει. Υπάρχουν λοιπόν δυο πλευρές, η εύκολη κι αυτή που ξέρεις πως είναι αλήθεια.Αυτοί που δέχονται κι αυτοί που ψάχνουν. Κάπου εκεί συσπειρώνονται κι οι αντίστοιχες ομάδες. Η πρώτη να ξέρεις μου θυμίζει εκείνους που στο όνομα της μόδας φοράνε ξαφνικά μυωπικά γυαλιά χωρίς ωστόσο να είχαν ποτέ κανένα θέμα με τα μάτια κι εσύ που στα εννιά σου δεν έβλεπες την τύφλα σου και κόντεψε να σε τυφλώσει ένας μαλάκας γιατρός στο ΙΚΑ που είχε πατερούληδες να δουλεύουν κάτω από την στριφογυριστή καρέκλα του, τους κοιτάζεις με εμφανή απορία κι ακόμη πιο εμφανή ενόχληση αλλά και με κάποια κρυφή ευχαρίστηση που τώρα η στραβωμάρα σου είναι στη μόδα.


Κι ύστερα ας μιλήσουμε για την δεύτερη ομάδα, αυτοί απλά έχουν μυωπία και μπουκώνουν τα μάτια τους με γυαλιά, φακούς κι ό,τι άλλο προσπαθώντας να δούνε μέσα από τη θολούρα στην οποία βρέθηκαν ξαφνικά. Καθώς μεγαλώναμε, κάπου εκεί η κοινωνία άρχισε να μοιάζει με τη μυωπία μας. Τότε το ένιωθες πως είναι κάτι φυσικό, πρέπει να είναι αφού ολόκληρος ο κόσμος προτιμά να καμώνεται τον μύωπα και να την βγάζει καθαρή από τις εκάστοτε “λεπτομέρειες” ωστόσο παραδόξως άρχιζες κάποια στιγμή και να σκέφτεσαι και να παρατηρείς κι έτσι να διαπιστώνεις σιγά σιγά πως στον κόσμο της μυωπίας η μυωπία είχε άλλες κυρώσεις. Κάποιοι αποδέχθηκαν τις θέσεις που τους έχωναν και απολάμβαναν τα “προνόμια’’ μιας κατώτερης κάστας έχοντας ωστόσο ορόσημο και παράσημο την ψευδαίσθηση της ανωτερότητας. Ο διευθυντής του σκατού βλέπεις παρέμενε ακόμη διευθυντής. Κι ο στοχαστής της άνοιξης, ο ερευνητής, ο αθώος δεν ήταν τίποτα άλλο από μια naive πινελιά, μια κουτσουλιά κάτω από τη μπότα του κουραδοδιευθηντή-προφεσόρου. Δεν είχες παρά να αποδεχθείς τη θέση που σου όριζε το εκάστοτε σύστημα κι έπειτα να περάσεις από το Γραφείο Των Υποτακτικών και να παραλάβεις τα παράσημά σου ειδάλλως τα παράσημα που θα έπαιρνες θα ήταν λίγο πιο έντονα, πιο μικρά, μακρουλά και μυτερά κάπως στην άκρη κι εκείνα ίσως να προσγειώνονταν με λίγη παραπάνω ορμή-από αγάπη φυσικά- στο στήθος, στον κρόταφο, στο γόνατο, στο σβέρκο. 


Εγώ να σας πω την αλήθεια δεν είμαι σίγουρος πότε κατάλαβα για πρώτη φορά τη μυωπία μου, χρόνια ολόκληρα βλέπετε αποδεχόμουν αυτή τη θολούρα καθώς και χρόνια ολόκληρα αποδεχόμουν τη θέση που μου όριζαν ως μύωπα. Ωστόσο κάπου κάπου τα παλιά μου γυαλιά με ενοχλούσαν, περνούσα τότε από ελέγχους, μάζευα κουπόνια, γυάλιζα τα τζάμια, υπέβαλα αιτήσεις, κάποιοι υπέγραφαν, κάποιοι μου λέγανε να περιμένω, κάποιοι μου έδειξαν πώς να κολλήσω το στραβό γυαλί στο σιδερένιο σκελετό με διάφορους ευφάνταστους τρόπους μέχρι να έρθουν τα καινούργια γυαλιά, όμως εκείνα αργούσαν κι εγώ πάλι δεν έβλεπα. Τότε ο δάσκαλος με έβαζε στο πρώτο θρανίο κι οι καλύτεροι μαθητές ενοχλούνταν που είχαν κι εμένα τον ηλίθιο ανάμεσα στα πόδια τους αλλά τι να κάνουμε, παιδί είναι κι αυτό, κάπως έπρεπε να το βοηθήσουμε. Μα κι έτσι τίποτα δεν άλλαζε, δεν έβλεπα πάλι, κουνούσα το στόμα μηχανικά κι επαναλάμβανα για να μη στοχοποιηθώ αργότερα στο διάλυμα και με κοροϊδέψουν οι άλλοι κι όσο επαναλάμβανα λέξεις χωρίς κανένα νόημα τόσο έσφιγγα τα μάτια και προσπαθούσα να ξεχωρίσω την εικόνα που κείτονταν μπροστά μου σαν άπιαστο θήραμα. Τι έγραφε επιτέλους σε αυτόν τον πίνακα;


Αυτή η ερώτηση με βασάνιζε χρόνια. Ρωτούσα τους γονείς μου κι εκείνοι μου απαντούσαν πάντα το ίδιο, κάποια στιγμή κατάλαβα πως κι ο δάσκαλος έλεγε πάντα τα ίδια πράγματα, αν έλειπε μια φορά από την τάξη δεν θα το πρόσεχε και κανείς, αρκεί να έπαιζε σε λούπα η φωνή του από το μεγάφωνο κι εσύ συνέχιζες να επαναλαμβάνεις. Μια μέρα που αντιλήφθηκα την απουσία του αποφάσισα να κάνω ένα πείραμα, αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με την εξουσία… Ανέβηκα στην έδρα και άρχισα να λέω με σταθερή φωνή (μιμούμενος τον δάσκαλο) ό,τι βρομόλογο μου έρχονταν στο κεφάλι κι έπειτα έκλεισα αυτόν τον εξαιρετικό λόγο μου λέγοντας «είμαστε όλοι ηλίθιοι» !


-ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΗΛΙΘΙΟΙ! Ακούστηκαν με μια φωνή όλοι οι συμμαθητές μου. Φανταστείτε την έκπληξή μου λοιπόν όταν κατάλαβα πως ένας από αυτούς που επανέλαβε αυτή την φράση ήταν κι ο δάσκαλος που μόλις είχε μπει!


Το πρώτο μέρος του πειράματός μου είχε στεφθεί με απόλυτη επιτυχία… Το βράδυ γιόρτασα μονάχος μου σκεπτόμενος το επόμενο πείραμα, εκείνο πραγματικά ήταν που μου άνοιξε τα μάτια όχι όμως με τον τρόπο που νομίζετε…


Την επόμενη μέρα, ξύπνησα νωρίς κι έκανα κάτι που δεν το συνήθιζα ως τότε, πήγα πρώτος στο σχολείο, τόσο νωρίς που περίμενα να ανοίξουν οι καγκελόπορτες τουλάχιστον ένα μισάωρο πιο πριν. Όταν μπήκα μέσα ήμουν μόνος, εγώ, ο επιστάτης κι ένα τεράστιο προαύλιο που τώρα έμοιαζε τόσο διαφορετικό. Για πρώτη φορά ένιωσα έξαψη που βρισκόμουν εκεί, η ώρα του πειράματος μου πλησίαζε. Στριμώχτηκα εύκολα , μικροσκοπικός καθώς ήμουν, κάτω από το βάθρο των «ιερών προσώπων» και των επίσημων και περίμενα. Θα μπορούσα να κάνω μια λογοτεχνική παύση εδώ και να σας περιγράψω τις φωνές των παιδιών, τη μυρωδιά του φθινοπώρου, τα παπούτσια των δασκάλων και άλλα τέτοια αλλά θεωρώ πως θα έμοιαζαν κάπως με ταχυδακτυλουργικά τρικ πριν γίνει το θαύμα., έτσι θα μπω κατευθείαν στο ψητό: μόλις άκουσα το πρώτο χτύπημα στο μικρόφωνο και την στριγκλιά του παλιού μεγαφώνου βγήκα γρήγορα από την κρυψώνα μου κι αρπάζοντας την τεχνητή φωνή λίγο πριν τα δάχτυλα των άλλων, ύψωσα την φωνή μου και με ύφος σταθερό και άτονο άρχισα το σόου. Μέσα σε λίγη ώρα μπορούσα να κάνω τους πάντες να επαναλάβουν οτιδήποτε μου έρχονταν στο κεφάλι, να σηκώσουν τα χέρια, να δείρουν ο ένας τον άλλο, να χορέψουν με εκείνον που πριν λίγο έπαιζαν μπουνιές, να κατεβάσουν τα βρακιά τους, να αναφωνήσουν όλοι μαζί, δάσκαλοι, ιεροί κήρυκες, μαθητές και περαστικοί πως είναι όλοι ηλίθιοι! Για μια στιγμή ένιωσα σαν βασιλιάς, σαν υπνωτιστής που συνάρπαζε το κοινό του, όλοι ήταν δικοί μου, όλοι ήταν ένα σκατό στο δικό μου παπούτσι, όλοι ήταν ένα μικρό τίποτα. Ξάφνου πρόσεξα δυο παιδιά στην άκρη του προαυλίου που έτρωγαν το κολατσιό τους . Είπα μια, είπα δυο, είπα τρεις, εκείνα όμως συνέχιζαν να τρώνε χωρίς να εκτελούν καμία από τις εντολές μου. Έτσι διέταξα τους άλλους να τους φέρουν μπροστά μου. Ο ένας τότε έβαλε τα κλάματα κι άρχιζε να φωνάζει ζητώντας τη μαμά του, ο άλλος όμως, εκείνος δεν έκανε τίποτα.


Όταν έφεραν μπροστά μου τον κλαψιάρη ήμουν έτοιμος να λυγίσω μέχρι που άρχισε να κάνει κι εκείνος ό,τι όλοι οι υπόλοιποι και τότε νευρίασα ακόμη πιο πολύ. Μου είχε κάνει τόση εντύπωση! Εκείνος δεν παρασύρονταν από τη φωνή μου, δεν ακολουθούσε αυτά που έλεγα, δεν τον ένοιαζε, ωστόσο ο φόβος του ήταν πιο ισχυρό υπνωτικό. Ακόμη κι έτσι όμως είχε πια παραδοθεί, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο μου ανήκε. 


-Δεν βλέπω! Είπα τότε κι όλοι απάντησαν με μια φωνή


-ΔΕΝ ΒΛΕΠΩ!


-Όμως εσύ βλέπεις, είπα στον κλαψιάρη, δεν έχεις μυωπία!


-ΟΜΩΣ ΕΣΥ ΒΛΕΠΕΙΣ, ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΜΥΩΠΙΑ! Είπαν κι οι άλλοι.


-Δεν βλέπω, όχι δε βλέπω, φώναξε ο κλαψιάρης κι έκλεισε τα μάτια του.


-Τι βλακείες κάνεις; Ακούστηκε μια άλλη φωνή. Γύρισα προς το μέρος του ανυπόταχτου.


-Κάνω ό,τι θέλω, είπα.


-ΚΑΝΩ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ, είπανε.


-Όχι, κάνεις βλακείες! Είπε το παιδί και συνέχισε να τρώει.


Η φωνή μου έσπασε ξαφνικά. Κοίταξα γύρω μου..


-Που το ξέρεις;


-ΠΟΥ ΤΟ ΞΕΡΕΙΣ; Είπαν τα εκπαιδευμένα μου ποντίκια.


-Αφού το βλέπω!


Σιωπή. Από όσα λόγια είπα, από όσα λόγια είπαν, αυτή ακούστηκε στα αυτιά μου καλύτερη. Άφησα το μικρόφωνο κάτω, κανείς δεν έσκυψε να το πάρει, όλοι κάθονταν ακούνητοι, αγάλματα σφηνωμένα στο γύψο. Σε λίγο ένα ηχογραφημένο μήνυμα της κυβέρνησης ξεκίνησε με χαλαρή μουσική δωματίου κι απέδωσε εντολές, η ζωή συνεχίστηκε στο προαύλιο. Πήγα κοντά στον αποστάτη και τον κοίταξα καλά καλά, τότε θυμήθηκα πως τον είχα δει κι άλλη μια φορά παλιότερα να αλλάζει το σύστημα, τον είχα δει να υπερασπίζεται μες στους άλλους κι εμένα…


Χρόνια μετά το μεγαλεπήβολο πείραμά μου είχα αποχτήσει ένα ζευγάρι καινούργια γυαλιά κι είχα αρχίσει πια να βλέπω με δική μου ευθύνη.. Ο κλαψιάρης είχε ενταχθεί για τα καλά στα γρανάζια και τις παρασημοφορούσες κάστες του συστήματος κι όσο για τον επαναστάτη πληροφορήθηκα σαν τώρα πριν τρία χρόνια πως είχε πεθάνει. Όχι, όχι από σφαίρες, όχι από σκληρές ιδέες και ηλίθιους δικτάτορες μα από σκληρή τύχη βρίσκονταν τώρα στον κρύο τάφο του. Κι όμως λυπάμαι μερικές φορές που δεν ακούγονται συνθήματα στο όνομά του, γιατί τώρα όπως σας μιλώ θυμήθηκα πότε συνειδητοποίησα την μυωπία μου, ήταν ένα χρόνο πριν μου πει ο οφθαλμίατρος πως έχω στραβομάρα και στα μάτια.


Σαν παιδί, απόχτησα τρία σπουδαία μαθήματα, όχι από τους γονείς μου, σίγουρα όχι από τους δασκάλους κι οπωσδήποτε όχι από κάποια θρησκεία. Σαν παιδί απόχτησα τρία μαθήματα από κάποιον που ποτέ δεν θέλησε να μου επιβληθεί, κάποιον, που δεν με γέμισε ψέματα στο όνομα κανενός, κάποιον που στάθηκε σαν ίσος απέναντί μου. 


Μια μέρα γύρισα λοιπόν στο σχολείο μου κι έχοντας πια ένα ζευγάρι γυαλιά πολύ καλύτερα από εκείνα, τα πρώτα, μπήκα μέσα στην αίθουσα να αντιμετωπίσω κι εγώ το θηρίο που τόσο με είχε βασανίσει. Κι ήταν ίδιο ακριβώς όπως το θυμόμουν. Στάθηκα μπροστά στον πίνακα κι έμοιαζε να μην έχει περάσει καιρός από τότε που έσφιγγα τα μάτια και προσπαθούσα να αποδείξω πως δεν ήμουν ηλίθιος. Προς τραγική μου ειρωνεία, δεν έχω νιώσει πιο ηλίθιος στη ζωή μου από εκείνη τη στιγμή, βλέπετε όλα αυτά τα χρόνια, στον πίνακα δεν έγραφε τίποτε! Το μόνο που μου έμεινε τότε ήταν η ευγνωμοσύνη μου για τον άνθρωπο που μου έδειξε πως το κενό που βρίσκονταν στον πίνακα ήταν ίδιο με εκείνο στο μυαλό μου. 





Wednesday, October 23, 2019


Κράτος, υπακοή, οικογένεια

Της Χριστίνας Κοντούλη


Οι γονείς….

-Όχι δεν έκαψα τις πατάτες, κλείσε το παράθυρο καλύτερα, απ’ έξω έρχεται αυτή η μυρωδιά, μυρίζει η χούντα….  Έχεις συνηθίσει, γι’ αυτό δεν τη γνώρισες με την πρώτη, πάντα μας τριγύριζε κάπως. Κλείστο το κωλοπαράθυρο, κοιμούνται τα παιδιά… θα τη συνηθίσουν κι εκείνα! Τότε να δεις που θα ‘ρθουν εναντίον μας, όχι γιατί τ’ αφήσαμε να ζήσουν στη βρωμιά, όχι γιατί τα μεγαλώσαμε μέσα στα σκουπίδια, θα έρθουν εναντίον μας γιατί μας μυρίζει άσχημα, και μόνη μυρωδιά της άνοιξης στα μάτια τους θα είναι αυτή η μπόχα. Κλείσε σε παρακαλώ το παράθυρο, κλείσ’ το μέχρι να προλάβω να τους πω, μέχρι να προλάβουν να μάθουν, έστω μέχρι να φανταστούν το άρωμα της ελεύθερης ύπαρξης κι ύστερα άνοιξέ το να μάθουν κι εκείνα πως μυρίζει το σκυμμένο κεφάλι.
- Κλείσε τα φώτα, θα μείνουμε απόψε με το κερί, δεν πρέπει να δουν τα χέρια σου να αναπνέουν, δεν πρέπει να δουν τη σκέψη σου, άμα τη δουν φοβάμαι.. είμαστε χαμένοι.
-Απόψε κατέβηκα στο μανάβικο.
-Τι είχε;
-Τίποτα, μονάχα παλιά memes και κάτι σάπια likes.
-Κι από τροφή;
-Τίποτα.
-Πρέπει να πάμε στην παλιά αγορά, εκεί θα βρούμε λίγο κρέας, έστω λίγα λάχανα.
-Έχεις δίκαιο, το μόνο που μας έμεινε είναι αυτές οι πατάτες.
-Θυμάμαι τότε στη σχολή, οι πατατοφάγοι ήταν ο αγαπημένος σου πίνακας. Το ένιωθες κάπως πως εκεί θα γυρνούσαμε σε λίγο… Το ήξερες.
-Δεν ήξερα τίποτα. Μακάρι να ήξερα, να έβλεπα, να μύριζα κάτι. Τώρα ίσως να είχαμε κάτι περισσότερο, ίσως να έφτανε και για αύριο το φαΐ. Πόσες μας έμειναν;
-4. Μισή εσύ μισή εγώ,1,5 για τον Γουστάβ και τη Μαρία
-Ναι, είναι στην ανάπτυξη.
-Πιέρ!
-Τι είναι;
-Πεινάω!
-Κι εγώ πεινάω.
-Τα παιδιά λες να πεινούν;
-Το εύχομαι. Θα ’χει μείνει λίγη ανθρωπιά μέσα τους αν ακόμα πεινάνε.
-Κάποτε η πείνα έδιωχνε την ανθρωπιά. Τώρα τη στιγματίζει.
-Με κοιτούν παράξενα στο δρόμο. Ίσως να φταίει που μαύρισαν τα μάτια μου, ίσως κάτι να έχουν υποψιαστεί… Ίσως φταίει που το σώμα μου αλλάζει, Μαρίνα δε μπορώ να τραφώ με εικόνες, δεν μπορώ να ζήσω, δεν μπορούμε να ζήσουμε.
-Σςςς.. Πιέρ, θα σε ακούσουν.
-Δε με νοιάζει, μ’ ακούς, δε με νοιάζει.
-Για τα παιδιά, υπόμεινε, βάσταξε, κρατήσου, τι θα γίνουν χωρίς εμάς, δε πρέπει να λυγίσουμε.
-Πρέπει να φάμε.
-Σε είδε κανείς στην παλιά αγορά;
-Μόνο ο γείτονας.
-Χτες τον πήρανε.
-Ναι το είδα όταν γυρνούσα. Τα μάτια του ήταν κατάμαυρα, είχε γίνει σα ρακούν..Λέγανε ότι είχε  μόνο 400 likes.
-Ναι το άκουσα κι εγώ, ελάχιστοι  followers
- Κάποιου του ξέφυγε στο μανάβικο, είπε πως καλλιεργούσε στην ταράτσα καρπούζια..
-Τα θυμάσαι τα καρπούζια;
-Ναι ήταν γλυκά, είχα φάει ένα κομμάτι όταν ήμουν μικρός. Ήταν κόκκινα.
- Είχαν γλύκα στη μέση, γύρω γύρω ήταν ξινά όταν έφτανες στη φλούδα.
-Σταμάτα, δε μας λυπάσαι, πονάει το στομάχι μου.
-Έχουμε τις πατάτες ακόμα…
-Όχι, όχι είναι για τα παιδιά.
-Και τι δεν θα ‘δινα, για ένα κομμάτι καρπούζι.
-Είναι νύχτα, δε μας βλέπει κανείς, ίσως να έχει μείνει ένα κομμάτι.
-Αχ ναι, ίσως μια ροδαλή καρδιά.
-Γλυκιά στη μέση
-Θυμάμαι, γλυκιά στη μέση.
-Σφίξε με, μην κάνω καμιά τρέλα.
-Σφίξε με περισσότερο.
-Για τα παιδιά.
-Ναι για τα παιδιά.
…………………………………………………………………………..





Η κόρη…




-Έχω μόνο 8.000 followers. Θα μείνω μόνη.
-Ναι… έτσι θα γίνει.
-Δε μπορείτε να κάνετε κάτι, σας παρακαλώ, τον θέλω τον χρειάζομαι
-Ναι…. κάτι θα γίνει
Η κηδεία ήταν συνοπτική, ο παπάς διάβασε τα ιερά status, οι τεθλιμμένοι συγγενείς ανέβασαν story κι η κόρη κληρονόμησε τη συμπόνια τους. Την επόμενη μέρα ετοίμασε το γάμο. Η μητέρα αναπαύτηκε πρόχειρα σ’ έναν ομαδικό τάφο και ξεχάστηκε γρήγορα. Ο πατέρας την ακολούθησε καταπίνοντας την αδιαφορία της κοινωνίας. Το παιδί ήταν χαρούμενο. Το παιδί ήταν ηλίθιο.  Οι γονείς, είχαν ξεχάσει να κλείσουν το τζάμι.

……………………………………………………………………………







Τα αδέρφια…


-Χτες έγινε μαζευτική.
-Που σας βρήκε;
Στο σινεμά, μόλις που πρόλαβα να ανεβάσω story.
-Ποιος σας έδωσε;
-Ο…
-Κατάλαβα, από καιρό δε μου γέμιζε το μάτι .Οι άλλοι τι έγιναν;
-Απορρίφτηκαν
-Δεν πειράζει, ήρθε καινούργια φουρνιά.
-Α ναι;
-Ναι ναι, πάλι καλά, η αντίσταση επιδέχεται θυσίες. Το σημαντικό είναι να κρατήσουμε τον αριθμό.
-Έχεις δίκαιο.
-Ναι… σιώπα, ακούς;
-Σειρήνες!
- Μου έκανες like  σήμερα;
-Όχι… το ξέχασα…
-Δεν πειράζει, θα τα πούμε στην επόμενη ζωή.
-Θα σε θυμάμαι..
-Δηλώστε ύπαρξη, επαναλαμβάνω, δηλώστε ύπαρξη.
-Ευγενία,40.000 likes, προφίλ φτερωτός ανελκυστήρας, εγχώρια. Τελευταίος χορηγός old days reminder. Δεν γνωρίζω το άλλο υποκείμενο, πιθανός εισβολέας.
-Άμεση απόρριψη, παρακαλώ κρατήστε τις αποστάσεις.
-Τραγικό συμβάν, λυπούμαστε που έπρεπε να το παρακολουθήσετε, η κυβέρνηση θα σας αποζημιώσει με καθημερινή διαφήμιση 4 εβδομάδων. Θυμηθείτε, σκεφτόμαστε ελεύθερα, ζούμε ελεύθερα, πεθαίνουμε όλοι για όλους. Η οικογένειά σας θα σας παραλάβει σε λίγο. Τραγικό συμβάν, λυπούμαστε που έπρεπε να το παρακολουθήσετε…..

………………………………………………………………………….



















Ο πατέρας…


-Τι θα γίνει μ’ αυτή τη μυρωδιά
-Ποια μυρωδιά;
-Αυτή που μπαίνει από το παράθυρο, βρωμάει όλο το σπίτι
-Δε μυρίζω τίποτα, τι είναι αυτά που λες;
-Δεν το μυρίζεις; Βρωμάει σου λέω
-Όχι μυρίζει όμορφα, τι λες;
-Πατέρα, πατέρα πόσο καιρό έχεις ανοιχτό το παράθυρο;
-Παιδί μου εμείς μάθαμε να κοιμόμαστε με τα παράθυρα ανοιχτά
-Πατέρα κλείσε το γαμίδι, θα πάθουμε ασφυξία.
-Μόνο στους αναρχικούς βρωμάει ο αέρας μας, λέγε ρε καθίκι, που σε μπλέξανε;
……………………………………………………………………………




   






Οι σύζυγοι…


-Φέρε το αποσμητικό.
-Από το πρωί αρωματίζεσαι, τι το θέλεις;
-Να διώξω τη μυρωδιά
-Ποια μυρωδιά
-Καμιά, είναι στο μυαλό μου.
-Αμάν, εσύ και οι γκρίνιες σου, κοίτα μη γίνουμε ρεζίλι το βράδυ.
-Όχι δε θα γίνει τίποτα, μου πέρασε.
-Ωραία, έλα τώρα να δούμε τηλεόραση, σήμερα θα γίνει η απόρριψη, δεν πρέπει να το χάσουμε.
-Και τι θα γίνει με τους απορριφθέντες;
-Εσένα τι σε νοιάζει;
-Τίποτα, απλώς ρωτάω.
-Περίεργα μου τα λες σήμερα.
-Δεν είναι τίποτα, μάλλον η αλλαγή του καιρού. Πάμε να δούμε τηλεόραση.
……………………………………………………………………………..




  

Οι παππούδες…


-Πάρε αυτό παιδί μου, το’ χα τάξει να στο δώσω όταν μεγάλωνες.
-Τι είναι;
-Είναι μια φωτογραφία του παππού
-Αηδία! Πως είναι έτσι; Αυτό το λες φωτογραφία; Δεν κινείτε, κι έχουν ξεθωριάσει τα χρώματα, τι έκφραση είναι αυτή, το ξέρεις πως απαγορεύονται τα χαμόγελα, να δες αυτό είναι φωτογραφία, χτες την ανέβασα. 10.00 likes όχι κι άσχημα, ίσως αν είχα πιο όμορφα μάτια… πρέπει να τα φτιάξω δεν μοιάζουν αρκετά με anime.
-Έχεις τα μάτια μου..
-Ναι δυστυχώς, αυτές οι πράσινες τρύπες, πρέπει να κλείσω ένα ραντεβού με τον ιατρικό καλλιτεχνικό σύμβουλο.. Μα για πες μου, γιατί γελάει;
-Γελάει γιατί νίκησαν τους φασίστες, τότε στον μεγάλο πόλεμο.
-Μα τότε λίγο πιο μετά δεν νίκησε ο κυβερνήτης μας;
-Ναι, ύστερα νίκησε αυτός.
-Ευλογημένη μέρα, σπουδαίος άνθρωπος.
-Ναι παιδί μου έτσι αυτοαποκαλούνται οι φασίστες όταν νικήσουν.
-Τι είναι φασίστας γιαγιά; Κάτι καλό σίγουρα, θα γίνω κι εγώ φασίστας μια μέρα;
- Δεν ξέρω παιδί μου, εύχομαι πως όχι.
-Μα γιατί; Δε θες να με δεις σπουδαίο άνθρωπο;
-Θέλω παιδί μου.
-Τότε θα γίνω φασίστας σίγουρα.
-Παιδί μου κρυώνω, μήπως να κλείσουμε το παράθυρο;
………………………………………………………………………….
























Ο γιος…..


Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης άνοιξαν. Τα ψυχιατρεία άνοιξαν κι εκείνα, μόνο που τώρα δεν είχαν την ίδια ονομασία, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης λέγονταν κέντρα θεραπείας, αποκατάστασης και διαχείρισης τοξικού πληθυσμού ενώ τα ψυχιατρεία κέντρα ανάλυσης, καθοδήγησης κι επανένταξης υποκειμένου. Οι υπουργοί έσφιγγαν τα χέρια χαρούμενοι και πόσταραν φωτογραφίες από κοινωνικές εκδηλώσεις και τα συναφή ενώ ανόητα ανθρωποειδή σφηνώνονταν ανάμεσα στα δάχτυλά τους ευχαριστημένα. Το βράδυ ξεγελούσαν την πείνα τους με likes και τροφαντές φατσούλες που δήλωναν συναίσθημα κι έκρυβαν τη μοναξιά τους σε ένθερμους σχολιασμούς στις διαδικτυακές πλατφόρμες έτσι που να νιώθουν μια κάποια παρουσία στο σπίτι, ουρλιάζοντας , φωνάζοντας και περιγελώντας τον άνθρωπο που συνέχιζε την πορεία του ελεύθερα. Κάποιους τους χάσαμε στις φυλακές, κάποιους τους απέρριψε το σύστημα και δεν έμεινε για μας ούτε ένα σάπιο κουφάρι να θρηνήσουμε , τώρα δυσκολευόμαστε να θυμηθούμε τα πρόσωπά τους, κάποιους τους κλείσανε σε ηλιόλουστα κελιά και τους χαπακώσανε μέχρι να ξεχάσουν τα δικά τους πρόσωπα, κάποιους τους χάσαμε στην πορεία. Και μείναμε ύστερα εμείς φοβισμένοι κι ολόγιομοι, θερμαστές ενός καζανιού προσμένοντας τη μέρα που θα ξεχειλίσει και θα μυρίσουμε ξανά τα πρόσωπα των δικών μας καθώς θα σχηματίζονται οι μορφές που μας κλέψανε, πάνω στο κάρβουνο. Μέχρι τότε θα παραμένουμε στο σκοτάδι ολοστρόγγυλοι και φωτεινοί, αυτόνομα, τραυματισμένα φεγγάρια, που περιμένουν το νυχτερινό ουρανό να μπουκώσει με κάρβουνο. Μέχρι τότε θα φουρνίζουμε τους νεκρούς μας, τους εξαθλιωμένους μας, τους ζωντανούς νεκρούς μας, τους εαυτούς μας κι εσείς πείτε μου πως δεν έκαναν λάθος εκείνοι που πίστεψαν πως η κόλαση βρίσκεται επί γης. Μα θέλω να με κοιτάζετε στα μάτια όταν το λέτε, θέλω τα αυτιά σας ανοιχτά όταν σας διαψεύδουν όχι οι κραυγές των πιστών, ούτε οι κραυγές των πατριωτών, θέλω να με κοιτάτε στα μάτια όταν θα σας διαψεύδουν οι κραυγές της οικογένειάς σας.
Σας φιλώ φιλικά, με τη γλώσσα του φιδιού και σας μεταδίδω τη γεύση του μήλου. Κι αν δε κατάφερα με το γράμμα μου να δαγκώσετε τη γνώση και να την νιώσετε στο λάρυγγα ίσως το καταφέρω όταν αύριο με σύρουν κι εμένα σε κάποιο από αυτά τα «κέντρα». Οι μεταφορείς είναι έξω από το σπίτι μας, σε λίγο θα σπάσουν την πόρτα, θα κάνουν το σπίτι φύλλο και φτερό γι’ αυτό διάλεξα να κρύψω το γράμμα μου μέσα στον καλύτερο καρπό που γεύτηκε ποτέ η ανθρωπότητα, αύριο όταν θα κόψεις αυτό το τελευταίο μήλο να το φας, όταν θα πας να το πετάξεις ή έστω να το σηκώσεις, κάνε το με ευλάβεια γιατί αυτά είναι τα τελευταία λόγια του παιδιού που μεγάλωσες, τα τελευταία λόγια ενός αδικοχαμένου ανθρώπου κι αν δε σε λυγίσουν ούτε αυτά τότε συγχαρητήρια έγινες αυτό που πάντοτε ήθελες, αυτό που προοριζόσουν να γίνεις. Τότε πατέρα δε θα φταίει το ανοιχτό παράθυρο αλλά το λιγοστό μυαλό σου. Οι φασίστες σπάνε την πόρτα, κάθε κρακ που ακούγετε είναι ο ήχος από τα σπασμένα πλευρά μου, κάθε κρακ που δέχεται τούτο το ξύλο απόψε θα βρίσκεται στην πλάτη μου, αν τσαλακώσεις το γράμμα μου θεώρησε τούτη την πόρτα ως τα τελευταία μου λόγια.




Η οικογένεια….

Οι γονείς πέθαναν κάμποσες βδομάδες μετά από πείνα, η κόρη προσπάθησε να αυτοκτονήσει ανεβάζοντας στάτους με τις δεμένες φλέβες της. Τα αδέρφια αντάμωσαν το ένα το άλλο στοιβαγμένα σ’ ένα ομαδικό τάφο κι ο πατέρας μόρφαζε ουρλιάζοντας στη γειτονιά πως το παιδί ήταν κάτι που ποτέ δεν έγινε. Οι παππούδες αντάμωσαν τους άλλους σπουδαίους ανθρώπους κι ο εγγονός ευτυχισμένος πια που εντάχθηκε στους φασίστες έσφιγγε με τα μικρά χεράκια του το ευχαριστήριο χαρτί της κατάδοσης της γυναίκας που τον είχε μεγαλώσει. Ο γιος άφησε την τελευταία του πνοή στις 3.33 την Τετάρτη. Η τελευταία του λέξη ήταν «κρακ».