Sunday, November 17, 2019




Στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος(;)

Της Χριστίνας Κοντούλη









Στον Δημήτρη



















Υπάρχουν 2 είδη ανθρώπων: αυτοί που είναι εύκολο να είσαι μαζί τους, αλλά εξίσου εύκολο να είσαι χωρίς αυτούς και αυτοί που είναι δύσκολο να είσαι μαζί τους, αλλά αδύνατο να ζήσεις χωρίς αυτούς.
— Έρνεστ Χέμινγουεϊ























Υπάρχουν δυο πλευρές . Πάντα είναι ξεκάθαρες, πάντα και δεν ωφελεί να το αρνηθείς, ξέρεις, μέσα σου το ξέρεις είναι πάντα δυο, πολλοί είπαν πως έκαναν λάθος κι άλλοι πως δεν έκαναν, μέσα τους όμως ό,τι και να λέμε ξέρεις καλά πως είχαν επιλέξει. Υπάρχουν λοιπόν δυο πλευρές, η εύκολη κι αυτή που ξέρεις πως είναι αλήθεια.Αυτοί που δέχονται κι αυτοί που ψάχνουν. Κάπου εκεί συσπειρώνονται κι οι αντίστοιχες ομάδες. Η πρώτη να ξέρεις μου θυμίζει εκείνους που στο όνομα της μόδας φοράνε ξαφνικά μυωπικά γυαλιά χωρίς ωστόσο να είχαν ποτέ κανένα θέμα με τα μάτια κι εσύ που στα εννιά σου δεν έβλεπες την τύφλα σου και κόντεψε να σε τυφλώσει ένας μαλάκας γιατρός στο ΙΚΑ που είχε πατερούληδες να δουλεύουν κάτω από την στριφογυριστή καρέκλα του, τους κοιτάζεις με εμφανή απορία κι ακόμη πιο εμφανή ενόχληση αλλά και με κάποια κρυφή ευχαρίστηση που τώρα η στραβωμάρα σου είναι στη μόδα.


Κι ύστερα ας μιλήσουμε για την δεύτερη ομάδα, αυτοί απλά έχουν μυωπία και μπουκώνουν τα μάτια τους με γυαλιά, φακούς κι ό,τι άλλο προσπαθώντας να δούνε μέσα από τη θολούρα στην οποία βρέθηκαν ξαφνικά. Καθώς μεγαλώναμε, κάπου εκεί η κοινωνία άρχισε να μοιάζει με τη μυωπία μας. Τότε το ένιωθες πως είναι κάτι φυσικό, πρέπει να είναι αφού ολόκληρος ο κόσμος προτιμά να καμώνεται τον μύωπα και να την βγάζει καθαρή από τις εκάστοτε “λεπτομέρειες” ωστόσο παραδόξως άρχιζες κάποια στιγμή και να σκέφτεσαι και να παρατηρείς κι έτσι να διαπιστώνεις σιγά σιγά πως στον κόσμο της μυωπίας η μυωπία είχε άλλες κυρώσεις. Κάποιοι αποδέχθηκαν τις θέσεις που τους έχωναν και απολάμβαναν τα “προνόμια’’ μιας κατώτερης κάστας έχοντας ωστόσο ορόσημο και παράσημο την ψευδαίσθηση της ανωτερότητας. Ο διευθυντής του σκατού βλέπεις παρέμενε ακόμη διευθυντής. Κι ο στοχαστής της άνοιξης, ο ερευνητής, ο αθώος δεν ήταν τίποτα άλλο από μια naive πινελιά, μια κουτσουλιά κάτω από τη μπότα του κουραδοδιευθηντή-προφεσόρου. Δεν είχες παρά να αποδεχθείς τη θέση που σου όριζε το εκάστοτε σύστημα κι έπειτα να περάσεις από το Γραφείο Των Υποτακτικών και να παραλάβεις τα παράσημά σου ειδάλλως τα παράσημα που θα έπαιρνες θα ήταν λίγο πιο έντονα, πιο μικρά, μακρουλά και μυτερά κάπως στην άκρη κι εκείνα ίσως να προσγειώνονταν με λίγη παραπάνω ορμή-από αγάπη φυσικά- στο στήθος, στον κρόταφο, στο γόνατο, στο σβέρκο. 


Εγώ να σας πω την αλήθεια δεν είμαι σίγουρος πότε κατάλαβα για πρώτη φορά τη μυωπία μου, χρόνια ολόκληρα βλέπετε αποδεχόμουν αυτή τη θολούρα καθώς και χρόνια ολόκληρα αποδεχόμουν τη θέση που μου όριζαν ως μύωπα. Ωστόσο κάπου κάπου τα παλιά μου γυαλιά με ενοχλούσαν, περνούσα τότε από ελέγχους, μάζευα κουπόνια, γυάλιζα τα τζάμια, υπέβαλα αιτήσεις, κάποιοι υπέγραφαν, κάποιοι μου λέγανε να περιμένω, κάποιοι μου έδειξαν πώς να κολλήσω το στραβό γυαλί στο σιδερένιο σκελετό με διάφορους ευφάνταστους τρόπους μέχρι να έρθουν τα καινούργια γυαλιά, όμως εκείνα αργούσαν κι εγώ πάλι δεν έβλεπα. Τότε ο δάσκαλος με έβαζε στο πρώτο θρανίο κι οι καλύτεροι μαθητές ενοχλούνταν που είχαν κι εμένα τον ηλίθιο ανάμεσα στα πόδια τους αλλά τι να κάνουμε, παιδί είναι κι αυτό, κάπως έπρεπε να το βοηθήσουμε. Μα κι έτσι τίποτα δεν άλλαζε, δεν έβλεπα πάλι, κουνούσα το στόμα μηχανικά κι επαναλάμβανα για να μη στοχοποιηθώ αργότερα στο διάλυμα και με κοροϊδέψουν οι άλλοι κι όσο επαναλάμβανα λέξεις χωρίς κανένα νόημα τόσο έσφιγγα τα μάτια και προσπαθούσα να ξεχωρίσω την εικόνα που κείτονταν μπροστά μου σαν άπιαστο θήραμα. Τι έγραφε επιτέλους σε αυτόν τον πίνακα;


Αυτή η ερώτηση με βασάνιζε χρόνια. Ρωτούσα τους γονείς μου κι εκείνοι μου απαντούσαν πάντα το ίδιο, κάποια στιγμή κατάλαβα πως κι ο δάσκαλος έλεγε πάντα τα ίδια πράγματα, αν έλειπε μια φορά από την τάξη δεν θα το πρόσεχε και κανείς, αρκεί να έπαιζε σε λούπα η φωνή του από το μεγάφωνο κι εσύ συνέχιζες να επαναλαμβάνεις. Μια μέρα που αντιλήφθηκα την απουσία του αποφάσισα να κάνω ένα πείραμα, αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με την εξουσία… Ανέβηκα στην έδρα και άρχισα να λέω με σταθερή φωνή (μιμούμενος τον δάσκαλο) ό,τι βρομόλογο μου έρχονταν στο κεφάλι κι έπειτα έκλεισα αυτόν τον εξαιρετικό λόγο μου λέγοντας «είμαστε όλοι ηλίθιοι» !


-ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΗΛΙΘΙΟΙ! Ακούστηκαν με μια φωνή όλοι οι συμμαθητές μου. Φανταστείτε την έκπληξή μου λοιπόν όταν κατάλαβα πως ένας από αυτούς που επανέλαβε αυτή την φράση ήταν κι ο δάσκαλος που μόλις είχε μπει!


Το πρώτο μέρος του πειράματός μου είχε στεφθεί με απόλυτη επιτυχία… Το βράδυ γιόρτασα μονάχος μου σκεπτόμενος το επόμενο πείραμα, εκείνο πραγματικά ήταν που μου άνοιξε τα μάτια όχι όμως με τον τρόπο που νομίζετε…


Την επόμενη μέρα, ξύπνησα νωρίς κι έκανα κάτι που δεν το συνήθιζα ως τότε, πήγα πρώτος στο σχολείο, τόσο νωρίς που περίμενα να ανοίξουν οι καγκελόπορτες τουλάχιστον ένα μισάωρο πιο πριν. Όταν μπήκα μέσα ήμουν μόνος, εγώ, ο επιστάτης κι ένα τεράστιο προαύλιο που τώρα έμοιαζε τόσο διαφορετικό. Για πρώτη φορά ένιωσα έξαψη που βρισκόμουν εκεί, η ώρα του πειράματος μου πλησίαζε. Στριμώχτηκα εύκολα , μικροσκοπικός καθώς ήμουν, κάτω από το βάθρο των «ιερών προσώπων» και των επίσημων και περίμενα. Θα μπορούσα να κάνω μια λογοτεχνική παύση εδώ και να σας περιγράψω τις φωνές των παιδιών, τη μυρωδιά του φθινοπώρου, τα παπούτσια των δασκάλων και άλλα τέτοια αλλά θεωρώ πως θα έμοιαζαν κάπως με ταχυδακτυλουργικά τρικ πριν γίνει το θαύμα., έτσι θα μπω κατευθείαν στο ψητό: μόλις άκουσα το πρώτο χτύπημα στο μικρόφωνο και την στριγκλιά του παλιού μεγαφώνου βγήκα γρήγορα από την κρυψώνα μου κι αρπάζοντας την τεχνητή φωνή λίγο πριν τα δάχτυλα των άλλων, ύψωσα την φωνή μου και με ύφος σταθερό και άτονο άρχισα το σόου. Μέσα σε λίγη ώρα μπορούσα να κάνω τους πάντες να επαναλάβουν οτιδήποτε μου έρχονταν στο κεφάλι, να σηκώσουν τα χέρια, να δείρουν ο ένας τον άλλο, να χορέψουν με εκείνον που πριν λίγο έπαιζαν μπουνιές, να κατεβάσουν τα βρακιά τους, να αναφωνήσουν όλοι μαζί, δάσκαλοι, ιεροί κήρυκες, μαθητές και περαστικοί πως είναι όλοι ηλίθιοι! Για μια στιγμή ένιωσα σαν βασιλιάς, σαν υπνωτιστής που συνάρπαζε το κοινό του, όλοι ήταν δικοί μου, όλοι ήταν ένα σκατό στο δικό μου παπούτσι, όλοι ήταν ένα μικρό τίποτα. Ξάφνου πρόσεξα δυο παιδιά στην άκρη του προαυλίου που έτρωγαν το κολατσιό τους . Είπα μια, είπα δυο, είπα τρεις, εκείνα όμως συνέχιζαν να τρώνε χωρίς να εκτελούν καμία από τις εντολές μου. Έτσι διέταξα τους άλλους να τους φέρουν μπροστά μου. Ο ένας τότε έβαλε τα κλάματα κι άρχιζε να φωνάζει ζητώντας τη μαμά του, ο άλλος όμως, εκείνος δεν έκανε τίποτα.


Όταν έφεραν μπροστά μου τον κλαψιάρη ήμουν έτοιμος να λυγίσω μέχρι που άρχισε να κάνει κι εκείνος ό,τι όλοι οι υπόλοιποι και τότε νευρίασα ακόμη πιο πολύ. Μου είχε κάνει τόση εντύπωση! Εκείνος δεν παρασύρονταν από τη φωνή μου, δεν ακολουθούσε αυτά που έλεγα, δεν τον ένοιαζε, ωστόσο ο φόβος του ήταν πιο ισχυρό υπνωτικό. Ακόμη κι έτσι όμως είχε πια παραδοθεί, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο μου ανήκε. 


-Δεν βλέπω! Είπα τότε κι όλοι απάντησαν με μια φωνή


-ΔΕΝ ΒΛΕΠΩ!


-Όμως εσύ βλέπεις, είπα στον κλαψιάρη, δεν έχεις μυωπία!


-ΟΜΩΣ ΕΣΥ ΒΛΕΠΕΙΣ, ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΜΥΩΠΙΑ! Είπαν κι οι άλλοι.


-Δεν βλέπω, όχι δε βλέπω, φώναξε ο κλαψιάρης κι έκλεισε τα μάτια του.


-Τι βλακείες κάνεις; Ακούστηκε μια άλλη φωνή. Γύρισα προς το μέρος του ανυπόταχτου.


-Κάνω ό,τι θέλω, είπα.


-ΚΑΝΩ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ, είπανε.


-Όχι, κάνεις βλακείες! Είπε το παιδί και συνέχισε να τρώει.


Η φωνή μου έσπασε ξαφνικά. Κοίταξα γύρω μου..


-Που το ξέρεις;


-ΠΟΥ ΤΟ ΞΕΡΕΙΣ; Είπαν τα εκπαιδευμένα μου ποντίκια.


-Αφού το βλέπω!


Σιωπή. Από όσα λόγια είπα, από όσα λόγια είπαν, αυτή ακούστηκε στα αυτιά μου καλύτερη. Άφησα το μικρόφωνο κάτω, κανείς δεν έσκυψε να το πάρει, όλοι κάθονταν ακούνητοι, αγάλματα σφηνωμένα στο γύψο. Σε λίγο ένα ηχογραφημένο μήνυμα της κυβέρνησης ξεκίνησε με χαλαρή μουσική δωματίου κι απέδωσε εντολές, η ζωή συνεχίστηκε στο προαύλιο. Πήγα κοντά στον αποστάτη και τον κοίταξα καλά καλά, τότε θυμήθηκα πως τον είχα δει κι άλλη μια φορά παλιότερα να αλλάζει το σύστημα, τον είχα δει να υπερασπίζεται μες στους άλλους κι εμένα…


Χρόνια μετά το μεγαλεπήβολο πείραμά μου είχα αποχτήσει ένα ζευγάρι καινούργια γυαλιά κι είχα αρχίσει πια να βλέπω με δική μου ευθύνη.. Ο κλαψιάρης είχε ενταχθεί για τα καλά στα γρανάζια και τις παρασημοφορούσες κάστες του συστήματος κι όσο για τον επαναστάτη πληροφορήθηκα σαν τώρα πριν τρία χρόνια πως είχε πεθάνει. Όχι, όχι από σφαίρες, όχι από σκληρές ιδέες και ηλίθιους δικτάτορες μα από σκληρή τύχη βρίσκονταν τώρα στον κρύο τάφο του. Κι όμως λυπάμαι μερικές φορές που δεν ακούγονται συνθήματα στο όνομά του, γιατί τώρα όπως σας μιλώ θυμήθηκα πότε συνειδητοποίησα την μυωπία μου, ήταν ένα χρόνο πριν μου πει ο οφθαλμίατρος πως έχω στραβομάρα και στα μάτια.


Σαν παιδί, απόχτησα τρία σπουδαία μαθήματα, όχι από τους γονείς μου, σίγουρα όχι από τους δασκάλους κι οπωσδήποτε όχι από κάποια θρησκεία. Σαν παιδί απόχτησα τρία μαθήματα από κάποιον που ποτέ δεν θέλησε να μου επιβληθεί, κάποιον, που δεν με γέμισε ψέματα στο όνομα κανενός, κάποιον που στάθηκε σαν ίσος απέναντί μου. 


Μια μέρα γύρισα λοιπόν στο σχολείο μου κι έχοντας πια ένα ζευγάρι γυαλιά πολύ καλύτερα από εκείνα, τα πρώτα, μπήκα μέσα στην αίθουσα να αντιμετωπίσω κι εγώ το θηρίο που τόσο με είχε βασανίσει. Κι ήταν ίδιο ακριβώς όπως το θυμόμουν. Στάθηκα μπροστά στον πίνακα κι έμοιαζε να μην έχει περάσει καιρός από τότε που έσφιγγα τα μάτια και προσπαθούσα να αποδείξω πως δεν ήμουν ηλίθιος. Προς τραγική μου ειρωνεία, δεν έχω νιώσει πιο ηλίθιος στη ζωή μου από εκείνη τη στιγμή, βλέπετε όλα αυτά τα χρόνια, στον πίνακα δεν έγραφε τίποτε! Το μόνο που μου έμεινε τότε ήταν η ευγνωμοσύνη μου για τον άνθρωπο που μου έδειξε πως το κενό που βρίσκονταν στον πίνακα ήταν ίδιο με εκείνο στο μυαλό μου. 





No comments:

Post a Comment