Wednesday, March 23, 2022

 

Κεφάλαιο δωδέκατο, δεύτερη πράξη... κάθε αρχή και δύσκολη. Μια σκέψη πάνω στην αρχή του επόμενου κεφαλαίου, τα γεγονότα σιωπούν για λίγο , οι σκέψεις συναντιόνται μες την σιωπή και οι θνητοί αναρωτιόνται πως θα μπορούσαν να συντηρήσουν την αθανασία της νιότης.




Κεφάλαιο δωδέκατο

 

Πόσο περίεργο ήταν να είσαι άνθρωπος…. Ένας μη έγκυρος κωδικός που σε πείσμα των νόμων απορροφώνταν από το σύστημα θαρρώντας πως αφομοιώνονταν, την στιγμή που εκείνος αφομοίωνέ τα πάντα. Εκείνος που θαρρούσε πως όλα τα όριζε την στιγμή που το άγνωστο όριζε εκείνον κι ο supervisor  καπνίζοντας το πούρο του ή ακούγοντας προσεχτικά κρατώντας ένα ποτήρι σφράγιζε κι έσχιζε δουλειές χρόνων, δρόμους και σχέδια αιώνων αφήνοντάς σε το ίδιο αβοήθητο, μικρό και τιποτένιο όσο  οι δικοί σου υφιστάμενοι., χαρίζοντάς σου παράλληλα τη δύναμη της καταστροφής και της αρχειοθέτησης όταν εσύ το μόνο που ήθελες ήταν σταυρόλεξα με δύσκολες λέξεις και διακοπές. Κι έτσι κατέβαινες για πρώτη φορά στην «εργατική τάξη» κι ασπαζόσουν το χάος ή τον κουμμουνισμό, τον χριστιανισμό ή την μοίρα, τον εαυτό σου ή τον δίπλα σου δίχως ποτέ να καταλάβεις ή να καταφέρεις να ζήσεις χωρίς την ευθηνή, του κόσμου που ναυάγησε κάποτε. Να ζήσεις. Κι εκεί επιλέχτηκε το άψογο κουμπί. Ο φόβος του θανάτου κι η αναγνώριση της θνητότητας. Ένα κουμπί στραμμένο προς τα εκεί που δεν ήξερες πως στρίβει για να σε προστατέψει  από μια συνειδητοποίηση που θα σε έκανε μη παραγωγικό ή μια που θα σε έκανε επαναστάτη. Χρόνια τώρα , οι καλλιτέχνες μιλούσαν , τραγουδούσαν για το κουμπί μα το μόνο που μπορούσες να ακούσεις, ευτυχισμένε, ζηλευτέ εαυτέ και φίλε ήταν η στροφή της στρόφιγγάς. Κι έκανες τα κρακ της, ζωή, έρωτα, καλοσύνη, βρίσκοντας χίλιους τρόπους να αποφεύγεις τον ήχο, κάποτε τον υιοθέτησες κιώλας κι είπες εγώ, ΕΓΩ τον ορίζω κι από μένα προέρχεται, για να τον εξηγήσεις. Τον έκανες παιδιά, τραγούδια, πρόσωπα, λέξεις κι εικόνες για να τον ξορκίσεις, συμφιλιώθηκες μα είχες πάντα πίσω την ουρά , πρόσεχες και την σκιά σου στα κλεφτά κι έτρωγες το μήλο αφήνοντας να τρέξουν τα ζουμιά, να πλημμυρίσει αυτό που λέμε στόμα. Κι ύστερα σκέφτηκες πόσες φορές του είχες σφίξει το χέρι, πόσες φορές τον συνάντησες και τον νίκησες με την αθανασία που χάραζες στον αέρα, την πιο μετέωρη οικοδομή, μια ασταθή αρχιτεκτονική πατέντα που παλάντζαρε, γκρεμίζονταν και ξαναχτιζόταν από το τίποτα. Πόσες φορές τον γκρέμισες από τον θρόνο με το γέλιο σου και πόσες τον χαιρέτησες τον ακούμπησες σα μόνη λύση κι ύστερα  άναψες το φως κι έκανες την συμφωνία. Του πρόσφερες την αθανασία σου κι εκείνος σου έδωσε έναν μικρό γυμνό και φτερωτό θεό στα χέρια, για αντάλλαγμα και σου ‘πε να τον μεγαλώσεις, να τον ταΐσεις να τον διδάξεις κι ύστερα να τον αφήσεις για να πετάξεις με τα φτερά του. Κι εσύ συμφώνησες. Κι ήταν η πρώτη φορά που έβλεπες τον κόσμο από ψηλά και δε φοβόσουν το ύψος γιατί δεν υπήρχε πια πέσιμο, δε φοβόσουν τον θάνατο, το άγνωστο, το παράξενο, την ένταση και την ηρεμία γιατί εκείνος τα είχε πάρει όλα από εσένα για σένα, γιατί εκείνος σήκωνε τα βάρη, του κόσμου κι αλάφρωνε το βράδυ τις πλάτες σου, σε πήγαινε διακοπές και αν το παραδεχόσουν θα έλεγες πως δε χρειάστηκες ποτέ σταυρόλεξα να περάσεις την ώρα σου. Θα έλεγες πως τα ήξερες όλα και δεν σε πείραζε που δεν ήξερες τίποτα. Ο ΕΡΩΤΑΣ, εκείνος που έκανε την ύπαρξή μας την αβάσταχτη να είναι εντάξει και να αξίζει τους επίγειους πόνους της. Εκείνος που μας έκανε όμορφους στον καθρέφτη, έξυπνους στις διαλέξεις , επιδέξιους κι ευχάριστους, εκείνος που μας έδινε ταυτότητα, φωνή και προσωπικότητα, εκείνος που άδειαζε το μυαλό μας και μας έκανε ανόητες μηχανές, εκείνος που έδιωχνε το φόβο του θανάτου. Κι από το τίποτα του μακρόκοσμου γινόμασταν το κέντρο του σύμπαντος και βασιλείς στον μικρόκοσμο του μυαλού μας. Ένα ανθισμένο παρτέρι δίπλα στο σκουπιδοτενεκέ κι εσύ να μυρίζεις την άνοιξη, να βλέπεις μόνο εκείνο. Να ανθίζεις μέσα στο χιόνι και να ψηλώνεις δημιουργώντας ουρανούς εκεί που χαμηλώνουν τα σύμπαντα. Ένα υπέροχο παράδοξο που ξεδιψούσε με αλάτι κι ανέπνεε στη άπνοια, που είχε φωνή τη στιγμή που κανείς δεν πρόσεχε κι όλοι κουβέντιαζαν τα μεγάλα και τα ατέλειωτα ενώ εσύ ένιωθες να τα ζεις. Αλήθεια, σοφούς ή ανόητους, τι μας κάνει ο έρωτας αν όχι απλά ζωντανούς αειθαλείς και πρωτοπόρους;

Κι η απουσία του;

Ας μην πούμε άλλες βαρύγδουπες λέξεις, απλώς δοκιμάστε το φαγητό σας δίχως το αλάτι κι ύστερα σας προκαλώ να μου μηνήσετε κακό για την αρμύρα, να πιστέψετε πως μπορείτε δίχως αυτή κι έπειτα να ζήσετε έναν ανάλατο βίο.. Τι θα έχει η γλώσσα να θυμάται και τι η μνήμη να ανακαλεί; Πως θα ξεχωρίσουν οι μέρες και πως οι ώρες θα συνεχίζονται;

Sunday, March 20, 2022

Απόσπασμα από  το μυθιστόρημα πάνω στο οποίο δουλεύω. Πράξη δεύτερη, κεφάλαιο ενδέκατο.  Ο Χριστόφορος, η Σωτηρία και ο κύριος Φωτεινός βρίσκονται πια στην Αφρική, αναζητώντας έναν τρόπο να φτάσουν στην Αλεξάνδρεια., κάνοντας παρόλα αυτά μια μικρή στάση.  Ας τους ακολουθήσουμε εκεί που συνορεύει το όνειρο με την πραγματικότητα, η φαντασία με τον ρεαλισμό κι εμείς με εσάς και με' όλους...



Χριστίνα Κοντούλη.




Κεφάλαιο ενδέκατο

 

Οι ώρες στο καράβι πέρασαν γρήγορα. Ο κόκκινος ήλιος του αφρικάνικου πρωινού χρωστούσε στους ναύτες και τους επιβάτες των πλοίων τα σπαρταριστά ναύλα τους.  Δέχονταν μονάχα ενέχυρα, ενέχυρα ψευδαισθήσεων, φιλοσοφικών πεποιθήσεων και παραθέματα ανόητων Δον Κιχότιδων , ταξιδιωτών ανάμεσα σε θάλασσα και ξέρα. Η δίψα βρίσκονταν μονόδρομος….

Όταν έφτασε το καράβι ήταν κιόλας, σούρουπο… Η Σωτηρία με το γαλάζιο παλτό της στέκονταν στην πρύμνη σαν μοναδικό εκκρεμές που ταλαντεύονταν ανάμεσα στην ανάμνηση και στην εξόρυξη της πραγματοποιημένης διασταλτικότητας του χώρου καθώς ο Χριστόφορος σφίγγονταν στο παλτό του μη ξέροντας τι να προσμένει. Χωμένος στο ενδιάμεσο των αποχρώσεων της άμμου, καμωμένος από ζάχαρη και ζέστη περπατούσε με βήμα βαρύ και σκεφτικό καθώς ο κύριος Φωτεινός ακολουθούσε σε μια μικρή απόσταση, παρατηρώντας τα βήματά του. Τα φώτα της Αιγύπτου, νοσταλγικά, λασπωμένα και υγρά, φορούσαν όλα τα πρόσωπα, τις εκφάνσεις της πραγματικότητας και της πραγματοποίησης δημιουργώντας κίβδηλα κύμβαλα που αλαλάζοντα στον ρυθμό της ανάσας, αναζητούσαν μια ομαδοποίηση έτοιμη στη συμφωνία ως έτοιμο φρούτο. Τα αποκαμωμένα νεωτεριστικά κτήρια των φτωχών γειτονιών και τα στιβαρά απομεινάρια του χρόνου, σαν τεκμήρια της ύπαρξης συγχωνεύονταν με τα μοντέρνα αρχιτεκτονικά θηρία και τις λεπτεπίλεπτες εκφάνσεις των πλούσιων δρόμων καθώς η τέχνη συναντούσε με μάτια θολά την ατεχνία και κοιμόταν ευχαριστημένη μαζί της, πίσω από την έρημο. Στα γαλάζια μάρμαρα των τεκέδων με τα ζωγραφισμένα κλωνάρια  και τις ποικιλίες των τσαγιών, εκεί που όλα έμοιαζαν με τεράστια λουτρά, εκεί που φύτρωναν τα κλαριά του σφενδάμου, ποτισμένα με τζίντζερ, μυρωδικά και καυτερά γλυκά, οι φατρίες χαιρετιόνταν αναγνωρίζοντας τα σεμέν και τις ραφές στο ρούχο.  Καταρράχτες αλκοολούχων μύριζαν μαστίχα και κάρδαμο διατηρώντας διακριτικά τα φώτα και τα πατρόν εξεζητημένα και πολύχρωμα.  Τα πρόσωπα στέκονταν ακίνητα δυσδιάστατα κι αφηρημένα … Κι η μουσική…. Η μουσική γεννούσε αδιάκοπα προκαλώντας τον ξένο να ενσωματωθεί με τα ξωτικά και να χαλαρώσει την ταυτότητα που θα απαρνιόνταν.

 Ένας θηλυπρεπής νεαρός πέρασε διασχίζοντας απαλά την Νηνεμία και κουνώντας  ελαφρά τον αντίχειρα πίσω από τα καρβουνένια μάτια του, έγνεψε να τον ακολουθήσουν. Τα μάτια της Σωτηρίας απομνημόνευσαν τα βήματά του…. Ο σταθμός ήταν κατάμεστος.

-Δε θα μπορέσουμε να ταξιδέψουμε απόψε.

-Το περίμενα…. Απόψε, διανυκτερεύουμε στην πόλη. Είπε ο κύριος Φωτεινός ψαχουλεύοντας τις τσέπες του για ένα σπίρτο. Η Σωτηρία του πρόσφερε τον αναπτήρα της.

-Τότε… να τον ακολουθήσουμε.

-Θα θέλει να μας πάει στους τεκέδες. Έκανε αδιάφορα και γνωστικά ο Χριστόφορος.

- Έχεις να πας κάπου καλύτερα;

Ο κύριος Φωτεινός χαμογέλασε, καθώς ο Χριστόφορος υποκρινόταν.

-Όχι… έκανε αλλάζοντας ρώτα. Η Σωτηρία έγνεψε στην τυχαία ιχνηλάτηση.  Ο νεαρός ίσα που φαίνονταν πια. Ο κύριος Φωτεινός έγνεψε κι εκείνος κι ύστερα την ακολούθησε. Ο Χριστόφορος έσβησε το τσιγάρο του στο έδαφος και προχώρησε εκεί που κανείς Κρυιεζής δεν είχε πει πως έχει πάει….Τα ψεύτικα φώτα της πλατείας τους ακολούθησαν στο παλιό λιμάνι, χαμηλώνοντας όλο ένα και περισσότερο, αφήνοντας το φεγγάρι να χαράξει τον χώρο. Ο παράξενος νεαρός χαμογέλασε και χώθηκε σε ένα στενό. Η παρέα τον ακολούθησε. Μέσα σε λίγα λεπτά η ανατολή είχε είδη υφάνει το δώρο της κι ένα παράξενο δωμάτιο θα γίνονταν τόπος λατρείας….

Μια παλιά ταπετσαρία με ινδιάνικους ρούνους  και κρεμαστές κουρτίνες από ξύλο και ξευδοκαθρέφτη πρόβαλε μπροστά τους καθώς δυο μακριές κουρτίνες από κόκκινο βελούδο, έπεφταν βαριές πίσω από την σκηνή, διαχωρίζοντας σε βαλίτσα του μυστήριού τα backstage , αναπλάθοντας ένα θολό όνειρο του Ingres tτη στιγμή που αναιρούσαν το κεκτημένο.  Τα μικρά κυκλικά τραπέζια, ντυμένα από φθηνή τσόχα και στίξεις αστεριών , έμοιαζε να κατευθύνονται σιγά σιγά προς την σκηνή, τόσο κοντά που σε λίγο θα ανέβαιναν πάνω, ενώ οι λάμπες από ξύλο και χρωματιστό μετάξι άφηναν μύθους και θρύλους στο ταβάνι, δημιουργώντας μια αίσθηση ουρανού. Ο μυστηριώδης νεαρός με τα σκούρα μαλλιά και τον ψηλό λαιμό τους έγνεψε να καθίσουν σε ένα τραπέζι χαμογελώντας. Οι μεγάλες βλεφαρίδες του κάλυπταν εξαίσια δυο ολοστρόγγυλες καστανές ίριδες που γυάλιζαν τρυφερά και πονηρά συνάμα κάτω από τα φτιαχτά φώτα.. Η Σωτηρία πλησίασε πρώτη. Ύστερα ακολούθησε το υπόλοιπο πλήρωμα.  Ο Χριστόφορος τράβηξε την ξύλινη καρέκλα από τις ενώσεις της πλάτης της και βρέθηκε απρόθυμα απλωμένος στον περιορισμένο χώρο. Ο κύριος Φωτεινός κάθισε  κι εκείνος ανάβοντας την πίπα του.

Το μικρό διασκεδαστήριο ήταν κατάμεστο από ανάσες που θόλωναν τα τζάμια των σκονισμένων παραθύρων. Η Σωτηρία έγειρε το κορμί της προς το παλιό μπαρ. Εκεί, εκτείνονταν στο μέσο μιας μπλε κουρτίνας, από σκούρο ύφασμα και μικρά χρυσαφένια φεγγάρια μια άλλη , διαφορετική σκηνή. Μια γυναίκα έγνεψε. Τα μαλλιά της ήταν ολόμαυρα και φουσκωτά, στο μέτωπό της κρέμονταν ένα χρυσίζον φυλαχτό και τα στήθη της ασφυχτικά ζουπιγμένα πίσω από ένα πολυκαιρισμένο μπεζ κορσέ έδιναν την εντύπωση πως κλάπηκαν από κάποιον αρχαίο μπαξέ που μύριζε πορτογαλικά σαγκουίνια. Στους ώμους της ήταν ριγμένο ένα πράσινο σάλι με κεντημένα λουλούδια καλύπτοντας  ένα βαθύ, μοβ πουκάμισο.  Το δέρμα της ήταν σκούρο και στολισμένο με διάφορα κρεμαστά κοσμήματα, στα χέρια, στο λαιμό ήταν ολόκληρη μια έκθεση σκαλιστών δημιουργημάτων, εξέπνεε έναν αέρα ονειρικής ανατολής σαν εκείνη που κυνηγούσαν κάποτε οι ζωγράφοι δυσαρεστημένοι από την σεμνοτυφία και τον συντηρητισμό. Τα μάτια της ήταν μπλε, όμοια με την κουρτίνα…

Η γυναίκα ετοίμασε τον δίσκο και το αγόρι περπάτησε θριαμβευτικά κι ευλύγιστα στην πασαρέλα κάνοντας σλάλομ ανάμεσα στους θαμώνες. Ακόμη κι η Νανά θα ζήλευε την κίνηση του κορμιού του αφήνοντας τον Ζολά να αναζητά την επίγεια Αφροδίτη του σε κάτι πιο προχωρημένο, πιο… αρσενικό….σε ένα τρίτο φύλλο που δεν του είχε αποδοθεί η απαιτούμενη προσοχή. Ο νεαρός άφησε την ανώνυμη μποτίλια στο τραπέζι, χαμογέλασε κι ύστερα άφησε κάθε ποτήρι μπροστά στον νεοφερμένο. Μέσα στο πανχρωμικό μικρό καταγώγι η ζωή έμοιαζε πιο πραγματική, οι ανάσες κόβονταν με το μαχαίρι και τα μάτια υψώνονταν όλο ένα και πιο πιστά, τραβώντας τα χέρια προς τα πάνω, καθώς όριζαν την ύπαρξη διατηρώντας το δυναμικό μιας «εκκλησίας». Αυτή τη φορά όμως η λατρεία διέθετε πρόσωπα πίσω από την ανωνυμία. Ο εξόφθαλμος τεκές που κρύβονταν πίσω από τα ψαράδικα και τα αρχαία, παράθετε μια έκφανση της ζωής διαφορετική από εκείνη που είχε μάθει χωμένος στα βιβλία και στις φιλοσοφίες του, μια ζωή που δεν κινούνταν μόνο γύρω από το περίγραμμα σε δυσδιάστατη μορφή και αέρινους όρκους, αλλά μια τόσο επίγεια, με εμβαδό και μάζα. Μια έμπρακτη φυσική εξίσωση που μετουσιώνονταν σε πραγματικό χρόνο κι αναζητούσε χώρο να επεκταθεί, να χαθεί και να ριζώσει. Εκεί μέσα , ο φίλος μας χώρεσε επιτέλους κάπου. Εκεί που έτριζαν τα πλίνθινα ντουβάρια και η ανθρωπότητα, γλένταγε υπόγεια και υδάτινη , επαναστατική ως προς τους περιορισμούς κι αυθεντική, πέρα από πενταγραμικούς μονολόγους ιερογλυφικών και επιτακτικούς παράγοντες “αναγκαίας” ψηλής μύτης.

Το κρασί έρεε… τα λόγια χάνονταν μέσα στην οχλοβοή   κι ο Όμηρος σκόρπιζε τα συγκράματά του σαν πετσετάκια, αγκαλιάζοντας τον Τειρεσία που έγνεφε λάγνα πίσω από τα θηλυκά βρακιά του και τα φουσκωμένα του στήθια. Στο πάλκο στέκονταν μια γυναίκα με μακριά μαλλιά βαμμένα στα χρώματα των Ιρλανδών και μια ημίγυμνή περσώνα με φλουριά δεμένα στην ποδιά της, αστέρια στους γοφούς της και μια βαριά μυρωδιά από ανατολίτικα λουλούδια. Οι θαμώνες κοινωνούσαν μυστικά την πιο αληθινή τους φύση κι αναστέναζαν παραδίνοντας τις πληροφορίες τους στον κόσμο , καθώς τον κύκλωναν με χέρια που έμοιαζε να ξεμακραίνουν και πόδια που λύγιζαν. Το θέμα της θνητότητας γυρνούσε μονάχα στα βάσανα και στον έρωτα, για πρώτη φορά συνειδητοποίησε πως γυρνούσε και στην άφεση , εκείνη που μόνο ο άνθρωπος σε άνθρωπο μπορούσε να δώσει με το άγγιγμά του.  Μια πολύ διαφορετική συνθήκη, τη στιγμή της ανελέητης εξάρτησης, εκείνη που μόνο στο χορό μπορούμε να βιώσουμε, μόνο στο τραγούδι μπορεί να ακουστεί, εκείνη που σωπαίνει και σωπαίνει πάνω στη γνώση της κοινωνικής ανάγκης του ανθρώπου και την αποσιώπηση της λέξης από Άλφα.

-Γινόμαστε ένα μόνο όταν γινόμαστε. Και γινόμαστε μόνο όταν είμαστε απόλυτα θνητοί μα δίχως την αντίληψη της θνητότητάς μας. Συλλογίστηκε ρουφώντας μια γουλιά από το ποτήρι του.  Τα αφρικάνικα τύμπανα λυγούσαν το σώμα της χορεύτριας με τρόπους που οι μύες διατυμπάνιζαν πως δεν μπορούσαν κι οι άνθρωποι λύγιζαν κι εκείνοι πάνω στο σώμα της, χτυπούσαν κάτω, σηκώνονταν και έμπλεκαν τα μαλλιά τους όπως τους δρόμους τους, σαν να ήταν η τελευταία, η πρώτη, η καμία κι επόμενη φορά που θα ξανασυναντιόταν.  Η Σωτηρία κοπάνισε το ποτήρι της στο τραπέζι. Οι θαμώνες σαν νύμφες, σαν ξωτικά την αγκάλιασαν και την έφεραν δίπλα τους δίχως κανείς να προλάβει να το αντιληφθεί , να επικροτήσει πριν από εκείνους ή να φέρει αντίρρηση Η χορεύτρια χαμογέλασε κι έπεσε πίσω σε ένα άλμα εμπιστοσύνης. Τα τύμπανα λάλησαν αργά κι η φωνή της πλημμύρισε τον χώρο καθώς ο κύριος Φωτεινός χαμογελούσε από το μπαρ σε μια ακολουθία συμφωνιών όμοια με την μουσική που γεννιόταν.

-Φεγγάρι…. Φεγγάρι

Φεγγαράκι μου, σαν γιασεμί

Σα γιασεμί

Σα γιασεμί στα χείλη, αμάν

Σου τραγουδάω την αυγή,

Να την κρατάς, να την κρατάς

Να την κρατάς στο δείλι,

Αμάν, να την κρατάς στο δείλι.

Μέλι πικρό, μελί γλυκό, μέλι μου πως το λένε

Μέλι βγάζουν οι μέλισσες από όσους δεν το λένε

Δεν το’ πα μια, δεν το’ πα δυο, καθόλου δεν το λέω

Μα με έχει πνίξει ο καημός, αμάν

Μα με έχει πνίξει ο καημός

Και στα κρυφά σου, κλαίω. Αμάν

Και στα κρυφά σου, κλαίω.

 Σύρε να πεις τη μέλισσα, λουλούδι να τρυγήσει

Να στάξει της αγάπης μου, το στόμα της να λύσει

Αμάν, το στόμα της να λύσει.

Και σα μελίσσι, μάτια μου μέλι να με γεμίσει

Αμάν,

Άνοιξη να μυρίσει.

 

Ο Χριστόφορος την κοίταζε, ανάμεσα στα ψεύτικα μαργαριτάρια στις εικόνες των τοίχων που σχημάτιζαν ξανά εκείνη την όαση στην παλάμη και τα ανατολίτικα όργανα. Κοφτές φόρμες με διακλαδώσεις πίσω από τα λόγια και κρουστές γλώσσες που σαν γάτες, έβρισκαν τις θέσεις τους εκεί που υποτίθεται πως βρίσκονταν η σιωπή… Οι μουσικοί άρχισαν να την ακολουθούνε. Ο Χριστόφορος ζαλισμένος ανέβηκε στην σκηνή και ψιθυρίζοντας στο αυτί του πιανίστα κάθισε στην θέση του διακριτικά. Τα χέρια του βρέθηκαν στην φυσική τους θέση.

-Απάνεμο και στεναγμός είναι τα δικά σου μάτια,

Κορίτσι μου. Πρόφερε ζαλισμένος καθώς οι θαμώνες σε σπαστά ελληνικά ή σε ψιθυριστά αραβικά, επανέλαβαν.

Εγύρισα την Αφρική, εγύρισα την Χώρα, στην ξενιτιά τα μάτια μου,

Γυρεύαν μια ώρα

Μια ώρα μες στα στήθια σου, στις στήλες της Βαγδάτης, στης Βενετίας τα νερά, στους δρόμους της Αρράντης.

Εχώρεσα για να σου πω, φωνή μέσα στ’ αηδόνι , κοινώνησα με το ψωμί

Του κούκου, και του γκιώνη.

Κι ένα πουλί απόμενα, να κράζω μες στα χρόνια, πίσω απ’ το Σαρακήνικό μέσα στο φινιστρίνι

Μάταια προσμένω το θεό και μάτια δε μου δίνει,

Μόνο κρατά το βλέμμα του στραμμένο , λυπημένο,

στης ευταξίας τα νερά, σαν το’χουν καμωμένο

κι εγώ που τάξη ήθελα, που νόμισα πως ήξερα μα τίποτα δεν ξέρω,

 ό,τι είχα μπρος σου άφησα κι ό,τι έχω μπρος σου φέρω.

Των ξένων να’μαι παραγιός, θεός καλός της Σίβας, κι ανόητος στην κλίνη σου, έρμαιο κάθε μοίρας

Κορίτσι μου,

καθώς προσπαθώ να μεταφράσω τους δρόμους του φεγγαριού και τα σινιάλα των χτεσινών ψαράδων

εκεί χάνομαι ξαφνικά όταν βγαίνει ο ήλιος,

 θαρρώ πως ειρωνεύομαι ή ονειρέυομαι.

Πλημμυρίζουν,  τα δέλτα των ποταμών, γίνομαι σκόνη κι ακολουθώ,

Σε μια αρχαία γη , τα μάτια μου πάνω σου κι εγώ αναπνέω

Παραπαίω,

 ό,τι έγινα ξεγίνομαι ,παραδίνομαι.

Οι μοίρες με μοίραναν κι εγώ δε πήγα ποτέ στη γιορτή.

Σαν μι αρχαία πομπή

Ακολούθησα το σώμα σου,

τώρα είμαι άλλο ένα χρώμα σου,

Το ταξίδι προσπερνά, ένα βήμα μπροστά,

Βρίσκεται πάντοτε η λύση

Μα το νυχτερινό κουκούτσι καθώς περιμένει να απολύσει,

Σηκώνεται στον αέρα, αποχωρίζεται κι αναρωτιέται, αν δεν βρίσκει τον δρόμο γιατί το φεγγάρι έχρησε εσένα στη θέση σου

Κρατώ μια όαση και μια κόλαση στην παλάμη κι αποφασίζω την σκέψη σου,

Την εικόνα σου, σαν το άστρο της Ιερουσαλήμ , θα σε ακολουθήσω ελπίζοντας για μια απάντηση καθώς χαιρετίζω τις άλλες.

 Δίδαξε με καθώς βρέχομαι από τη ζωή, μάθε μου να τιθασεύω τις στάλες

Κι αν, αν κορίτσι μου δεν ξέρεις πως

Μάθε μου να μυρίζω την βροχή κι εγώ θα ιχνηλατήσω τους χάρτες του κόσμου

Στην άκρη του ώμου

Θα κρεμάσω τις σκέψεις μου, κάθε μέρα να διαλέγεις κι έναν.

Το μόνο που μπορώ να υποσχεθώ είναι το ξημέρωμα

Κορίτσι μου, ξάπλωσέ με, χάδεψέ με, κοίμισέ με, δώσε μου όνειρα αμέρωτα.

Κι εγώ θα σου φτιάξω όμορφες μέρες. Θα σου πλέξω ξημερώματα και θα γεννήσω ήλιους να δύουν στο ποτάμι, ήλιους να σβήνουν με μια κίνηση των βλεφάρων σου.

Άφησε μονάχα τους φάρους σου, γαλάζιους και διάφανους στο νερό

Κι άσε με στεριά να σε λέω..

 

-Βάλε τους δυο ποτήρια.

-Κόκκινο αφεντικό; Έκανε η γυναίκα αδιάφορα σκουπίζοντας ένα ποτήρι.

-Κόκκινο φίλη, έκανε ο κύριος Φωτεινός κι αφήνοντας τα χρήματα στη μπάρα άναψε την πίπα του και πήρε μια πιο όρθια στάση, έτοιμος να προχωρήσει. Η γυναίκα τον τράβηξε από το μπράτσο.

- Είσαι σίγουρος; Μου άφησες πολλά.

-Πες πως σου τα δίνω προίκα. Χαμογέλασε εκείνος. Φαίνεται να’ χεις καλό αυτί..

-Προίκα; Μη νόμισες πως θα σε πάρω; Αν και… όμορφος είσαι. Όμως μου πέφτεις κομματάκι μικρός…

-Θα εκπλαγείς τότε, αν σου πω, πως δεν είμαι.

- Πόσο είσαι δηλαδή;

-Να βγάλω τα καλοκαίρια;

-Βγάλε και τους χειμώνες και τα φθινόπωρα τότε.

-Κι η άνοιξη;

-Αυτή είναι πάντοτε μια, να μου πεις γι’ αυτή.

-Μμμ… ναι γι’ αυτή… αν και… τι άλλο μπορώ να πω για εκείνη, άκου… όλα ειπώθηκαν. Έκανε χαμογελώντας ελαφρά. Το πρόσωπό του έδειχνε ευχαριστημένο.

-Ερωτευμένοι ε;

- Ναι κατά πως φαίνεται και..

-αρκετά ηλίθιοι να κάνουν εύκολη τη ζωή τους;

-Είδες , δεν έχεις μόνο καλό αυτί αλλά και καλό μάτι.

Η γυναίκα γέλασε.

-Κι εσένα ποια είναι η ιστορία σου; Έκανε τεντώνοντας το κορμί της προς το μέρος του.

-Εγώ; Εγώ δεν είμαι κανένας, τίποτα ενδιαφέρον σε έναν δασκαλάκο. Υπάρχω κι εγώ , αυτό είναι όλο.

-Μάλιστα, κάποιος λοιπόν που έχει πολύ ενδιαφέρον και ξέρει πολλά για να πει.

-Πόσες ζωές σου φτάνουν;

-Πόσες έχεις φίλε μου;

-Θα εκπλαγείς αν σου πω.

-Είμαι σίγουρη. Κι αυτοί πως κόλλησαν μαζί σου;

- Εγώ κόλλησα. Μεγάλη η ζωή για να υπάρξεις χωρίς καλούς φίλους κι έχω την εντύπωση πως μαζί τους …μα για στάσου, εγώ ρωτώ ή εσύ;

- Έχει σημασία;

-Όχι, γι’ αυτό αποκτά πολύ. Είσαι έξυπνος άνθρωπος, κράτησε την προίκα μου, θα κρατήσω την δική σου. Ίσως να έχεις δίκιο και να’ ναι καλύτερα να αφήσουμε τις πιθανότητες να κυλίσουν και να διεκδικήσουν την θέση τους…. Ξέρουμε είδη πολλά για να παρέμβουμε με οποιονδήποτε τρόπο. Η άνοιξη θα κάνει τα κουμάντα της.

-Μιλάς παράξενα…μα συμπαθητικά. Θέλω να μάθω, πες μου κι άλλα…

- Αν ζητάς να μάθεις δε μπορώ να σου αρνηθώ.

-Αν θέλεις να μείνεις…κοιμάμαι μόνη, πίσω από το παραβάν στα παρασκήνια, η  κουβέρτα μου έχει κεντημένα αστέρια.

-Σου αρέσουν τα αστέρια;

-Ναι, νομίζω φαίνεται.. έκανε παρουσιάζοντας τον χώρο με μια κίνηση των χεριών της.

-Ναι… φαίνεται… φαντάζομαι πως έχεις συνηθίσει τις κλωστές τους, ίσως… ίσως πάμε να δούμε εκείνα που οι κλωστές τους δεν φαίνονται.  Θα μου περιγράψεις την ύφανση;

-Αν στην περιγράψω, εσύ τι θα βλέπεις;

-Ό,τι μπορούν να μου δώσουν τα μάτια σου.

-Τότε δάσκαλε να πάμε, να σε δασκαλέψω. Γέλασε η γυναίκα. Ο κύριος Φωτεινός χαμογέλασε κι εκείνος και προσφέροντας το μπράτσο του έκανε μια κίνηση αυθορμητισμού, τραγουδώντας με τον τρόπο του τα δικά του μυστήρια δίχως να παραθέσει νότα. Η γυναίκα έγνεψε στον νεαρό και ύστερα βγήκε από το μπαρ αφήνοντας την ποδιά της να πέσει κάτω. Το κατάμεστο μαγαζί έμοιαζε με ένα όνειρο, με έναν ιμπρεσιονιστικό πίνακα που επιτέλους κατάφερνε να αποδώσει την κίνηση του κόσμου με μια στατική εικόνα. Μια εικόνα που σμιλεύονταν κι ακινητοποιούταν σα φωτογραφία καθώς περιδιαβαίναν ανάμεσα στην ανάμνηση, αλά μπρατσέτα. Ο κύριος Φωτεινός έκλεισε το μάτι στον Χριστόφορο ενώ αποχωρούσε κι εκείνος χαμογέλασε μετουσιωμένος στο ανατολίτικο όνειρο. Η Σωτηρία έγνεψε κουνώντας το κεφάλι κι ύστερα γύρισε και κοίταξε ο ένας τον άλλο επαναφορτίζοντας την καλλιτεχνική απόδραση και την επίγεια λιτανεία. Ο αέρας ζεστός και δροσερός ταυτόχρονα , παρέσερνε τα λόγια σαν πουλιά και γέμιζε τον χώρο μια ευωδία νοσταλγικής ταυτοποίησης και αποσυγκρότησης. Όλα ήταν ρευστά και μέσα σε αυτή τη ρευστότητα, το μόνο που διέκρινε καθαρά ήταν τα μάτια της κι εκείνη τα δικά του.

Η ζωή συνεχίζονταν, οι άνθρωποι χάραζαν τα μονοπάτια τους, ή έξυναν τον κώλο τους στον ύπνο, σιχτίριζαν τα άστρα ή  τα διέσχιζαν.. Κανείς δεν πρόσεξε τον έρωτα που απολάμβανε το ποτό του στα πίσω τραπέζια. Με κόκκινα μαλλιά και σκούρα μάτια, τυλιγμένος σε παρθένα χρώματα , φορούσε στο κεφάλι ανατολές που μόνο οι ερωτευμένοι μπορούσαν να διακρίνουν καθώς ξάπλωναν στην σκηνή κι εκτοξεύονταν, παγώνοντας για άλλη μια φορά τον χρόνο.

Τα δάχτυλα του Χριστόφορου έτρεχαν στα πλήκτρα διατηρώντας πάντα τον κορμό του ήρεμο και το πρόσωπό του ελαφρώς ροζέ είτε από το κρασί είτε από τη ζέστη της αρχαίας ηπείρου, είτε από την συγκίνηση της ενοποίησής του με τον κόσμο, σε ένα απλό μαγαζί, ανάμεσα σε τοίχους και φθηνές διακοσμήσεις, ένιωθε ξανά ελεύθερος, ελεύθερος και δυνατός καθώς η  Σωτηρία τύλιγε απαλά τα χέρια της γύρω του και χάιδευε με την ανάσα της τον λαιμό του. Ό,τι είχε να πει είχε ειπωθεί.  Δεν ήταν καν σίγουρο αν βγήκε ποτέ από την κρυψώνα της γλώσσας του ή αν τραγούδησε μέσα του, εκείνο το μυστήριο δυναμώνοντας, όχι πια για λύση μια για κάτι άλλο, κάτι γλυκό. Η μέλισσα ύφανε στα χείλια του το μέλι της και το τρύγησε μέσα από τα δυνατότερα θεμέλια της ύπαρξής του καθώς το εναπόθετε στον βωμό του παρεξηγημένου θεού. Η αλλεπάλληλη καθημερινότητα και η ηρεμία της, εκείνη η ασυγκίνητη κι αδιαπέραστη μοναξιά, μακρινές και καθησυχασμένες χαιρετούσαν εμπειρικά, από απόσταση, σαν ξεχασμένοι σταθμοί που κάποτε συγκέντρωναν τα βήματά του και σαν μανάδες πια, έγνεφαν τον απογαλακτισμό, περήφανες καθώς έβλεπαν το τέκνο να μεγαλώνει. Είχε χρόνια να τραγουδήσει.. την τελευταία φορά που το έκανε βρίσκονταν και πάλι στην παλιά ήπειρο των πρώτων ανθρώπων. Κι η Σωτηρία με την αστείρευτη ζωντάνια της και την δίψα της για περιπέτεια, με την σχεδόν δασκαλική της διάσταση και την  εύστοχη παρατηρητικότητα της, σε έναν καιρό που οι ρυθμοί εντείνονταν, του παρείχε εκείνο το εσωτερικό κι εξωτερικό καταφύγιο που τόσο είχε ανάγκη. Την υπόσχεση του αύριο και την υπόσταση του χτες με ένα κλείσιμο του ματιού, με ένα νεύμα, που έκανε το ακυβέρνητο καράβι χάρτινο παιχνίδι, και το χάος κήπο ατέλειωτο. Έμοιαζε σαν σταθερά, σαν μίτος της Αριάδνης, σαν θαύμα κι επιστημονικό διάγγελμα, σαν σφραγίδα για την ομορφιά του κόσμου, του επίγειου, του ακατανόητου, του πολύπλοκου χώρου και χρόνου. Το πρώτο φεγγάρι της άνοιξης ανέτειλε μέσα του ισορροπώντας τον ατέρμονο χειμώνα και το αποπνικτικό καλοκαίρι ορίζοντας τον καιρό σε αίθριο και τα μποφόρ σε δροσερό αεράκι.

Τα ποτά έρχονταν κι άφηναν άδεια τα ποτήρια σε κλάσματα των δευτερολέπτων, τα χέρια αντάμωναν κι οι αναμνήσεις έμοιαζε να παίζουν σε διαφορετικά πάνελ ειδήσεις περασμένων καιρών από το αρχείο. Παραγγέλματα νευρικών απολήξεων και συναισθηματικού πλούτου έρεαν γεμίζοντας τα ταμία άυλο χρυσό, αφήνοντας λίγο πιο πλούσια τη σκηνή και τους θαμώνες για απόψε. Οι ανώνυμοι διασκεδαστές, δίχως μάσκες, δίχως ονόματα, με θολά , ιμπρεσιονιστικά πρόσωπα σε pixels, καμωμένα από διαθλάσεις κι ανακλάσεις φωτός, χειροκρότησαν τους θεατές κι εκείνοι υποκλίθηκαν ευχαριστημένοι, επευφημώντας την διαδραστική παράσταση καθώς ο νεαρός αντάμωνε μια παρέα από φούξια περιστέρια και οι ταξιθέτριες σκούπιζαν την αυλή, την ώρα που ο Χριστόφορος και η Σωτηρία κρατώντας τα χέρια τους εξαφανίζονταν αργά μέσα στους διαδρόμους της πόλης. Στο μπαρ, ένα χαρτί στερεωμένο δίπλα στη ζάχαρη έγραφε τη διεύθυνση ενός ξενοδοχείου.  Ο έρωτας άφησε τελευταίος το διασκεδαστήριο κι αφού έκλεισε τα φώτα, αποσύρθηκε πεταρίζοντας το μάτι στη σερβιτόρα. Η ψυχή πέταξε τα ρούχα της κι έλαμψε διάφανη κι ακόμη ανθρώπινη μέσα στο σκοτάδι. Ύστερα πήρε στα χέρια της την διεύθυνση του ξενοδοχείου και χαμογέλασε στον Έρωτα. Απόψε θα γιόρταζαν την επέτειό τους μεταξύ των θνητών, επινοώντας βαλίτσες και ονόματα , ένα παιχνίδι μεταξύ αθανάτων.  

Thursday, February 10, 2022

     

Οι καλύτεροί μου φίλοι

 

Της Χριστίνας Κοντούλη

 

Οι καλύτεροί μου φίλοι είναι σαν τα σύννεφα. Ταξιδεύουν τον κόσμο όλο, δίχως να το σκεφτούν, γίνονται, μάζες, γίνονται συλλαλητήρια και επαναστάσεις, οι καλύτεροί μου φίλοι είναι διαδηλώσεις ουτοπίας μέσα στην καταχνιά της πραγματικότητας. Μοιάζουν με τον αστερίσκο του Uderzo , καθημερινά πλάσματα, μπορείς να τα δεις παντού. Έξυπνα, παράξενα, καβγατζίδικα , πολυμήχανα στις πόλεις, αδέξια στην φύση  και ταιριαστά στα ταβερνεία. Οι φίλοι μου κάθονται σε όλα τα τραπέζια και μοιράζονται τα ποτήρια τους. Οι φίλοι μου, ταξιδεύουν με παράφορα όνειρα στην φτέρνα κι αγαπιούνται παράνομα, οι φίλοι μου κατοικούν σε περίεργα και πολυσύχναστα σπίτια, φέρουν στα χείλη το ποτήρι όπως θα φέρναν την μεταλαβιά οι πιστοί κι έχουν για εκκλησία τους το γέλιο, την προτροπή , την κρίση και την μετάνοια, τους στίχους κάποιου χαμένου ποιητή που δεν πρόλαβε να τους γνωρίσει.  Ταξιδεύουν αντάμα με τον μικρό Μαλτέζο του Pratt  και ξαπλώνουν αθόρυβοι απέναντι από την έναστρη νύχτα. Με χοδοροφσκικούς συναισθηματισμούς και αλληγορίες ανταμώνουν μαυρομάτες πάνω από την σαλάτα τους και λείπουν. Οι φίλοι μου ταξιδεύουν ανάμεσα στους γαλαξίες τα βράδια κι άθελά τους κάνουν τα πόδια μου να τρέχουν στον ύπνο μου, πίνουν ένα κρασί στην απουσία μου και δακρύζουν στη θύμησή μου, οι φίλοι μου ταξιδεύουν στο χρόνο και διεκδικούν τον χώρο τους, με ονόματα, με σιωπηλές σοφιστείες και παράφωνα τραγούδια. Κάνουν λάθος στις κλίμακες και ανοίγουν το στόμα δίχως τον φόβο της επίκρισης , παρά δίνουν μια επίχριση ρυθμικού χτύπου στις νότες. Οι φίλοι μου είναι παλμοί, κάθε τους όνομα κι ένας χτύπος, κάθε χτύπος μια σκέψη, μια θύμηση, κάθε τους χτύπος και μια μέρα ζωής για μένα, κάθε τους χτύπος και μια μικρή επανάσταση, κάθε τους χτύπος και μια συλλαβή. Οι φίλοι μου είναι λέξεις που στάθηκαν άψογα η μια δίπλα στην άλλη, είναι οι κόκκοι της άμμου, είναι οι σταγόνες της θάλασσας, οι φίλοι μου είναι ένα αρχαίο μυστικό, ένα μωσαϊκό κρυμμένο, οι καλύτεροί μου φίλοι είναι ελεύθεροι. Τους γνωρίσατε στο στίχο, στον τοίχο, στο πρόσωπο, στην φωνή, στην ιστορία, σε μια υδατογραφία, στο πρωινό τσιγάρο, όλοι γνωρίζουν τους φίλους μου κι όλοι αράξαν μαζί τους έστω μια φορά, οι φίλοι μου είναι ποίηση, αγνή κι ατόφια, ανάσα αυτό είναι οι φίλοι μου κι οι φίλοι μου είναι δικοί σας και δικοί μου και κανενός, κάθε φορά που ανοίγετε τα χείλη. Οι φίλοι μου είναι αέρας και ταξιδεύουνε, οι φίλοι μου διαχέονται σαν τον ηλεκτρισμό κι αν με ρωτήσετε θα πω, πως οι φίλοι, οι καλύτεροι φίλοι είναι λίγοι, τόσοι όσοι οι χτύποι της θνητής μας καρδιάς, μες στην αιωνιότητα.


Tuesday, January 4, 2022

 Για τους όσους αναγνώστες μου, εδώ σας παραθέτω άλλο ένα κομμάτι της ιστορίας. Ένας προσκυνητής που μέσα στο χαώδη κόσμο της ανθρώπινης ανάγκης για οργανοτικότητα και πρόβλεψη, ψάχνει να βρει την δική του Εδέμ, ένα νησί στοχασμών φτιαγμένο από τις απορίες του αύριο και τις αναρτήσεις του παρελθόντος, επιθυμώντας το σήμερα καθώς χάνεται με ταχύτητα φωτός μέσα στο ανθρώπινο  χρονικό περιθώριο.

 Απόσπασμα:






Κεφάλαιο τέταρτο ( πράξη δεύτερη)

 

Η αυλή των θαυμάτων, η αυλή των χρωμάτων, ένας κήπος ογδόντα τετραγωνικών που συνέχιζε την ζωή αργά, σταθερά και ταυτόχρονα γρήγορα κι άρρυθμα. Έξω από το παράθυρο, το πρώτο πρωινό φως αντάμωνε παλιές πήλινες γλάστρες στα παράθυρα, καμωμένες από την τέχνη της μαρμαρόκολλας των βιβλίων, πολύχρωμες και παράξενες, σαν φωτογραφίες του μικροσκοπίου, φαίνονταν να στέκονται εκεί, αέναες, δίχως έγνοιες, απλά διακοσμητικά στις άκρες του πίνακα. Τα χαμηλά περβάζια λερωμένα από χρώματα που έμειναν εκεί περισσότερο από τον αδέξιο ζωγράφο και δέντρα που στέκονταν με λυγισμένα κορμιά ακουμπώντας τους καρπούς τους στο πάτωμα. Ανάμεσα από διάφορα μικρά ρήγματα στις πλάκες, αγριόχορτα, ραδίκια και τρέβυλα, ακούσια σπαρμένη μέντα και δυόσμος μεγάλωναν με τα φύλλα στην μέση και τα κοτσάνια τους ορθά καταστρώνοντας στρατηγικές ενάντια στον χειμώνα.  Δεν νικούσαν ποτέ, μα η ήττα δεν ήταν γραμμένη στον γενετικό τους κώδικα, συνέχιζαν πεισματικά να πολεμούν κι έτσι άθελά τους κέρδιζαν κάθε φορά μια μικρή παράγραφο στα απόκρυφα της ιστορίας. Μόνο και μόνο γιατί υπήρξαν εκεί, σε πείσμα του καιρού γεμάτα άκαμπτη θέληση, άξιζε η μνημόνευσή τους. Το ομορφότερο όμως, το σπουδαιότερο ήταν μια μικρή λεπτοκαμωμένη συκιά που σήκωνε τα μάρμαρα του πρώτου σκαλιού φυτρώνοντας επαναστατικά εκεί που δεν την σπείραν, φτιάχνοντας με το τρυφερό κορμί της το μανιφέστο της. Αν αυτό το λεπτεπίλεπτο κλαρί με τις άγριες και δυνατές ρίζες δεν άξιζε να μετακινήσεις το σπίτι, τότε, συλλογίστηκε, τι άξιζε;

Έξω από το τζάμι δυο παλιά τετράγωνα οικήματα, διαφορετικά από τούτο-σχέδιο Παρασκευοπούλου θα υπέθετε – στέκονταν δίχρωμα, το ένα γαλάζιο και το άλλο κίτρινο , τραβώντας την θάλασσα πιο κοντά στο κέντρο. Πάνω από το κίτρινο σπίτι στα αριστερά, μια κληματαριά άπλωνε τα φύλλα της ενώνοντας σαν τηλέφωνο με σπάγκο και χάρτινο κύπελο το γαλάζιο σπίτι. Εκείνα τα δυο σίγουρα φτιάχτηκαν αρκετά αργότερα από τούτο, το μεγάλο. Τα παραθυρόφυλλά τους εναλλάξ αντάλλασσαν χρώματα κι έτσι η άμμος έμπαινε στο νερό και το νερό στην άμμο. Σαν να προμήνυαν τα μάτια των δυο γατιών, ένωναν την έρημο με την όαση σε ένα μέρος που ο χρόνος έμοιαζε να έχει ξεχάσει να ελέγξει πριν χτυπήσει την κάρτα του κι έτσι τούτος ο μικρός παράδεισος αψηφούσε τους νόμους της φυσικής αλλά και του συστήματος υπάρχοντας αδιάφορα κι αδιάκριτα  κάτω από τα βλέφαρα της ταχύτητας που διέκρινε τον κόσμο.

Ελάχιστες φορές είχε δώσει σημασία στο σκηνικό… Ο φίλος μας χαμήλωσε το κεφάλι κι έφερε στα χείλια του ένα μακρουλό τσιγάρο. Πόσο λάθος ήταν….χωρίς το σκηνικό δεν υπήρχε τίποτα, το περιβάλλον όχι μόνο παρουσίαζε σιωπηλά και μυστικά την έκβαση μιας υπόθεσης αλλά και τους λόγους της έκβασής της. Το περιβάλλον σαν ψηφιδωτό έπλαθε τους χαρακτήρες και τους τοποθετούσε ανάλογα με την χρησιμότητά τους, τους περίβαλλε και τους αποδέσμευε, τους έδιωχνε και τους επιζητούσε. Καμία τέχνη δεν θα άντεχε δίχως σκηνογραφικό υπόβαθρο. Ξάφνου θυμήθηκε μια σχολική παράσταση όπου τον είχαν τοποθετήσει στην  θέση του σκηνογράφου –υπέθετε, λόγω της αυξημένης φαντασίας του- κι εκείνος φώναξε, τσίριζε και χτυπιόταν  για να γίνει ένας από τους ηθοποιούς.

-Να! Στα μούτρα μου! Συλλογίστηκε χαμογελώντας καθώς αναλογίζονταν την σπουδαιότητα εκείνης της πρότασης που τόσο απόλυτα είχε απορριφθεί. Στο τέλος  μάλιστα κατάφερε να κλάψει κιόλας κι έτσι οι δάσκαλοι του πρόσφεραν ένα μικρό ρολάκι στην παράσταση. Ήταν μονάχα ένα λεπτό, μια πενιχρή παρέμβαση δίχως καν λόγια μα τα μάτια του άστραφταν από συγκίνηση.  Ωστόσο ποτέ ως τώρα δεν είχε καταλάβει τι ήταν αυτό που απέρριψε. Εκείνος νόμιζε σαν παιδί πως έσωζε το τομάρι του από το χαμαλίκι όμως η αλήθεια , μεγαλώνοντας, απλώθηκε πολύ πιο ενδιαφέρουσα και πλατιά μπροστά του. Η θέση που του είχε δοθεί απαιτούσε ιδιαίτερη σκέψη και καλό συγχρονισμό, ευστροφία και ηγετικές ικανότητες, ο σκηνογράφος άλλωστε κυριολεκτικά όχι απλά έλεγχε τον κόσμο, τον δημιουργούσε κιόλας. Ο Χριστόφορος όμως από παιδί ακόμη, δεν αγαπούσε ιδιαίτερα την εξουσία κι έτσι προτίμησε την ανωνυμία του ελεγχόμενου. Προτίμησε να παρουσιάσει το πρόσωπό του έστω κι αν αυτό δεν του έδινε καμία στρατηγική θέση, έστω κι αν τον έφερνε ως κομπάρσο μπροστά στο κοπάδι, σαν το νέο κι ασήμαντο αρνί. Η τέχνη της σκηνογραφίας διέθετε για εκείνον μια αίσθηση απομάκρυνσης από τον κόσμο και σίγουρα μια έλλειψη αναγνωσιμότητας όπως πίστευε. Κι ήθελε τόσο να ξεχωρίσει, η αποδοχή μέσω του θαυμασμού, η σφραγίδα της καλής παρτίδας ήταν τόσο δελεαστική για τον παιδικό νου…  Ωστόσο η παιδική του γνώμη απείχε πολύ από την νεοσύστατη σκέψη του καθώς ξάφνου έμοιαζε το κομμάτι του σκηνογράφου σαν το πιο πολύπλοκο απ’ όλα, ίσως και το πιο σεβαστό.

Για να δημιουργήσεις ένα σκηνικό απαιτούνταν βαθιά γνώση των πραγμάτων και μια αντίληψη της κατάστασης από όλες τις κατευθύνσεις, η σκηνογραφία απαιτούσε την σοφία της παρατήρησης, την ακεραιότητα της κατανόησης και την πρόβλεψη του λάθους καθώς και την ένταξή του ως μέρος της υπάρχουσας εικόνας. Όλες οι τέχνες ήταν μέρος της κι ήταν μέρος όλων των τεχνών. Η αισθαντικότητα κι η αυθεντικότητα μιας μουσικής, ενός στίχου πήγαζε από την σκηνογραφική δεινότητα της φαντασίας του καλλιτέχνη. Η δύναμη μιας εικόνας, ενός ήχου,  ενός ποιήματος, διηγήματος ή στατικού γλυπτού πήγαζε από την ικανότητα του καλλιτέχνη να συνθέτει πραγματικότητες. Όλη μας η ζωή δεν ήταν παρά πρόζα μέσα σ’ ένα σκηνικό, η ύπαρξή μας αποσπούνταν κι αφομοιώνονταν σε ένα κομμάτι ξεχωριστής δημιουργίας. Ζεύξη και διαίρεση για την επιτυχία των μικροσκοπικών καθημερινών μας παραστάσεων. Πότε είμασταν πρωταγωνιστές, πότε δεύτεροι ρόλοι και πότε κομπάρσοι, καλοί ή κακοί ανάλογα με τον αφηγητή όμως είμασταν γιατί βρισκόμασταν κάπου. Κι αυτό το κάπου συνέβαλε στην ποιότητα, το στιλ και την έκβαση της ύπαρξής μας.

Ίσως η τέχνη της σκηνογραφίας να απαιτούσε τόση σοφία που να ήταν αδύνατο για εκείνον να διαχειριστεί  με ακεραιότητα και σύνεση την υπόθεση της επιτυχίας της παράστασης, ίσως πάλι να φοβόταν τις ευθύνες λόγω της έλλειψης πραγματικής εμπιστοσύνης στον εαυτό του. Ίσως και να είχε τόσο μεγάλη αίσθηση της εξουσιαστικής έκβασης που δεν επιθυμούσε να θέσει ούτε τον εαυτό του ούτε κανέναν άλλο κάτω από την προσωπική του πιθανότητα. Ίσως και να μην είχε καταλάβει ως τώρα τη σημασία αυτής της θέσης. Το παράξενο όμως, ήταν πως μεγαλώνοντας επέλεξε να αναλάβει ένα λειτούργημα με όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της ανεπιθύμητης ευθύνης. Υπήρχαν τελικά κακές συνθήκες ή κακοί άνθρωποι; Κι αν το ένα έπαιρνε τη μορφή του 1 και το άλλο του -1 συμάνοντας την εξουδετέρωση των δυο περιπτώσεων τότε έπαιζε στα αλήθεια τόσο μεγάλο ρόλο το σκηνικό; Ήταν το σκηνικό το + ή το – στην εξίσωση του γεγονότος;  Εμείς καθορίζαμε το σκηνικό ή εμάς εκείνο, ποιος ήρθε πρώτος, η κότα ή το αυγό;

Ο Χριστόφορος αναστέναξε ελαφρώς καθώς το τσιγάρο του είχε καεί ως τον πάτο. Άφησε τα απομεινάρια του στο τασάκι και δάγκωσε τα χείλη του στο περπάτημα προς την πολυθρόνα. Του άρεσε να περπατά όταν σκέφτονταν μα κι από την πολυθρόνα μπορούσε να τα καταφέρει. Ο κύριος Φωτεινός είχε φύγει με την υπόσχεση του πρωινού φαγητού κι η Σωτηρία κοιμόταν χυμένη σαν κρόκος σε μια κόκκινη φλοκάτη στο πάτωμα. Ο Μίο κι ο Νεφερτέμ συμμερίζονταν τους συλλογισμούς του παίρνοντας σαν δυο εξωτικά αμπαζούρ τις θέσεις τους δεξιά κι αριστερά του παραθύρου επιλέγοντας τη συμφωνία ή τη διαφωνία ανάλογα με το λίκνισμα της ουράς. Αν το χτεσινό βράδυ δεν ήταν το πιο παράξενο βράδυ στην ζωή του, δεν ήξερε ποιο θα μπορούσε να είναι.

Κι ακόμη δεν είχε νιώσει το παραμικρό σημάδι συγκίνησης για τον Δομένικο. Πέρα από εκείνο το όνειρο στο νοσοκομείο, ακόμη δεν ήταν έτοιμος να νιώσει τίποτα προτού να σκεφτεί. Η συνειδητοποίηση άλλωστε έρχονταν πάντα με τον καιρό, μπορεί αυτός να ήταν ο λόγος που ο θάνατος ονομάζονταν απώλεια. Ναι απώλεια, ένα κομμάτι που φεύγει, κυλάει ανάμεσα στα δάχτυλά σου κι εσύ το κοιτάς, και δίχως να ξέρεις τι άλλο να κάνεις, συνεχίζει να το βλέπεις να χάνεται ως που τα μάτια σου επιμένουν να παύουν να το περιμένουν. Το πιο δύσκολο πράγμα στην ζωή του ήταν να αποδεχτεί την φυσικότητα της αλλαγής που δεν θεωρούσε απαραίτητη….

Κάποια στιγμή έπρεπε να πάει να δει και το σπίτι του, δεν ήξερε το μέγεθος της ζημιάς… Και τούτη η “ζημιά”  σίγουρα δεν θα περιορίζονταν στα ντουβάρια. Ήταν τόσα πολλά όσα είχε να σκεφτεί, δεν προλάβαινε να αναπολήσει, η θλίψη περπατούσε αργά κι η σκέψη του έπρεπε να προλάβει τα γεγονότα. Το μόνο που μπορούσε να θυμηθεί τώρα ήταν η πρώτη του καραμέλα βουτύρου, τυλιγμένη στο χρυσαφένιο χαρτί, καθώς έπεφτε μέσα στην παιδική του χούφτα. Ο Δομενένικος χαμογελούσε. Ένωσε τα δάχτυλά του στο σήμα της ευλογίας κι η μάνα παρόλο που ήταν κάπως αγνωστικιστικά “πιστή”, φίλησε το χέρι του τότε νέου παππά. Το πρόσωπό του ήταν ακόμη φρέσκο, δροσερό μα κουρασμένο όμως η καραμέλα έμενε ακούραστη και πάντα ολοκαίνουργια πίσω από τα δάχτυλά του.  Εκείνη την στιγμή δίχως να το ξέρει επέλεξε μια εικόνα ταυτοποίησης για τον Δομένικο, μια εικόνα που χρόνια τώρα, απλή, ανούσια και υπέροχη είχε πλάσει ένα μέρος του σκηνικού του, ανάγοντας τον ήλιο της Αρράντης στην ομοιότητα μ’ εκείνη της πρώτης του μαλακής καραμέλας.

Ξάφνου ένα απαλό άγγιγμα στην πλάτη του, τον έκανε να γυρίσει.

-Μμμμ ξύπνησες;  Έκανε η γυναίκα τεντώνοντας το κορμί της.

-Δεν κοιμήθηκα…

-Ναι… αν δεν ήταν τα ουίσκια, δεν νομίζω να κοιμόμουν κι εγώ… Τι σκέφτεσαι;

-Σκεφτόμουν την σκηνογραφία… σίγουρα είχα… ας πούμε, παραμελήσει την σημασία της.

-Χμ έκανε η Σωτηρία γελώντας.

-Τι; Γέλασε κι εκείνος.

-Σου είπα πως είμαι… καλλιτέχνης, αλλά δεν σου είπα τι ακριβώς κάνω.

-Τι κάνεις;

- Είμαι σκηνογράφος Χριστόφορε.

-Σκηνογράφος;

-ΜΜΜ ναι…. Σκηνογράφος και ενδυματολόγος.

Ο Χριστόφορος χαμογέλασε.

Τι σκεφτόσουν για μας λοιπόν;

-Πως εσείς είστε ο κόσμος. Έκανε ξεφυσώντας μια τολύπη καπνού.

-Όχι Χριστόφορε, δεν είμαστε ο κόσμος, είμαστε αυτό που ο άνθρωπος  σκέφτεται, είμαστε πολύ παρακάτω και πολύ παραπάνω ανάλογα πιο μυαλό και ποια σκέψη του έχεις επιλέξει να ντύσεις και να πλαισιώσεις. Δίνουμε στην ανθρωπότητα τις σκέψεις που εκείνη δημιούργησε και τις συνθήκες που χρειάζεται για να συνεχίσει. Δίνουμε στον κόσμο –σςςς μην το πεις – τις πιθανότητες που νομίζει πως έχει. Έκανε αφήνοντας το κεφάλι της να γύρει πάνω στο μπράτσο του. Οι ώμοι του ήταν ψηλά, Ο Χριστόφορος χαμήλωσε λίγο και το πρόσωπό της χώρεσε μέσα στις κλειδώσεις του. Το σκηνικό φάνταζε ομορφότερο από πριν, όμως μαζί με όλα εκείνα τα στοιχεία της ομορφιάς άλλα τόσα αποκαλύφθηκαν προς εξερεύνηση. Ίσως εντέλει ο έρωτας να ήταν ένα ζευγάρι γυαλιά που φορώντας το οι λεπτομέρειες να μεγάλωναν, να παρελαύναν  και να χόρευαν επιζητώντας τον ανταποκριτή τους ή απλά ένα καθημερινό παρατηρητή. Ίσως ο έρωτας να ήταν αυτές οι λεπτομέρειες που πριν δεν ήταν εμφανείς, τα στοιχεία που σε βοηθούσαν να λύσεις το μυστήριο.

 Αν δούλευες σε μια παράσταση, ποια δουλειά νομίζεις πως θα έκανες;

Ο Χριστόφορος χαμογέλασε κρατώντας το βλέμμα του σταθερό στην γκρεμισμένη γλάστρα που κυλιόνταν απαλά στην ευθεία.

-Θα ήθελα να είμαι φροντιστής σκηνής… Έτσι θα ήξερα τα μυστικά όλων και θα ήμουν εκείνος που θα διάλεγε πως να πέσει στα πρόσωπά τους το φως ανάλογα με τις προσωπικότητές τους.

-Θα ήσουν λοιπόν αυτός που θα με βοηθούσε να πούμε το μυστικό στον κόσμο ενώ εκείνος δεν θα καταλάβαινε τίποτα.

-Κι έτσι σκορπίζοντάς το στην σκηνή….θα το αφήναμε σε κοινή θέα.

-Ποιος καλύτερος τρόπος να κρύψεις κάτι, από…

-… το να το αφήσεις να φαίνεται!

Οι δυο άνθρωποι χαμογέλασαν νιώθοντας πως κατέκτησαν την μυστική γλώσσα που ξεγλιστρούσε από τα μάτια τους. Ωστόσο ο Χριστόφορος δεν είχε καταλάβει πως για άλλη μια φορά είχε επιλέξει την επιλογή του. Ούτε κι η Σωτηρία πως έγραφε με τα λόγια της την τύχη τους. Απλοί και όμοιοι ξάπλωναν στο χορτάρι του παραδείσου ξεχώνοντας τον καιρό, λογαριάζοντας χωρίς τον σκηνογράφο στην ιστορία που οι ίδιοι έπαιρναν τον ρόλο του πρωταγωνιστή. Ο Χριστόφορος κι η Σωτηρία είχαν μάθει να βλέπουν τους εαυτούς τους μέσα από ένα καθρέφτη που περνούσαν πολλά πρόσωπα και στο βάθος της  άγνοιάς τους να φανερώνουν κάθε φορά τον αντικατοπτρισμό άρτιο δίχως να αντιληφθούν μέσα σε πόσα πρόσωπα είχαν καθρεφτιστεί εκείνοι. Το μυστήριο ποτέ δεν περίμενε την λύση του, στο κέντρο του χρόνου κάπου, κάπως την είχε αποκτήσει από την αρχή, ακριβώς γιατί διέθετε κάθε πτυχή του, η εξίσωση είχε απαντηθεί στο λυσάρι κι εκείνο που δεν είχαν αντιληφθεί ήταν  πως το ίδιο το πρόβλημα προσπαθούσε να λύσει εκείνους. Η κίνηση ήταν πάντοτε ο άγνωστος παράγοντας.






https://bluerabbit26.blogspot.com/2022/01/blog-post.html


Tuesday, December 28, 2021

 Καλησπέρα φίλοι του μπλε λαγού, εδώ και ένα μήνα περίπου έχω ξεκινήσει την συγγραφή ενός μυθιστορήματος. Καιρό τώρα, κάποιοι φίλοι που διάβασαν τις ιστορίες μου, μου είχαν προτείνει να δημιουργήσω και μια ας πούμε, μεγάλου μήκους. Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στην αρχή της μέσης της ιστορίας μου η οποία βασίζεται σε μια ιδέα που είχα δεκατέσσερα χρόνια πριν. Σήμερα είμαι τριάντα χρονών και ομολογώ πως είχα προσπαθήσει αρκετές φορές να παρουσιάσω αυτήν μου τη σκέψη ωστόσο θα έλεγα πως δεν ήταν η κατάλληλη ώρα κι ήταν πολλά εκείνα που την εμπλούτισαν μέχρι σήμερα , ώστε να μπορέσω να σας παρουσιάσω ένα κεφάλαιο όπως πραγματικά υπήρχε στο μυαλό μου. Άλλωστε πολλές φορές γνωρίζουμε την εικόνα, ωστόσο τα λόγια δεν είναι πάντα κατάλληλα να την πλαισιώσουν, να την ζωγραφίσουν αν θέλετε, στο αυτί. Οι ιδέες μεγαλώνουν και ωριμάζουν μαζί μας, κάθε μια από αυτές, παρόλο που μπορεί μην παραθέτει την πραγματικότητα βασίζεται σε αυτήν με πολλούς τρόπους, με μια τυχαία κουβέντα, ένα βλέμμα, μια μυρωδιά, μια ανάμνηση, μια αγουροξυπνημένη μούσα που παραπαίει ανάμεσα στο υπαρκτό και στο ιδεατό, στο φανταστικό και στο γεγονός, χαρίζοντάς μας την ηρεμία της ανωνυμίας μέσα από τα χέρια ενός άλλου. Για απόψε θα παρακαλούσα να βάλετε ένα κρασί ή ένα τσάι στο ποτήρι σας, να ανάψετε ένα μόνο τσιγάρο και να διαλέξετε μια μουσική, ύστερα με δική μου ευθύνη σας προσκαλώ να χαθήτε για λίγο σε μια εικόνα και να βγάλετε τα συμπεράσματά σας καθώς σας παραθέτω τα δικά μου με απόλητη φαντασία, και σίγουρη ειλικρίνεια. Μην βιαστύτε,  Η βιασύνη είναι βαρετή. Φορέστε το προσωπείο της αναζήτησης κατά την παραμονή σας στην αίθουσα και .αναρωτηθήτε .

Το μόνο στοιχείο που θα σας δώσω είναι πως βρίσκεστε μπροστά σε ένα μυστήριο κι αν διαλέξετε να ακολουθήσετε τον πρωταγωνιστή τότε να ξέρεται, το μυστήριο είναι μεγαλύτερο από όσο νομίζεται  κι εσείς ξεκινάτε από την μέση. Εύχομαι σύντομα να μπορέσω να διαλευκάνω τις τυχόν απορίες σας κι αν δεν σας κέρδισα τώρα με τις δικές μου απορίες, μια μέρα οι δικές σας να κερδίσουν τις ιστορίες μου. Ευχαριστώ για τον χρόνο που είδη διαθέσατε ώστε να διαβάσετε την εισαγωγή μου κι ύστερα ευχαριστώ για τον χρόνο που διαθέσατε για να μου χαρίσετε τις απορίες σας. Θυμηθήτε όμως, το μυαλό μας είναι δικό μας και γι'αυτό το λόγο δεν μπορεί ούτε να οδηγήσει, ούτε να προσβάλει κανέναν παρά μόνο εμάς τους ίδιους. Όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται κι όποιος έχει το σπόρι, βρέχει απόψε.

Κοντούλη Χριστίνα






Πράξη Δεύτερη

 

 

Κεφάλαιο Πρώτο

 

Κοσμογονία!

 Εν αρχή είναι ο λόγος. Κι ο λόγος ήταν η αρχή της διάπλασης κοινωνιών και της ένταξης του ανθρώπινου δυναμικού σε ένα σύνολο με στόχο την επιβίωση και την προστασία. Οι αγέλες έδωσαν την θέση τους στις ομάδες κι οι ομάδες αποτέλεσαν μέσα στην πάροδο του χρόνου εστίες αναδιαρρύθμισης κι ομαλής ένταξης  στην γενική σκέψη, του νέου ανθρώπου, του επιθυμητού υποκειμένου για την ευημερία του συνόλου καθώς και την εικόνα του ανεπιθύμητου. Μέσα από την ζύμωση των δυο εννοιών γεννήθηκε το γκρι, καθώς τίποτα δεν αποτελούταν στα αλήθεια από άσπρο μαύρο, μα καθορίζονταν εξαιρετικά αιχμηρά από τις όποιες διαβαθμίσεις τους. Στα σβησίματα του φωτός και τις σκιάς, μπροστά και πίσω από την μούρη μας, γεννήθηκε το παρακράτος. Από την πρώτη κιόλας δόμηση της συντροφιάς, από την πρώτη κιόλας μάζωξη γύρω από την φωτεινή εστία υπήρξε και εκείνος που δεν μπόρεσε ποτέ να ζεσταθεί από αυτή, εκείνος που ποτέ δεν προχώρησε καθώς έχασε τα προνόμια της δύναμής του από την επικείμενη γνώση. Εκείνος, ο αδύναμος, λυπηρός άνθρωπος που σύνθεσε για πρώτη φορά στο κεφάλι του την λέξη εξουσία, επιθυμώντας την κατοχή της. Ο άναρχος κόσμος αναζήτησε για πρώτη φορά την αρχή. Με πρόσχημα την προστασία έναντι του ζωικού βασιλείου δημιουργήθηκε η κυριαρχία του αδυνάτου, του απροίκιστου, η κυριαρχία του παραγκωνισμένου.

Όταν ήταν μικρός συνήθιζε να κοιτάζει πάντα μπροστά. Ο κόσμος έμοιαζε σαν μια ατέλειωτη και πολλά υποσχόμενη ευθεία, ακόμη κι όταν έστριβε, παρέμενε μια ευθεία γι’ αυτόν, ένας ωκεανός επιλογών χαρακτηρισμένος από έναν μακρύ και καθαρό ορίζοντα, ένα καρτουνίστικο σύμπαν με τις ευκαιρίες να τραγουδούν λικνιζόμενες κάτω από τον ήλιο του παραμυθιού. Καθώς όμως μεγάλωνε άρχισε να αναπτύσσει μια… ιδιόμορφη θα έλεγε κανείς, συνήθεια. Άρχισε να κοιτάζει προς τα πάνω. Ξάφνου ο κόσμος ξεκίνησε να αποχτά περισσότερες κατευθύνσεις, δεν ήταν μόνο το μπροστά αλλά υπήρχε και το πάνω, το κάτω, το δεξιά, το αριστερά, το μπρος όσο και το πίσω. Ο χώρος δεν αποτελούνταν τελικά από μια ατέλειωτη πορεία όμοια με τα αμερικάνικα highways, όσο μεγάλωνε, έμοιαζε περισσότερο με λαβύρινθο, με ποντικοπαγίδα. Κι από την στιγμή που ο φίλος μας δεν βρίσκονταν ψηλότερα από αυτόν, τότε έπρεπε εκείνος να είναι το ποντίκι. Σκεφτόταν… στο νου του ήρθε μια μέρα, μια μέρα τόσο παράδοξη που έμοιαζε τέλεια καμουφλαρισμένη μέσα στην καθημερινότητα, ωστόσο εκείνος κατάφερε να την αναγνωρίσει. Περπατούσε στην οδό  Φοινίκης, είχαν μόλις πρωτοέρθει στην Αρράντη με την μητέρα του κι αναζητούσαν ένα σπίτι κατάλληλο να στεγάσει την οικογένειά τους τους μήνες των διακοπών. Έτσι συνήθιζαν να βολτάρουν ασταμάτητα στην πόλη παρατηρώντας τα σπίτια, τους δρόμους, την αρχιτεκτονική και να σχολιάζουν τα τυχόν λάθη των μηχανικών που μόνο οι καλλιτέχνες μπορούσαν να καταλάβουν. Η μητέρα του ζωγράφιζε τις ελεύθερες ώρες της κι έτσι είχε αναπτύξει μια δική της θεωρία για την πολεοδομική έκφραση του συνωστισμού των μεγάλων λιμανιών. Ήταν άνθρωπος της γης και της θάλασσας κι έτσι τα ύψη έδιναν στα νεύρα του ζωδιακού της κύκλου… Για εκείνη υπήρχε μονάχα άσχημο και όμορφο, το όμορφο ήταν πάντα λειτουργικό, το άσχημο, ήταν το ελλιπές, το κακώς μελετημένο. Θυμόταν λοιπόν τις βόλτες τους στην οδό Φοινίκης, εκείνος εξτασιασμένος, με το μικρό σιδερένιο του ποδηλατάκι θαύμαζε τον ορίζοντα καθώς η μητέρα του παραπονιόταν συνεχώς για την έλλειψη επιπέδων, Κάπου κάπου σταματούσε για να κάνει μια αναφορά στην κοσμογονία του Ηρόδοτου και μέσα από το μύθο του Προμηθέα και του Επιμηθέα να καταδικάσει τον κάθε στείρο από φαντασία αρχιτέκτονα, ανώνυμα πάντα και με μια αίσθηση αυθεντίας στα χείλη. Τότε δεν άκουγε, τα αυτιά του ήταν παραδομένα στα μικροσκοπικά μυστήρια των δρόμων, στις ρωγμές των πεζοδρομίων, στον καυτό ήλιο του μεσημεριού, στις ουρές των αδέσποτων γατιών και στο θρόισμα των φύλλων. Μεγαλώνοντας όμως οι λέξεις άρχισαν να παίρνουν πέτρα και σίδερο και να χτίζουν μπρος του την πολιτεία του θυμωμένου παιδιού που δεν είχε καταφέρει ακόμη να αποκοπεί από την επιθυμία του εντυπωσιασμού του γονέα. Ο άνθρωπος… δεν ήταν παρά ένα πεντάχρονο που τσίριζε για προσοχή, ένας έφηβος που αρνούνταν την προκαθορισμένη θέση του, που προσπαθούσε με μανία να αποδείξει πως ήταν καλύτερος από εκείνο που τον προόριζαν να γίνει. Ο άνθρωπος ήταν μέσα στους αιώνες μια φιγούρα ανωριμότητας που έκραζε την κακή του μοίρα γιατί δεν μεγάλωσε ποτέ, εκθειάζοντας παράλληλα την φύση του που ποτέ δεν έπρεπε να ωριμάσει. Αν μια φράση μπορούσε να μας χαρακτηρίσει ως ανθρωπότητα ήταν “θα σου δείξω εγώ”, μην ξέροντας ούτε πως να αποκτήσει, ούτε πως να γίνει, ούτε και τι να δήξει στο τέλος.

Χρόνια μετά πέρασε μια μέρα από την οδό Φοινίκων. Ο δρόμος είχε αλλάξει αρκετά, ίσως πάλι να μην είχε αλλάξει καθόλου και το μόνο που ήταν διαφορετικό να μην ήταν τίποτα άλλο παρά μόνο η σκέψη του. Ο δρόμος ήταν μεγάλος και ανοιχτός, θα μπορούσε να είναι κι ένας δρόμος διπλής κατεύθυνσης ωστόσο σε κάθε πλευρά του δέσποζαν, μεγάλες, πλατιές πολυκατοικίες. Κι αυτή τη φορά φάνταζαν τόσο ψηλές που ο ήλιος δεν έφτανε να αγγίξει την άσφαλτο. Κάτι μέσα του ανησυχούσε, ένιωθε σαν να περπατούσε σε ένα δάσος από πανύψηλα δέντρα κι εκείνος μικρός, μικροσκοπικός κι αδύναμος πρόσμενε ανά πάσα στιγμή κάποιο wild αμάξι να πεταχτεί και να τον κατασπαράξει με συνοπτικές διαδικασίες. Η πόλη είχε αντικαταστήσει την ζούγκλα. Καθώς προχωρούσε κοντά στην οδό Φιλανθρώπων , βρέθηκε στο τσίρκο για πρώτη φορά. Όχι, όχι, δεν ήταν ένα τσίρκο σαν εκείνο που θυμόταν παιδί, δεν υπήρχαν ακροβάτες και παρουσιαστές, ούτε απαλά βλέμματα ελεφάντων χωμένα μέσα στην σκληρή τους σάρκα, παρά μόνο ένα θέαμα χλευασμού. Ένας τεράστιος φοίνικας, δεμένος με σιδερένια σύρματα από τα μπαλκόνια μιας πολυκατοικίας, λεπτός στην αρχή και χοντρός όσο ψήλωνε, έγερνε λυπητερός, αταίριαστος δεσμώτης μέσα στο τροπικό τσιμέντο.  Τότε ήταν που σκέφτηκε για πρώτη φορά πως ο άνθρωπος δεν προσπαθούσε να κυριαρχήσει στην φύση, αλλά να την εκδικηθεί, να την εκδικηθεί που δεν του έδωσε κανένα εφόδιο να ενσωματωθεί παρά μόνο τρόπους να την μισήσει. Ο άνθρωπος, δεν σκέφτονταν πριν πράξει, ούτε μετά, σκέφτονταν πως να πράξει. Ο Προμηθέας και ο Επιμηθέας σαν κακοί γονείς του στέρησαν τα εφόδια, το ξέχασαν, τώρα εκείνος θα τους έκανε να ξεχάσουν την φύση κι όλα τα εφόδια που κακώς μοιράστηκαν κάποτε. Ο άνθρωπος δεν είχε φτερά να πετάξει κι ούτε χωρούσε στις τρύπες των δέντρων, έτσι έκοψε κι έριξε τα δέντρα για να φτιάξει πέτρινες φωλιές. Ο άνθρωπος δεν είχε γούνα για να ζεσταίνεται κι έτσι κυνήγησε και έγδαρε την γούνα των ζώων, ο άνθρωπος δεν είναι μεγάλα δόντια κι έτσι έφτιαξε μαχαίρια και μηχανές του κιμά. Ο άνθρωπος δεν είχε στον ήλιο μοίρα κι έτσι έκλεισε τον ήλιο έξω από τους δρόμους του. Ήταν η ζήση του ανθρώπου μια μακροσκελής κι ανούσια προσπάθεια εκδίκησης απέναντι στους θεούς; Ήταν ο άνθρωπος το παραμελημένο κομμάτι της δημιουργίας που μεγαλώνοντας αποφάσισε να κατηγορήσει τους “γονείς” του για το ατέρμονο βασανιστήριο της επιβίωσης; ήταν η κραυγή της φύσης έναντι στην μοναξιά και την αδιαφορία; Η μήπως ήταν το καλομαθημένο θρεφτάρι που ξαφνικά πετάχτηκε έξω από την εστία της φροντίδας πριν ακόμη μάθει να φροντίζει τον εαυτό του κι έτσι έχασε την ευκαιρία να φροντίσει τους υπόλοιπους; Η μήπως τελικά ήταν ο ευνοούμενος; Ο αγαπημένος; Εκείνος που μια μέρα θα φρόντιζε , μες στην αδυναμία του, τους δυνατούς;

Αν τώρα τον ρωτούσε κανείς τι ήταν η Εδέμ, θα έλεγε πως ήταν η παιδικότητα, το μήλο δεν ήταν τίποτα περισσότερο από την εφηβεία. Η στιγμή που καταλαβαίνεις την σάρκα σου είναι η στιγμή που καταλαβαίνεις την θνητότητά της. Ο Εβραϊκός κι ο Χριστιανικός θεός είπαν στον άνθρωπο μη μεγαλώσεις κι εκείνος μεγάλωσε παρά τις απαγορεύσεις τους, με την ενοχή του να μην είναι πια το μωρό του γονιού του. Η μητέρα ήταν πάντοτε πιο άγρια, πιο σκληρή, η φύση μιλούσε τη γλώσσα της αλήθειας, της ανακύκλωσης, η μητέρα ζητούσε την προστασία σου για να μεγαλώσει κι εκείνη, ζητούσε το μεγάλωμά σου όσο εκείνη επέστρεφε στην εμβρυακή της κατάσταση μέσα από το γύρας. Άλλωστε οι τέσσερεις εποχές δεν ήταν τίποτα περισσότερο από τον κύκλο της φύσης, ένα εξαιρετικό παραμύθι έτοιμο να χωρέσει τις ερωτήσεις της ανθρωπότητας, να δεχθεί το ξύπνημα, τρυφερά όπως δέχονταν τον ύπνο. Να προσκομίσει τις αποδείξεις μιας έρευνας πάνω στην ανάγκη της μέρας. Ένας ολόκληρος χρόνος, η μέρα μας. Αν το σκεφτόταν με βάση την ζωή της πεταλούδας, τότε πόσα χρόνια ζούμε με τις μέρες μας, 365 αιώνες σε ένα χρόνο, μια αιωνιότητα. Μια αθάνατη λήψη.

 Ήταν ο άνθρωπος ο επιστάτης; αναρωτήθηκε. Κατ’ εικόνα και ομοίωση. Ελάχιστοι άνθρωποι κατάλαβαν πως ο γονιός επιθυμεί το παιδί βρέφος γιατί έτσι συντηρεί την δική του νεότητα. Σε ελάχιστους η φύση είπε το μυστικό, ελάχιστοι χάιδεψαν τα μαλλιά του πατέρα κι επιβεβαίωσαν πως η Εδέμ θα είναι πάντα εκεί, σε εκείνους επιβεβαίωσε ο πατέρας με ένα γιορτινό τραπέζι. Ίσως το πραγματικό μυστήριο να βρίσκονταν στην αντίληψη πως ο παράδεισος της αναζήτησης δεν έφυγε ποτέ, παρά μόνο έδωσε χώρο στην δημιουργία νέων παραδείσων, κρατώντας τον πρώτο ως σημείο αναφοράς κι όχι ως στάση επιστροφής. Ο γονιός παραμένει νέος μονάχα μέσα από την ασπίδα που χαρίζει στα παιδιά του κι όχι προσπαθώντας να την κρατήσει αιώνια απέναντι την εφηβεία τους. Η αναζήτηση συντήρησης της πρώτης σχέσης τους δεν είναι παρά κακό μπόντοξ σε μια ανόητη σάρκα. Ο καλός θεός μεγαλώνει μικραίνοντας, ο άνθρωπος θεριεύει  μεγαλώνοντας κι η φύση ήταν πάντα εκεί να βγάζει φωτογραφίες. Ίσως ο άνθρωπος να βρίσκονταν εδώ όχι για να τον βοηθήσουν οι θεοί να περάσει από τα 40 κύματα αλλά για να τους βοηθήσει εκείνος να περάσουν τα δικά τους. Ήταν ο άνθρωπος η γάτα των θεών; Κι ήταν τάχα οι θεοί που αναζητούσαν διακαώς την συντήρηση καθώς η λήθη σήμαινε θάνατο για εκείνους; Τα λόγια του Μίτια ίσως και να έκρυβαν κάποια αρχέγονη προφητεία… Η συντήρηση μήπως είχε στόχο την διατήρηση της αθανασίας των θεών; Δίχως πιστούς τι ήταν θεοί στο κάτω κάτω; Αυτή η σκέψη του θύμιζε κάπως την γιορτή των νεκρών, οι νεκροί δεν μπορούσαν να επιστρέψουν, ούτε να συνεχίζουν να υπάρχουν δίχως εκείνους που τους μνημόνευαν. Η υστεροφημία, ήταν στ’ αλήθεια η πραγματικότητα της αθανασίας; Κι αν ναι, που πήγαιναν, οι θεοί και οι θνητοί που δεν μνημονεύονταν;

Κι ύστερα τι ήταν αυτή η εμμονή με τον σοβαρό κι απόμακρο πατέρα, ήταν μια έκφανση της εξουσιαστικής διάθεσης του ανθρώπου πάνω στην ατέλειωτη δύναμη του θεϊκού; Ήταν ένα στενό κουτάκι που ζούπαγαν όπως όπως τα ανθρώπινα μυαλά την απέραντη δύναμη της ύπαρξης; Μπορεί ένα ποτήρι να χωρέσει την θάλασσα; Κι αν δεν μπορεί, τότε μια ανάμνηση πως μπορεί να την χωρέσει; Η ανάμνηση ωστόσο κατείχε το μυστικό της επέκτασης, η ανάμνηση ήταν τόσο μεγάλη όσο το μυαλό που την αποθήκευε. “Συν το ανάρχω σου πατρί”, ο άναρχος θεός, η ζωή δεν επιδέχονταν στην πραγματικότητα κανένα στένεμα, ούτε σε άφηνε να την πάρεις λίγο στο βολάν, χρησιμοποιώντας καρφίτσες. Άγνωστοι και γνωστοί, ατέλειωτοι ράφτες κι ατέλειωτοι μηχανικοί χωροταξίας , επιμελητές και επιστάτες, συνωμότησαν μια μέρα μέρα πάνω στο άπειρο προσπαθώντας να αποκρύψουν την αλήθεια προς όφελός τους κι αυτή ήταν η μέρα που οι θεοί γίναν θνητοί κι οι θνητοί απέχτησαν το όνομά τους. Ήταν η μέρα που δημιουργήθηκε η λέξη θάνατος. Κι ο θάνατος, δεν ήταν παρά μια διαταραχή. Ο ελεύθερος και σοφός πατέρας έγινε δικτάτορας και ιερός εξεταστής, η γενναιόδωρη ζωοφόρος μητέρα έγινε ταπεινή και μυστήρια σκλάβα. Τα φύλλα χωρίστηκαν, τα ατέλειωτα φύλλα, στριμώχτηκαν σε υγρά και στενά κουτιά, τα μυαλά πήραν το σχήμα του κουτιού τους. Η οικογένεια των πιθανοτήτων και τον επιλογών στάθηκε στην νέα εποχή με στρατιωτικά ρούχα και ηχογραφημένα μηνύματα. Ο άνθρωπος έπλασε κατ’ εικόνα και ομοίωση τους θεούς του. Ο κόσμος γνώρισε τον θάνατο την μέρα που αποφασίστηκαν οι συντεταγμένες του μεγέθους του. Έμεινε μόνο ένας στενός πλανήτης, αποκομμένος από το αχανές, πληγωμένος από τεχνητά σύνορα, ένα νεκροταφείο θεών κι ανθρώπων. Ανάμεσά τους όμως, υπήρξαν κι εκείνοι που στα κρυφά, συνέχισαν να λατρεύουν την πιθανότητα και να βρίσκουν ακόμη το απέραντο, στο στενό κύμα.

Κύμα ονομάζεται μια διαταραχή στον χώρο και στον χρόνο.  Ο όρος κύμα αποκαλύπτει την μεταφορά της διαταραχής συνήθως χρησιμοποιώντας κάποιο μέσο. Η αποκάλυψη αυτή, η μεταφορά διεξάγετε μέσω μιας παλμικής κίνησης του μέσου όπου έχει επιλεγεί. Τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα διατηρούν την διαταραχή αυτή ακόμη και στο κενό. Σε ένα ηλεκτρομαγνητικό κύμα η διαταραχή καθορίζεται από την ένταση του μαγνητικού και του ηλεκτρικού πεδίου. Τα κύματα του αρμυρού νερού διαταράσσουν μονάχα την επιφάνεια ωστόσο αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει αντίκτυπο, αντίστοιχη δράση και αντίδραση στο σώμα που επεμβαίνει στην επιφάνεια της θαλάσσης. Τα κύματα ωστόσο μεταφέρουν ενέργεια κι έτσι διαταράσσεται ότι βρίσκεται στην εμβέλειά τους, Η πρόβλεψη διατάραξης εξαρτάτε από την ενέργεια που έχει αποδοθεί.

Ανάμεσα στις μαλακές μεμβράνες των δακτύλων του τα herτz των κυμάτων  εναλλάσσονταν διατηρώντας  την συχνότητα σε μια σταθερά. Ο λόγος στέκονταν με μαύρα γράμματα, πομπώδης και σκούρος πάνω στα λεπτά χάρτινα φύλλα, ανάμεσα σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες και γραφικά διαφημίσεων. Μια παλιά φωτογραφία με ένα γελαστό πρόσωπο σμίλευε την τραγικότητα της κατάστασης μέσα από την ειρωνεία. Ένας νεότερος Δομένικος, λαμπερός και σίγουρος δέσποζε σε ένα κομμάτι επεξεργασμένο ξύλο, νωχελικός και αδιάφορος για το μέλλον, διθυραμβικός κι αφελής όσο η ίδια η ανθρωπότητα. Ο Χριστόφορος τσαλάκωσε τα φύλλα στα χέρια του και τα άφησε δίπλα του στο πεζούλι. Ο φθινοπωρινός αέρας είχε επιτέλους κατευνάσει την διαταραχή προσωπικότητας που έμοιαζε να παρουσιάζει τον τελευταίο καιρό και παγωμένος προμήνυε τον χειμώνα. Ο κήπος του νοσοκομείου έμοιαζε ξαφνικά μεγαλύτερος, βαρύς και χαώδης όπως ο αέρας είχε κάτι από την γραφή του άρθρου, κάτι από την προσωπικότητα του χαμένου νέου που υπήρχε πια μόνο μέσα από τις στίξεις του μελανιού.  Ο Χριστόφορος κάθονταν ασάλευτος. Πίσω του μερικές ανθισμένες τριανταφυλλιές αμφέβαλαν ακόμη για την εποχή και πλαισίωναν το σκηνικό του σε πείσμα του μήνα. Ήταν Δεκέμβρης, ωστόσο το φθινόπωρο κρατούσε πάντα περισσότερο στις κάτω χώρες , το ίδιο και η άνοιξη.

Τα πόδια του χτυπούσαν ρυθμικά τις πλάκες τις αυλής και τα χέρια του απολάμβαναν με ζογκλερικά τσιγάρων τις σκέψεις που κρατούσαν το βλέμμα του ακίνητο. Έβαλε το τσιγάρο στο στόμα, ο Προμηθέας δεν του αρνήθηκε την χάρη ενός καταπραϋντικού και ξεφυσώντας μερικές τολύπες, προσπάθησε να βάλει το μυαλό του σε μια τάξη. Ξάφνου θυμήθηκε την Νινευή! Το βιβλίο δεν ήταν στα ρούχα του, σίγουρα ούτε στο κομοδίνο, ίσως να είχε χαθεί στην φωτιά…. Το μόνο που είχε προλάβει να δει ήταν αυτή η φωτογραφία, ίδια ολόιδια, τσουχτερή περνούσε στην αθανασία. Για μια στιγμή αποφάσισε να μην σκεφτεί, ένα υδάτινο τοίχος άρχισε να χτίζεται ανάμεσα σε εκείνον και τις πληροφορίες, μια ρυθμική διαταραχή που κρατούσε έξω επιταγές θεών και ανθρώπων.

Εκείνη την στιγμή ένα παλτό αγκάλιασε τους ώμους του και διατάραξε την συχνότητα των κυμάτων. Ο κύριος Φωτεινός στεκόταν από πάνω από το κεφάλι του, σαν αγέρωχος φοίνικας, ναι… φοίνικας…..αν θα μπορούσε να μοιάζει με κάποιο πουλί τότε σίγουρα ήταν φοίνικας, έτσι κι αλλιώς στον γλάρο κάτι δεν του κολλούσε.  Αποδεσμευμένος από ανόητες πλην καταστροφικές πολιτικές παρατάξεις και γελοίους φασίστες που έραβαν με κουρέλια την μορφή του ιπτάμενου μύστη, ο φοίνικας γλειμμένος από τις φλόγες της νοητής αντίστασης υπερτερούσε στον δρόμο της Φοινίκης. Τις εποχές της προεφηβικής του νεότητας του φάνηκε πως είδε πάνω από της πολυκατοικίες να πετά, το πουλερικό που αναγεννάτε από τις στάχτες του. Δεν μπορούσε καν να φανταστεί τότε πως κάποιοι θα έκλεβαν τα φωτεινά φτερά του για να χτίσουν άλλο ένα γελοίο ψευτοείδωλο. Τι ειρωνεία, δεν ήταν ποτέ οι άνθρωποι στο έλεος των θεών, θλιβερό συμπέρασμα, οι θεοί ήταν πάντα στο έλεος των ανθρώπων….

-Είναι νωρίς, τι κάνεις έξω;

-Θα’ πρεπε να μαι ξαπλωμένος κάτω από την ζεστή κουβέρτα μου, έτσι;

-Όχι, αν κάτι θα περίμενα από εσένα θα ήταν να βρίσκεσαι είδη τυλιγμένος στην γκρίζα κουβέρτα κάποιου επιβατικού.

-Με ετικέτα και νούμερο στο πλάι;

-Και μια κίτρινη κούπα καφέ στα χέρια σου. Δεν βρήκα κίτρινη κούπα, αλλά κι αυτή την κάνει την δουλειά της. Έκανε  κύριος Φωτεινός αφήνοντας στα χέρια του τον ζεστό καφέ. Ο Χριστόφορος ανάσανε το καϊμάκι. Ήταν παράξενο πως ένας βρασμένος κόκκος μπορούσε να σου δώσει τόση ηρεμία και ζεστασιά όσο άγχος και διαυγή αβεβαιότητα.

Έμαθες για τον Δομένικο.

-Αργά ή γρήγορα…

-Δεν ήταν ώρα να σου πούμε, ήσουν κουρασμένος, ίσως αυτή η γνώση σε κρατούσε περισσότερο καιρό…..στο κρεβάτι.

-Ναι, έκανες καλά. Και τώρα;

-Και τώρα;

-Και τώρα Γιάννη, τι θα γίνει;

- Ό,τι είναι να γίνει Χριστόφορε. Όχι όμως χωρίς στοιχεία.

Ο Χριστόφορος χαμογέλασε άθελά του. Ο κύριος Φωτεινός τον αγκάλιασε και χάιδεψε τον δεξί του ώμο.

-Υπάρχουν πολλοί που θέλουν να μου μιλήσουνε.

- Είσαι και μέντιουμ τώρα;

-*“Βάσανος η γνώση όταν άχρηστη σε όποιον την έχει είναι. Καλά το γνώριζα όμως σάστισα προς ώρας. Με πείραξε η Λήθη κι ήρθα”.

Ο κύριος Φωτεινός γέλασε. Ο Χριστόφορος έπιασε την εφημερίδα και ανοίγοντάς την στην σελίδα 28 , άπλωσε το δείκτη στην φωτογραφία κι ύστερα γύρισε στον ορίζοντά του. Ο κύριος Φωτεινός την πήρε στα χέρια και ρίχνοντας μια ματιά την έκλεισε αφήνοντάς την πίσω τους, κάτω από τις τριανταφυλλιές.

Γιάννη...

-Έλα

-Ξύπνησα αυτή τη φορά;

-Ναι, σίγουρα ξύπνησες, πες μου όμως, τι ονειρευόσουν τόσο καιρό;

- Τη θάλασσα της Αλεξάνδρειας.

Ο κύριος Φωτεινός χαμογέλασε κατεβάζοντας το κεφάλι του.

-Τώρα μας περιμένει η θάλασσα της Αρράντης.

- Λες να υπάρχουν αστέρια όταν κοιμόμαστε;

-Πάντα υπάρχουν Χριστόφορε, η σκέψη μας σβήνει όχι ο ουρανός.

- Έχεις δίκιο, ο ουρανός κρατά όλες τις πληροφορίες. Έκανε και τυλίγοντας το ράσο γύρω του σηκώθηκε από το πεζούλι.

Ξάφνου ένα άρωμα αρμύρας πλημύρισε την αυλή. Η γυναίκα τυλιγμένη στο γαλάζιο παλτό της εμφανίστηκε ανάμεσα στις φυλλωσιές.

 

*(Τα λόγια του Τειρεσία. Οιδίπους Τύραννος)

-Επιτέλους σας βρήκα, είναι ώρα να πηγαίνουμε.

-Που θα πάμε; Έκανε ο Χριστόφορος.

- Στο σπίτι μου, τα κανόνισα όλα, είμαστε έτοιμοι.  Έχουμε πολλά να πούμε Χριστόφορε και να με συγχωρείς.

-Γιατί; Έκανε παραξενευμένος.

-Γιατί πριν σε γνωρίσω αμφέβαλα για την ακεραιότητά σου.

Ο Χριστόφορος έγνεψε καταφατικά λες κι αποδέχονταν την πρόσθετη μοίρα και την αλλαγή της.

-Για την δικιά μου όμως, δεν αμφέβαλες. Έκανε περιπαιχτικά ο κύριος Φωτεινός.

-Όχι κύριε Φωτεινέ. Ούτε μια στιγμή.

Ο κύριος Φωτεινός χτύπησε χαρωπά την άκρη του καπέλου του καθώς άρπαζε από το μπράτσο τον σκεφτικό του φίλο.

-Όσο κοιμόσουν γνωριστήκαμε καλύτερα.

-Ναι ο κύριος Φωτεινός είναι ένας εξαιρετικός φίλος.

-Το ξέρω, δεν θα αμφέβαλα στιγμή. Είπε ο Χριστόφορος επαναλαμβάνοντας τα λόγια της καθώς έπιανε τον φίλο του αγκαζέ.  Ο κύριος Φωτεινός άπλωσε το χέρι του κι άρπαξε την Σωτηρία στην άλλη μισή αγκαλιά του.

- Είστε σίγουρη δεσποινίς Σωτηρία για την κατεύθυνσή μας;

-Μόνο αν είστε κι εσείς.

Οι δυο φίλοι έγνεψαν καταφατικά κι η τριάδα ακολούθησε την *κόκκινη κλωστή στα δάχτυλα, ελπίζοντας  την έξοδο του λαβυρίνθου.

 

*(αναφορά στον Ιαπωνικό μύθο)