Wednesday, March 23, 2022

 

Κεφάλαιο δωδέκατο, δεύτερη πράξη... κάθε αρχή και δύσκολη. Μια σκέψη πάνω στην αρχή του επόμενου κεφαλαίου, τα γεγονότα σιωπούν για λίγο , οι σκέψεις συναντιόνται μες την σιωπή και οι θνητοί αναρωτιόνται πως θα μπορούσαν να συντηρήσουν την αθανασία της νιότης.




Κεφάλαιο δωδέκατο

 

Πόσο περίεργο ήταν να είσαι άνθρωπος…. Ένας μη έγκυρος κωδικός που σε πείσμα των νόμων απορροφώνταν από το σύστημα θαρρώντας πως αφομοιώνονταν, την στιγμή που εκείνος αφομοίωνέ τα πάντα. Εκείνος που θαρρούσε πως όλα τα όριζε την στιγμή που το άγνωστο όριζε εκείνον κι ο supervisor  καπνίζοντας το πούρο του ή ακούγοντας προσεχτικά κρατώντας ένα ποτήρι σφράγιζε κι έσχιζε δουλειές χρόνων, δρόμους και σχέδια αιώνων αφήνοντάς σε το ίδιο αβοήθητο, μικρό και τιποτένιο όσο  οι δικοί σου υφιστάμενοι., χαρίζοντάς σου παράλληλα τη δύναμη της καταστροφής και της αρχειοθέτησης όταν εσύ το μόνο που ήθελες ήταν σταυρόλεξα με δύσκολες λέξεις και διακοπές. Κι έτσι κατέβαινες για πρώτη φορά στην «εργατική τάξη» κι ασπαζόσουν το χάος ή τον κουμμουνισμό, τον χριστιανισμό ή την μοίρα, τον εαυτό σου ή τον δίπλα σου δίχως ποτέ να καταλάβεις ή να καταφέρεις να ζήσεις χωρίς την ευθηνή, του κόσμου που ναυάγησε κάποτε. Να ζήσεις. Κι εκεί επιλέχτηκε το άψογο κουμπί. Ο φόβος του θανάτου κι η αναγνώριση της θνητότητας. Ένα κουμπί στραμμένο προς τα εκεί που δεν ήξερες πως στρίβει για να σε προστατέψει  από μια συνειδητοποίηση που θα σε έκανε μη παραγωγικό ή μια που θα σε έκανε επαναστάτη. Χρόνια τώρα , οι καλλιτέχνες μιλούσαν , τραγουδούσαν για το κουμπί μα το μόνο που μπορούσες να ακούσεις, ευτυχισμένε, ζηλευτέ εαυτέ και φίλε ήταν η στροφή της στρόφιγγάς. Κι έκανες τα κρακ της, ζωή, έρωτα, καλοσύνη, βρίσκοντας χίλιους τρόπους να αποφεύγεις τον ήχο, κάποτε τον υιοθέτησες κιώλας κι είπες εγώ, ΕΓΩ τον ορίζω κι από μένα προέρχεται, για να τον εξηγήσεις. Τον έκανες παιδιά, τραγούδια, πρόσωπα, λέξεις κι εικόνες για να τον ξορκίσεις, συμφιλιώθηκες μα είχες πάντα πίσω την ουρά , πρόσεχες και την σκιά σου στα κλεφτά κι έτρωγες το μήλο αφήνοντας να τρέξουν τα ζουμιά, να πλημμυρίσει αυτό που λέμε στόμα. Κι ύστερα σκέφτηκες πόσες φορές του είχες σφίξει το χέρι, πόσες φορές τον συνάντησες και τον νίκησες με την αθανασία που χάραζες στον αέρα, την πιο μετέωρη οικοδομή, μια ασταθή αρχιτεκτονική πατέντα που παλάντζαρε, γκρεμίζονταν και ξαναχτιζόταν από το τίποτα. Πόσες φορές τον γκρέμισες από τον θρόνο με το γέλιο σου και πόσες τον χαιρέτησες τον ακούμπησες σα μόνη λύση κι ύστερα  άναψες το φως κι έκανες την συμφωνία. Του πρόσφερες την αθανασία σου κι εκείνος σου έδωσε έναν μικρό γυμνό και φτερωτό θεό στα χέρια, για αντάλλαγμα και σου ‘πε να τον μεγαλώσεις, να τον ταΐσεις να τον διδάξεις κι ύστερα να τον αφήσεις για να πετάξεις με τα φτερά του. Κι εσύ συμφώνησες. Κι ήταν η πρώτη φορά που έβλεπες τον κόσμο από ψηλά και δε φοβόσουν το ύψος γιατί δεν υπήρχε πια πέσιμο, δε φοβόσουν τον θάνατο, το άγνωστο, το παράξενο, την ένταση και την ηρεμία γιατί εκείνος τα είχε πάρει όλα από εσένα για σένα, γιατί εκείνος σήκωνε τα βάρη, του κόσμου κι αλάφρωνε το βράδυ τις πλάτες σου, σε πήγαινε διακοπές και αν το παραδεχόσουν θα έλεγες πως δε χρειάστηκες ποτέ σταυρόλεξα να περάσεις την ώρα σου. Θα έλεγες πως τα ήξερες όλα και δεν σε πείραζε που δεν ήξερες τίποτα. Ο ΕΡΩΤΑΣ, εκείνος που έκανε την ύπαρξή μας την αβάσταχτη να είναι εντάξει και να αξίζει τους επίγειους πόνους της. Εκείνος που μας έκανε όμορφους στον καθρέφτη, έξυπνους στις διαλέξεις , επιδέξιους κι ευχάριστους, εκείνος που μας έδινε ταυτότητα, φωνή και προσωπικότητα, εκείνος που άδειαζε το μυαλό μας και μας έκανε ανόητες μηχανές, εκείνος που έδιωχνε το φόβο του θανάτου. Κι από το τίποτα του μακρόκοσμου γινόμασταν το κέντρο του σύμπαντος και βασιλείς στον μικρόκοσμο του μυαλού μας. Ένα ανθισμένο παρτέρι δίπλα στο σκουπιδοτενεκέ κι εσύ να μυρίζεις την άνοιξη, να βλέπεις μόνο εκείνο. Να ανθίζεις μέσα στο χιόνι και να ψηλώνεις δημιουργώντας ουρανούς εκεί που χαμηλώνουν τα σύμπαντα. Ένα υπέροχο παράδοξο που ξεδιψούσε με αλάτι κι ανέπνεε στη άπνοια, που είχε φωνή τη στιγμή που κανείς δεν πρόσεχε κι όλοι κουβέντιαζαν τα μεγάλα και τα ατέλειωτα ενώ εσύ ένιωθες να τα ζεις. Αλήθεια, σοφούς ή ανόητους, τι μας κάνει ο έρωτας αν όχι απλά ζωντανούς αειθαλείς και πρωτοπόρους;

Κι η απουσία του;

Ας μην πούμε άλλες βαρύγδουπες λέξεις, απλώς δοκιμάστε το φαγητό σας δίχως το αλάτι κι ύστερα σας προκαλώ να μου μηνήσετε κακό για την αρμύρα, να πιστέψετε πως μπορείτε δίχως αυτή κι έπειτα να ζήσετε έναν ανάλατο βίο.. Τι θα έχει η γλώσσα να θυμάται και τι η μνήμη να ανακαλεί; Πως θα ξεχωρίσουν οι μέρες και πως οι ώρες θα συνεχίζονται;

No comments:

Post a Comment