Sunday, August 25, 2019


Ναυτικό ημερολόγιο - Στην Ατάρ οι θεοί προσκυνούν τις κόκκινες κάλτσες


Της Χριστίνας Κοντούλη










Έμοιαζε σαν να προσεύχεστε με τα χέρια της καθώς λικνίζονταν στην μυστηριακή συχνότητα. Τα χέρια της πήγαιναν κι έρχονταν με την μορφή κόκκινων εξωτικών πουλιών, γυρνούσαν γύρω από το πρόσωπό μου, δεν ήμουν σίγουρος, ίσως και να γυρνούσα γύρω της εγώ..


Μέσα στους καπνούς της Ατάρ, τα πρόστυχα γέλια των περαστικών που χλεύαζαν τη διασκέδαση μας προβάριζαν χειροκροτήματα από πορσελάνινα βαμμένα δόντια λίγο πριν την εκκλησία της Κυριακής ενώ δυο ανήλικοι δραπέτες κρύφτηκαν πίσω μας μέχρι να φτάσουμε κοντά στην είσοδο κι ύστερα ενσωματώθηκαν στην πολυκοσμία. Ο Ομάρ σκάλιζε μια μισοτελειωμένη φλογέρα μασουλώντας τις καυτερές πιπεριές του κι η Σπεράτζα έπαιζε ζάρια με τους ναυτικούς κάποιου αμερικάνικου βαποριού ξεκοκαλίζοντας τους μισθούς τους πριν ακόμη αγγίξουν το πάτωμα. Τέτοιες νύχτες όλη η Ατάρ ξεχύνονταν στους δρόμους με το πρόσχημα του καύσωνα, μια πόλη που θα ζήλευαν οι οπαδοί του Πουαντιγισμού καθώς αν άπλωνες ένα μεγεθυντικό φακό πάνω από τούτο τον παράξενο πίνακα τότε μόνο θα διέκρινες τις καταβολές του, μικρές χρωματιστές κουκκίδες στραγγισμένες απ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης έλαμπαν αστραφτερά παραμορφωμένα κάτω από το χρυσαφένιο της πρόσωπο.
Ένας ξεχασμένος Άμμων Ρα με σπασμένη την αριστερή πλευρά του προσώπου του παρακολουθούσε μελαγχολικός το λιμάνι αναπολώντας τα περασμένα μεγαλεία του μετρώντας τα έξι καινούργια του τατουάζ που σήμαναν σιγά σιγά το τέλος άλλης μιας χιλιετίας. Έξω από το μαγειρείο ο Αφούσης έψαχνε το ζωνάρι του δίνοντας σαν αντάλλαγμα ευρέτρων σοφιστείες και καλησπέρες , μόνο που τώρα δυσκολεύονταν να σηκωθεί κι έτσι προέταζε το χέρι καρτερικά για λίγα ψηλά κι ό,τι άλλο είχε κανείς την όρεξη να του δώσει. Ο άλλος Κάσιος βρισκόταν δίπλα μου τώρα κι απ’ την αρχή του χρόνου, τον είχα ανταμώσει κάποτε σ’ ένα σκλαβοπάζαρο και τον πήρα μαζί μου να μου κρατά την αλυσίδα, μισή εγώ , μισή αυτός, δεν είχα παράπονο. Ο Γιάγκος ήτανε καλό παιδί μόνο που και που ξεχνιόταν μέσα στη βαρεμάρα του και μέτραγε τα άστρα τότε γέμιζε η μούρη του σπυριά και γύριζε την Ατάρ ψάχνοντας μαντζούνια για την χαμένη ομορφιά του. Ευτυχώς εμένα μ’ είχε δασκαλέψει η μάνα μου από μικρό κι έτσι μετρούσα τ’ αστέρια μόνο όταν έπεφταν.
Κάπου εκεί στα μέσα της νύχτας περάσαμε την αγορά των καλαμποκιών και δρασκελώντας βιαστικά τα στενάκια με τα προσευχητάρια των παλιών μανάδων βρεθήκαμε στο Zümrüt μπαχτσέ. Από τη μια η αρχαία αγορά κι από την άλλη πλευρά η αγορά των μυρωδικών και των κοσμημάτων, ενώ αν άφηνες το βλέμμα σου να περπατήσει κατά μήκος των ρευμάτων έφτανες μέχρι τα ψαράδικα που κατέληγαν στο γκρεμισμένο ναό της Αρτέμιδος στις εκβολές ενός οικόσιτου ποταμού . Οι απόγονοι των Σαρακηνών αναζητούσαν το Σάρας ανάμεσα σε γαλαζωπούς και χρυσοπράσινους καπνούς καθώς έσπαγαν και μοίραζαν το πλαστικό Γκράαλ κάτω από τις μύτες τουριστών σταυροφόρων που προσπαθούσαν να στηρίξουν τα selfie sticks ανάμεσα σε βαριά θωρακισμένες πανοπλίες παιδικών απωθημένων, νευρώσεων και ηρεμιστικών χαπιών. Στον αέρα πλανιόταν μια μυρωδιά θυμιάματος, ιδρωτίλας και ναφθαλίνης. Έτσι μύριζαν και τα παλιά σπίτια στο χωριό, μια ταμπλέτα σκληρής εργατιάς βουτηγμένη στο θρησκοπήγαδο κι έπειτα απλωμένη για να στεγνώσει στο βάθος ενός καθωσπρέπει ντουλαπιού στο ερμάρι. Καμιά φορά αναρωτιόμουν σαν παιδί αν έτσι έμοιαζε η λέξη μαυσωλείο, έπειτα μεγαλώνοντας είδα άλλα, πολύ πιο μεγάλα, πολύ πιο σκοτεινά που σαν ταξιδιωτικές βαλίτσες έφεραν πολλές στάμπες πάνω τους, πότε κράτος, πότε εθνική συνείδηση, πότε αστυνομία, πότε θρησκεία και πότε κοινωνική μέριμνα φροντίδας κι εκπαίδευσης επιθυμητών πολιτών. Όμως πάνε πια όλα αυτά, είχαν περάσει. Τώρα πάνω στα αποκαΐδια του απολίτιστου πολιτισμού μας ξαπωστάζαμε ευχαριστημένοι που επιβιώσαμε ακόμη μια φορά κι ονειρευόμασταν μέχρι το ηφαίστειο να καπνίσει και πάλι.
Εκείνο που μου έκανε εντύπωση ωστόσο ήταν αυτή η επιμονή να αναζητούμε στολίδια από το παρελθόν για να ντύσουμε το γυμνό μας μέλλον. Σαν μια νύφη που ετοιμάζονταν για τον έγγαμο βίο τηλεφωνώντας στους πρώην εραστές της για ένα γρήγορο πριν την τελετή. Κι αυτό το γρήγορο κρατούσε μέρες, μήνες, αιώνες μα ίσως και να ήταν μια στιγμή που επαναλαμβάνονταν στη μνήμη της ξανά και ξανά ακόμη κι όταν γριά πια συνόδευε μια άλλη γενιά στη σύμβαση που εκείνη είχε μετανιώσει. Ένας από τους μεγαλύτερους φόβους του ανθρώπου ήταν να μετανιώσει κι όμως ό,τι κι αν πει αυτό που διάλεξε θα το διάλεγε ξανά και ξανά και ξανά γιατί αυτή είναι η φύση του.
Τα χέρια της Σεμέλης χαμήλωσαν κι αγκάλιασαν τον Δία σ’ ένα λιμάνι στην ανατολή, αυτή τη φορά θα ήταν συνετή και δεν θα του ζητούσε να της αποκαλύψει την πραγματική του φύση. Η Ήρα τύφλωνε τον Τειρεσία μορφάζοντας από αγανάκτηση κι έπειτα το βράδυ γλιστρούσε στην κάμαρά του και του ζητούσε να της μάθει τα μυστικά που είχε γνωρίσει στις δυο ζωές του. Κανείς ποτέ δεν είχε μάθει αυτή την απάτη…
Ο Γιάγκος ξάπλωσε στην άμμο να μετρήσει τα αστέρια. Είχε προμηθευτεί αρκετή αλοιφή από μια Βιετναμέζα σαμάνο κι ειδοποίησε τους ψαράδες να βρουν τον Σιμόν που έκανε τις τελετές του στα πόδια του Άμμωνα, αν πρήζονταν πάλι η μούρη του θα έσπαγε μερικά ασπράδια και θα έριχνε μερικά κόκαλα, έτσι θα ξόρκιζε την κατάρα. Ο Σιμόν ήταν ένας ψηλός γαλλοαφρικανός με τελετουργικά –όπως έλεγε- εμφυτεύματα στα μπράτσα (αν και όλοι ήξεραν πως τα είχε βάλει στην εφηβεία του για να εντυπωσιάσει την πρώτη του ερωμένη ) κι ένα μεγάλο τατουάζ λιβελούλα στο λαιμό. Είχαμε ταξιδέψει μερικές φορές μαζί και πάντα μας έβαζε σε περιπέτειες, όμως κανείς δεν μπορούσε να κρατήσει κακία σε κάποιον που γεννήθηκε κάτω από τον αστερισμό του ζυγού, σύμφωνα με τα λεγόμενά του…
Έδωσα ένα τσιγάρο στον Γιάγκο κι έπειτα τον άφησα πηγαίνοντας προς τα μαγειρεία. Στην παλιά πόλη οι ουρανοξύστες που κάποτε προπαγάνδιζαν ένα μέλλον γεμάτο υπέρλαμπρα και μακρινά τεχνολογικά επιτεύγματα τώρα έστεκαν σαν βουβά μισογκρεμισμένα τοτέμ αποκαλύπτοντας τα σάπια τους θεμέλια ενώ στον τρίτο όροφο ενός από αυτούς ένας κοκκινομάλλης πρώην τζογαδόρος , μισός Φιλανδός μισός Αρμένιος είχε στήσει τώρα ένα χαμάμ τόσο για χαλάρωση όσο και για όλες τις ορέξεις... Καθώς ανέβαινα στην «Αγία Πόλη» οι μυρωδιές των σαπουνιών χαριεντίζονταν μέσα στα ρουθούνια μου σαν τις οδαλίσκες ενός πίνακα του Ingres ενώ από τις κάσες των ανύπαρκτων πορτών γυμνοί άνθρωποι  ξαπλωμένοι κι ακίνητοι βαριανάσαιναν πλάι σε ξεφτισμένα ντουβάρια και θολές τζαμαρίες. Κάπου εκεί στις αρχές του άλλοτε προθάλαμου που οδηγούσε στον τέταρτο όροφο μια σειρά από μπάζα δημιουργούσε ένα πλατύ πέρασμα για τον διπλανό ουρανοξύστη. Στο βάθος ο Φάρος της Αλεξάνδρειας αντανακλούσε το φως των δρόμων στα γυαλιά μου περιπαίζοντας την μυωπία των ματιών βρίσκοντας καταφύγιο στη διαύγεια της άγριας φαντασίας με την οποία είχα προικισθεί από τα γεννοφάσκια μου. Σ’ αυτή τη ζωή τρεις ήταν οι προίκες μου, φαντασία, απορία, αμφισβήτηση. Τι καλύτερος μπούσουλας; Σκεφτόμουν ευχαριστημένος όταν ξαφνικά μια μικροσκοπική εικόνα αναστάτωσε την ταξιδιάρικη διάθεση του μυαλού μου. Σ’ ένα από τα πολλά δωμάτια του  Ναού των πολλών ονομάτων, ένα δωμάτιο ήταν καινό, στα άλλα διάφοροι άνθρωποι , διαφόρων θρησκειών, σκέψεων κι ελπίδων κάθονταν όπως πάντα τραγουδώντας νανουρίσματα στις γλώσσες τους, όμως σ’ εκείνο το μικρό δωμάτιο ξεχώριζε μονάχα μια σιλουέτα. Δεν ήξερα τι ακριβώς μα κάτι με τραβούσε να πλησιάσω. Στο βάθος του δωματίου μια γυναίκα κάθονταν σκυμμένη με την πλάτη προς το μέρος μου βουτώντας τα χέρια της σε μια λεκάνη τραγουδώντας ένα νανούρισμα σε μια γλώσσα που δεν μπορούσα να αναγνωρίσω. Κάθε τόσο έβγαζε μια κόκκινη κάλτσα από το νερό κι έπειτα την έδινε σε μια άλλη γυναίκα λίγο πιο πέρα, εκείνη την άπλωνε σ’ ένα σχοινί  κι ύστερα μια  Τρίτη το τραβούσε κι έπαιρνε την τελευταία κάλτσα τοποθετώντας τις σε ζευγάρια. Άλλες έμεναν από την αρχή ως το τέλος στην αρχικές τους θέσεις, άλλες τις άλλαζαν κι άλλες, εκείνες που ήταν ξηλωμένες είτε τις άφηναν στην άκρη είτε τις έριχναν σε ένα βαρέλι όπου έκαιγε μια αυτοσχέδια φωτιά. Αυτό συνεχίστηκε για τρεις νύχτες, την τέταρτη αποφάσισα να μπω στο δωμάτιο και να τους μιλήσω. Όμως όταν έφτασα εκεί δεν υπήρχε κανείς παρά μόνο η Σεμέλη. Έφυγα αθόρυβα, στο πρόσωπό της είχε την έκφραση της προσμονής, σε λίγο θα έφτανε ο Δίας.
Προσπέρασα βιαστικά τα μαγειρεία και αποφεύγοντας με γρήγορα τινάγματα των χεριών ένα κίτρινο σύννεφο από κάρυ έφτασα στη Σουμέρια. Ένας μελαψός νεαρός στην είσοδο κερνούσε σουμάδα και χαλβά. Καθώς με πήραν οι πρώτοι ήχοι του καφέ αμάν μασουλούσα είδη ένα κομμάτι επεξεργασμένο μούστο γεμιστό με σταφίδα και φουντούκι ενώ οι ονειροβάτες ποιητές αντάλλασσαν αφηγήσεις μουχλιασμένων βιβλίων από την αποθήκη της Αλεξάνδρειας. Στη μεσόγειο η στάθμη των νερών είχε ανέβει αρκετά κι έτσι οι παλιοί χάρτες με τους δρόμους των πειρατών είχαν καεί στα τζάκια των αγροτών του Νείλου. Η Μπαχάρ, η Ρόζα κι η Δισδεμόνα  χόρευαν κι έπιναν  τώρα μόνο για την πάρτη τους, χωρίς, αφέντες, αγαπητικούς και ζηλιάρηδες συζύγους διασκεδάζοντας μαζί με τις μαινάδες των Θηβών προσφέροντας αφοσίωση μονάχα στον Διόνυσο. Εκείνος με τα κόκκινα μαλλιά του πλεγμένα σαλαμάστρα, τυλιγμένος σ’ ένα λουλουδάτο κάλυμμα καναπέ λίκνιζε το μακρύ λαιμό του μιλώντας σε εφτά γλώσσες ταυτόχρονα, διασκεδάζοντας ινκόγκνιτο μαζί με τους θνητούς. Κάπου μέσα στους καπνούς μου φάνηκε πως είδα τον Φεντερίκο να ζωγραφίζει τσιγγάνες καλόγριες σ’ επίδοξους εραστές περνώντας πότε πότε τα δάχτυλά του ανάμεσα στις τούφες των μαλλιών του καθώς η Βερενίκη μετρούσε τα άστρα με τον Γιάγκο δείχνοντάς του τις ουράνιες μπούκλες της. Εγώ έριξα άλλη μια ματιά τριγύρω κι ύστερα κατέβηκα την ξύλινη σκάλα της εσωτερικής βεράντας πηγαίνοντας προς το μπαρ. Η Σπεράτζα έπαιζε τώρα  το επόμενο ποτό της στα ζάρια ενώ τιτίβιζαν με τον μπάρμαν ένα μυστικό έρωτα που πήγαινε πολλά χρόνια πίσω.
Έπειτα από κάμποση ώρα  ο Μανέ σταμάτησε να σκιτσάρει την μπαργούμαν κι ήρθε επιτέλους προς το μέρος μου.
-Α Φράνσις, με συγχωρείς, τώρα σε είδα. Πότε ήρθες;
-Έχουμε λίγες μέρες, δεν πρόλαβα να έρθω νωρίτερα
-Δεν πειράζει, θα μείνετε μέρες;
-Μπα όχι, ο καπετάνιος είχε κάτι δουλειές και καθυστερήσαμε, τώρα αύριο μεθαύριο θα ανέβουμε στα βόρεια πάλι.
- Η αδερφή σου τι κάνει; Είδα τον Φωτεινό, μου είπε πως θα πήγαινε να τη βρει στη Δήλο κι ύστερα θα πήγαιναν μαζί στο χωριό. Βρήκαν ένα αρχαίο ναυάγιο εκεί και χρειάζονταν χέρια, σκέψου, από την προηγούμενη χιλιετία!
- Ναι ο Φωτεινός μάζεψε όσους μπορούσε αλλά ακόμα δεν φτάνουνε, η αδερφή μου λέει πως το ναυάγιο ξεκίνησε από την παλιά πόλη στα μέρη μας και βυθίστηκε στη Δήλο.
-Ναι το άκουσα κι εγώ, ήταν ο Μπορίς κι ο Φινέας εδώ πριν κάτι μέρες, μου τα είπαν κι εκείνοι, έψαχναν τον Νηρέα με τους βουτηχτές αλλά ο Μπας είπε πως είναι σε άλλη δουλειά στην Ελβετία. Ορίστε το ποτό σου, έβαλα και ταμπάσκο –είναι από τις πιπεριές του Ομάρ- θα σ’ αρέσει.
Η μούσα άφησε το ποτήρι στον πάγκο κι επέστρεψε χαμογελαστή στον ζωγράφο καθώς οι σκέψεις έσβηναν σιγά σιγά μέσα στους ανατολίτικους δρόμους. Το Hejaz και το Niavent  έχτιζαν θεωρία επίτιμων παρατηρητών αιώνες τώρα, πλαταίνοντας τους στενούς τοίχους και τα στενά αισθήματα χωρώντας  τα φαντάσματα γενεών, ερώτων, πολιτισμών και μυστηρίων από το χτες ως το αύριο. Η μουσική δεν είχε χρόνο, η μουσική ίσως να ήταν η παλαιότερη ύπαρξη κι η μόνη αντίπαλος του θανάτου, η «πανταχού παρούσα», ακόμη και στη σιωπή.
Τότε την είδα πάλι. Έμοιαζε σαν να προσεύχεστε με τα χέρια της καθώς λικνίζονταν στην μυστηριακή συχνότητα. Τα χέρια της πήγαιναν κι έρχονταν με την μορφή κόκκινων εξωτικών πουλιών, γυρνούσαν γύρω από το πρόσωπό μου, δεν ήμουν σίγουρος, ίσως και να γυρνούσα γύρω της εγώ..  Θυμήθηκα τους στίχους του Καββαδία «…ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;…» Τα χέρια της μπλέκονταν ολοένα και πιο κοντά μου, τα λημνίσια μάτια της που με τρόμαζαν περισσότερο από την αγριεμένη βοή των κυμάτων της θάλασσας, ο δαίμονας ενός έρωτα που δεν είχε ακούσει το όνομά του. Κι η μουσική, ο ήχος αυτός που με ακολουθούσε από τα σπάργανα της ύπαρξής μου και σιωπούσε μονάχα δίπλα της, τώρα όλη η πόλη έμοιαζε να παίζει αυτό τον ήχο. Ζαλίστηκα, τα μάτια μου έκλεισαν.
Όταν ξύπνησα ο Γιάγκος στέκονταν πάνω από το κεφάλι μου παρατηρώντας με μ’ εκείνη την αστεία φάτσα που παίρνει κάποιος μπροστά σε κάτι ανεξήγητο.
-Τι; Ρώτησα προσπαθώντας να σηκωθώ.
-Τι έκανες χτες;
-Είχα πάει στη Σουμέρια, γιατί; Έκανα κοιτάζοντας γύρω μου. Ήμουν στην παραλία.
-Καλά κι εδώ πως βρέθηκες;
-Δεν ξέρω, δε θυμάμαι. Μα καλά, τι με κοιτάς έτσι; Σταμάτα, η φάτσα σου είναι αστεία και μου ‘ρχονται γέλια.
-Άμα σου ‘ρχονται γέλια εσένα, εγώ τι πρέπει να κάνω;
-Γιατί;
Ο Γιάγκος μου έκανε νόημα -με την ίδια πάντα γκριμάτσα- να κοιτάξω τα πόδια μου. Οι μπότες μου είχαν εξαφανιστεί, το ίδιο και οι κάλτσες μου, το μόνο που είχε μείνει ήταν μια κόκκινη κάλτσα… Σηκώθηκα όπως όπως κι αφού έσιαξα λίγο τα ρούχα μου ξεκινήσαμε για το πλοίο, εκεί είχα ένα δεύτερο ζευγάρι παπούτσια. Ωστόσο όταν φτάσαμε στις καμπίνες, ένα μικρό μπούγιο ήταν συγκεντρωμένο στην είσοδο.
-Μα δεν μπορώ να καταλάβω, τι έγινε, που είναι;
-Ηρεμήστε θα τα βρούμε
-Μα για πιο λόγο, ποιος;
-Τι έγινε; Ρώτησα τον καμαρότο
-Μια από τους επιβάτες που επιβιβάστηκαν χτες
-Ε τι;
-Έχασε τα παπούτσια της
-Ε; έκανα εγώ. Ο Γιάγκος γύρισε ρίχνοντας μου μια ματιά σκασμένος στα γέλια.
-Δεσποινίς! Φώναξα προχωρώντας ανάμεσα στους ναύτες, όταν έφτασα μπροστά δυο μεγάλα μάτια με κάρφωναν αγανακτισμένα. Τα μαλλιά της ήταν καστανόχρυσα όπως το μέλι στο φως κι είχε μερικές φακίδες γύρω από τη μύτη. Εγώ σήκωσα τότε το μπατζάκι μου και δείχνοντάς της την κόκκινη κάλτσα ξεσπάσαμε κι οι δυο σε γέλια. Η άλλη κόκκινη κάλτσα ήταν στο πόδι της! ‘Ένας αρχέγονος ήχος απλώθηκε στο δωμάτιο καθώς οι μοίρες γλίτωναν ένα ζευγάρι κάλτσες απ’ τη μπουγάδα. Η εποχή του υδροχόου είχε τελειώσει επίσημα. Ένα νέο ταξίδι μόλις είχε ξεκινήσει.


Wednesday, July 31, 2019


Ναυτικό ημερολόγιο – Τα δαχτυλίδια του βαφτιστή κι ο αβάφτιστος που κράτησε το όνομά του.

Της Χριστίνας Κοντούλη









-Οι όμορφοι άνθρωποι είναι όμορφοι όπως και να ‘χει, δεν χρειάζονται στολίδια. Το μεγαλύτερο στολίδι σ’ ένα σώμα  ή ένα πρόσωπο είναι ο χαρακτήρας. Ναι τα σώματα είναι όμορφα, ναι τα πρόσωπα είναι όμορφα κι αυτό είναι κάτι ελκυστικό, σε έναν κόσμο όπου το διαφορετικό είναι άσχημο, μήπως είμαστε όλοι άσχημοι; Έτσι κι αλλιώς είμαστε όλοι διαφορετικοί.



Πάνω στη γαλάζια ερημιά γράψαμε το όνομά της, από όταν γεννήθηκε μας έμαθαν να τη λέμε θάλασσα, εμείς την λέγαμε ελευθερία. Όταν μιλούσαμε για εκείνη κι όταν τη φανταζόμασταν, όταν τη σιχτιρίζαμε κι όταν κλαίγαμε να την μεγαλώσουμε κι άλλο, πάντα τότε μόνο της δίναμε το πρόσωπό της. Κυρά με τα χίλια πρόσωπα, τα χίλια φύλλα, χίλια έθνη και μια γλώσσα συρτή γεμάτη υγρασία, σκληρή κι αμείλικτη, υπομονετική, χρόνια έγλυφε την πέτρα μέχρι να λιώσει να περάσει κι άλλες φορές ανυπόμονη κι άγρια ανέβαινε πάνω από τα βράχια να ηρεμήσει τα δίκια της. Εμείς θυσιάζαμε σ’ εκείνη πριν το ταξίδι και τη γεμίζαμε με άχρηστα δώρα και φυλακτά, άλλοι φορώντας το πρόσωπο της Αγαύης κι άλλοι σοφότεροι κέρδιζαν την εύνοια της δένοντας τα μάτια τους μ’ ένα μαντίλι κι αποτυφλώνονταν, παραδίνονταν στη θέλησή της και περπατούσαν στο κύμα αφήνοντας πίσω τους πατημασιές χρησμούς για τους μύστες. Κάποιοι στάθηκαν μπροστά της ντυμένοι αλαζονικοί Πενθέες μα σαν το ρούχο τους, σχίστηκαν κι εκείνοι κι έμεινε μονάχα το θλιβερό, το κακόηχο προσωπείο…
Κι εμείς νεοσσοί κι ασχημάτιστοι, αφύλαχτοι, ανεβήκαμε στο καράβι, με σώματα τρυφερά κι ανέγγιχτα, γυμνά, ντροπιασμένα για την άγνοιά μας, να κάνουμε την πρώτη μας θυσία.
-Αφήστε τα γούρια των γονιών σας, τα πορτοφόλια σας κι όσα έχετε ντυθεί, αφήστε ό,τι κουβαλάτε μαζί σας, αφήστε τις φωτογραφίες των φίλων και των ερώτων σας, αφήστε τους λογαριασμούς σας, άμα θα συναντήσετε την θάλασσα , άμα θα συναντήσετε την ελευθερία θα’ χετε μαζί ό,τι θα είχατε στο θάνατο. Τίποτα από όλα αυτά δεν θα ’ρθει μαζί σας στην ελευθερία παρά μόνο ό,τι χωράει στο κεφάλι σας, ακόμα και το ίδιο σας το σώμα, σήμερα μένει εδώ.
Ένας ψηλός γέρος βγήκε από την καμπίνα. Τα μάτια του ήταν παράξενα, θολά. Το πρόσωπό του είχε κάτι ακόμη πιο περίεργο, σε κάθε έναν μας έμοιαζε αλλιώς, κανένας δεν μπορούσε να τον περιγράψει κι όμως για όλους είχε κάτι γνώριμο. Στα δάχτυλά του φορούσε δώδεκα δαχτυλίδια. Κάποια από αυτά ήταν γυρισμένα ανάποδα κι είχανε πάνω μια μικρή σκαλιστή άγκυρα, τα άλλα δεν μπορούσα να τα δω καλά μα είχα την αίσθηση πως κάποιο από αυτά έγραφε τα ονόματά μας… Ο καπετάνιος ήρθε προς το μέρος μας και πιάνοντας έναν από το σβέρκο του βούτηξε το κεφάλι στο νερό.
Έπειτα από λίγο κι ενώ εμείς κοιτούσαμε με αγωνία, ο άνθρωπος έπαψε να κουνιέται. Τότε ο καπετάνιος τράβηξε τα χέρια του κι ο άνθρωπος σηκώθηκε με το νέο του δέρμα. Στο σώμα του είχαν σχηματιστεί τα όπλα του. Ένα ασημένιο μελάνι έβγαινε από τη θάλασσα κι απλώνονταν απάνω του παίρνοντας σχήματα που έμοιαζαν με αστερισμούς.
-Τώρα ανήκεις στη σκέψη σου, τώρα ανήκεις στην κρίση σου, τώρα ανήκεις σ’ εσένα. Πάνω σου να γράφονται οι επιλογές σου, πάνω σου να γράφονται οι πράξεις σου, βαφτίζεται ελεύθερο το σώμα σου, πάρε τα χρώματα και το όνομα που διάλεξες, ας είναι δυνατά τα μάτια σου να βλέπουν την αλήθεια, ας είναι δυνατά τα αυτιά σου να την βρίσκουν μέσα στα ψέματα, ας είναι δυνατή η μύτη σου να βρίσκεις τα χνάρια της, ας είναι δυνατή η γλώσσα κι ας είναι δυνατά τα χέρια σου να την πουν, να την κρατήσουν, σε παραδίνω στην σκέψη σου, ας σε παραδώσει κι η ελευθερία σ’ εσένα. Είπε ο καπετάνιος και ντύνοντας τον άνθρωπο με πορφυρά και μοβ του ψιθύρισε το όνομά του. 
Όταν έφταναν οι βαφτίσεις στους τελευταίους, στο κατάστρωμα είχαν συγκεντρωθεί λογιών λογιών πλάσματα και μας κοιτούσαν από ψηλά, κάθε βαφτισμένος είχε πάρει τη θέση του ανάμεσα στις κάστες, τη μορφή, τα αστέρια και το όνομά του. Κάποτε έφτασε και σ’ εμάς η ώρα. Πήγα πρώτος μπροστά στον καπετάνιο και του έδηξα τα υπάρχοντά μου. Δεν είχα φωτογραφίες αγαπημένων, ούτε φυλαχτά, δεν είχα χρήματα, ούτε λογαριασμούς, δεν είχα τίποτα. Ο καπετάνιος με κοίταξε καλά από πάνω μέχρι κάτω.
-Πως σε λένε;
-Όπως θέλεις, του είπα χωρίς να ξέρω γιατί, κάτι μέσα μου με έσπρωχνε να αντιδράσω. Ο καπετάνιος με κοίταξε ξανά κι ύστερα έστρεψε τα μάτια του στα δικά μου. Το βλέμμα του είχε και πάλι κάτι απροσδιόριστα παράξενο, διαφορετικό αυτή τη φορά, σαν μια μικρή φλεγόμενη ύπαρξη να μου χαμογελούσε μέσα από τα ομιχλώδη του μάτια.
-Μισός στεριανός… μισός θαλασσινός…. Το όνομα που θα έχεις είναι αυτό που έχεις ήδη. Εσύ δε θα βαφτιστείς σήμερα. Ή  θα κρατήσεις το όνομά που έχεις σε όλο το ταξίδι ή θα διαλέξεις το καινούργιο σου όνομα μονάχος σου, εμείς δε θα σου δώσουμε κανένα. Ούτε ρούχο θα πάρεις ούτε χρώμα, αν θέλεις ρούχα θα τα φτιάξεις μόνος σου κι αν θέλεις χρώμα θα δημιουργήσεις ένα καινούργιο, ούτε όπλα θα σου δώσουμε , ούτε αστέρια να προσευχηθείς. Δεν έφερες πρόσφορο για την ελευθερία, το πρόσφορο θα είσαι εσύ. Μα θα έχεις μια επιλογή κι αυτή θα είναι η προσφορά μας, κανείς από όσους βαφτίστηκαν σήμερα δεν θα κατέβει από το πλοίο, εσύ όμως θα μπορείς, μα αν κατέβεις δε θα ξαναγυρίσεις. Έκανε ο καπετάνιος κι έπειτα στάθηκε σιωπηλός απέναντί μου περιμένοντας την απάντηση. Αισθάνθηκα ξαφνικά μια δυσφορία, όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω μου κι ήταν παράξενο πως όλοι περίμεναν την απάντησή μου, άλλοι έβλεπαν ήδη την πλάτη μου καθώς έβγαινα από τη θάλασσα και εξαφανιζόμουν ανάμεσα στα χορτάρια κι άλλοι περίμεναν να βάλω τα κλάματα και να ικετέψω. Κοίταξα δίπλα εκείνους που ακόμη περίμεναν τη βάφτιση κι εκείνους που είχαν βαφτιστεί, ένας από τη σειρά μας χαμογέλασε κι έστρεψε τα μάτια του προς τα πάνω. Τότε γύρισα και κοίταξα τον ουρανό, πίσω από την αχνή πάχνη  των σύννεφων ξεχώριζε ο αστερισμός του Ωρίωνα…
Ανάμεσα στους βαφτισμένους και σ’ εκείνους που περίμεναν , υπήρχε μια πλωτή ξύλινη  γέφυρα που ένωνε τη στεριά με το πλοίο. Χτύπησα τη χούφτα μου όσο πιο δυνατά μπορούσα κι ύστερα παίρνοντας ένα από τα σανίδια της γέφυρας χάραξα στο χέρι μου τ’ αστέρια της ζώνης. Όταν τελείωσα το άφησα στα χέρια του βαφτιστή.
-Αφού το πρόσφορο είμαι εγώ, δίνω σαν πρόσφορο τον πόνο μου, το ξύλο σας και την επιλογή μου. Κι από δω και μπρος αυτά θα είναι τα όπλα μου στο ταξίδι. Κι αν θέλω να ταξιδέψω στη στεριά θα το κάνω κι αν θέλω να ταξιδέψω στη θάλασσα θα πάρω ξύλα από τη γη και θα φτιάξω καράβι κι αν το όνομά μου είναι σήμερα Δούλος κι αύριο Δούλος θα’ ναι μα θα ‘με ελεύθερος όχι γιατί με βάφτισαν έτσι, όχι γιατί εσύ επέλεξες να μου δώσεις την ελευθερία μου αλλά γιατί την έχτισα με τον πόνο μου, το ξύλο σας και την επιλογή μου. Είπα και πηγαίνοντας κοντά στον βαφτιστή πήρα το ξύλο από τα χέρια του και το έμπηξα στην άμμο εκεί που συναντιόνταν η ξηρά κι η θάλασσα.
-Το χρώμα μου θα ‘ναι το χρώμα του αίματος κι αυτό το ξύλο θα ‘ναι το πρώτο κομμάτι του καραβιού μου. Δεν τάζω στη γη ούτε στη θάλασσα τίποτα, δεν τάζω τίποτα στην ελευθερία, παρά μονάχα τάζω αυτά τα τρία πράγματα σ’ εμένα κι αυτά ας με περάσουν στη γη, στη θάλασσα και στην ελευθερία.
Οι βαφτιστές ψιθύριζαν μεταξύ τους ρίχνοντας μου άγριες ματιές, μπροστά στη φωτιά της θυσίας που πάλλονταν από τον άνεμο οι μορφές τους άρχιζαν να αλλοιώνονται κι οι περίτεχνες στολές τους να θυμίζουν φτερά από μαύρες κότες ενώ μικρές τσιριχτές αποδοκιμασίες  έπεφταν από τις γλώσσες τους. Οι βαφτισμένοι τώρα άρχιζαν κι εκείνοι να τους μοιάζουν. Κοίταξα ψηλά: Η απαλή πάχνη που σέρνονταν νωχελικά στον ουρανό είχε δώσει τη θέση της σε γκρίζα παραφουσκωμένα σφουγγάρια   ενώ η θάλασσα ακολουθούσε το παράδειγμα τους χτυπώντας ολοένα και πιο δυνατά το αραγμένο σκαρί. Τα κύματα έρχονταν σε τριάδες που όσο πήγαινε και δυνάμωναν ορμώντας με μανία πάνω στο κατάστρωμα ξεπλένοντας τα στολίδια από τους ανόητους βαφτιστικούς.
Οι βαφτιστές στρίγκλιζαν ανάμεσα στα δόντια τους τις λέξεις «ύβρης», «βλασφημία» , «τιμωρία». Κι οι «απελευθερωμένοι δούλοι» έτρεχαν τώρα πάνω κάτω στο κατάστρωμα ψάχνοντας τους ψιθύρους με τα ονόματά τους που είχαν πέσει στις τρύπες του ξύλου. Ο άνεμος έκανε τα κύματα να ψηλώνουν όλο και πιο πολύ γλείφοντας βιαστικά το καράβι ενώ η φωτιά τίναζε τη χαίτη της παραμιλώντας νανουρίσματα για τους ναυαγιστές που έσερναν τα βήματά τους στη βυθισμένη έρημο. Οι αβάφτιστοι  ανάμεσα σε στεριά και θάλασσα τραβούσαμε όσους από τους βαφτισμένους προλαβαίναμε, μα τα ρούχα τους ήταν βαριά και οι ψίθυροι τριγύριζαν σαν σφήκες πάνω από τα κεφάλια τους κάνοντας όλο και πιο δύσκολο να τους τραβήξουμε έξω. Κάποιοι πάλι ξεγυμνώνονταν για άλλη μια φορά κι έτσι γυμνοί κι ανώνυμοι ήταν πιο εύκολο να κολυμπήσουν.
Ξάφνου  το βλέμμα μου έπεσε στο γέρο καπετάνιο. Στέκονταν καταμεσής του  χάους κοιτώντας πότε γύρω του πότε τα ρούχα του. Έμοιαζε σκεπτικός. Πήγα προς το μέρος του πιστεύοντας πως είχε σοκαριστεί από την καταιγίδα, εκείνη τη στιγμή όμως πρόσεξα πως δεν ήταν η καταιγίδα ούτε οι βαφτιστές , ούτε οι βαφτιστικοί , ούτε κι εγώ αυτό που είχε προκαλέσει το σοκ. Ήταν η αντανάκλαση του. Τώρα φορούσε δυο πρόσωπα, κι είχε χάσει τα μάτια της Κασσάνδρας. Ο Πενθέας έριξε τις εντολές κι Αγαύη τις μάζεψε με κακή πίστη. Μέσα στα νερά δέκα μικροί Πενθέες και Αγαύες φώναζαν ντυμένοι με ψιθυριστά ονόματα, πολύχρωμους χιτώνες και μπαλωμένα μεσοφόρια γεμάτα πρόσφορα ανόητων δούλων που πίστευαν πως πλήρωναν αντίτιμο για την ελευθερία τους μα στην ουσία πλήρωναν ενοικίαση έξτρα χεριών κι αιώνια υποταγή. Κι εμένα που δεν ήμουν διόλου εξυπνότερος , ούτε ομορφότερος, ούτε δυνατότερος, ούτε πιο ικανός με είχε γλιτώσει αυτή η μικρή μέλισσα μέσα στο κεφάλι μου που αντιδρούσε στους προκάτ όρκους. Τώρα αυτή η μέλισσα τσιμπούσε τον γέρο βαφτιστή που νόμιζε ή που ήθελε να νομίζει πως υπηρετούσε την μεγάλη ιδέα.
Εκείνη τη στιγμή κάτι μέσα μου με έκανε να σηκώσω το χέρι και να χώσω ένα γερό πάτημα στον βαφτιστή μέσα στην κολυμπήθρα. Όταν έβγαλε το κεφάλι του από το νερό το πρόσωπό του είχε καθαρίσει.
-Είσαι ακόμα καπετάνιος, τι θα γίνει με το καράβι, πρέπει να το βγάλουμε έξω.
-Όχι, πρέπει να το σπάσουμε, έκανε και μπαίνοντας πιο βαθιά μέσα στα αγριεμένα νερά άρπαξε το πρώτο ξύλο.
-Εμπρός σύντροφοι! Φώναξε κάποιος μέσα στο πλήθος. Οι λέξεις όπλισαν τα χέρια κι όλοι έτρεξαν προς τη θάλασσα. Μα κάποιος άλλος είχε μια καλύτερη ιδέα. Την ίδια στιγμή που αβάφτιστοι κι ξεβαφτισμένοι ετοιμάζονταν να ρίξουν το άδειο σκαρί κάποιος στο βάθος σκέφτηκε να το γεμίσει. Κρατούσε στο χέρι μια φωτογραφία, την κράταγε από το πίσω μέρος χαμηλά κι έτσι δεν είδαμε τη έδειχνε μα καθώς περνούσε ανάμεσά μας κάτι μας έκανε να σταματήσουμε. Έφτασε κοντά στο τρύπιο σκαρί, που τώρα έμοιαζε περισσότερο με  Ελβετική γραβιέρα παρά με καράβι και βούλωσε μια τρύπα με τη φωτογραφία του.
-Δεν θα ξεχάσουμε, ούτε θα χαρίσουμε αυτό που μας κάνει να ζητάμε ελευθερία, δεν θα το θυσιάσουμε σε κανένα βωμό, ό,τι είχαμε το είχαμε για να μας θυμίζει κάποιο μέρος που λέγαμε σπίτι, κι ό,τι δεν είχαμε ήρθαμε να το βρούμε εδώ, είπε ρίχνοντας μου μια χαμογελαστή ματιά. Αυτό σημαίνει να είσαι ελεύθερος, να θυμάσαι, ό,τι σε έκανε να προχωράς, καλό ή κακό, ό,τι σε έκανε να είσαι αυτός που είσαι, ό,τι θα σαι κάνει αύριο αυτόν που θα γίνεις! Ελευθερία δεν είναι να ξεχνάς, είναι να θυμάσαι, σε πείσμα όσων ξεχνούν , σε πείσμα όσων θέλουν να ξεχάσουμε τους λόγους που παλεύουμε για την ελευθερία, αυτοί οι λόγοι δεν είναι πρόσφορο, αυτοί οι λόγοι είναι ο λόγος.  Γεννηθήκαμε γυμνοί μα σήμερα εδώ δεν ήρθαμε έτσι, ήρθαμε φορώντας τα βάρη μας, ήρθαμε φορώντας τα ρούχα του εαυτού μας, ήρθαμε για να επιλέξουμε όχι για να επιλέγουμε. Κι εσύ, γύρισε προς το μέρος μου, που δεν έφερες τίποτα, σήμερα έφερες την αλλαγή, έφερες την ελευθερία.
Οι άνθρωποι χαμογέλασαν. Κανείς δεν είχε προσέξει πως η καταιγίδα είχε περάσει. Τώρα κρατούσαν στα χέρια τους τα όπλα τους, τώρα κρατούσαν στα χέρια τους τους λόγους. Το πλαγκτόν που λαμπύριζε στα σώματά τους ζωγραφίζοντας τυχαίους αστερισμούς είχε κι εκείνο χαθεί μέσα στην ταραχή και τα νερά, τώρα λαμπύριζαν μόνο δυνατά βλέμματα. Τότε κατάλαβα τι εννοούσε εκείνο το παραμύθι που μας έλεγαν μικρούς γιατί εκείνο το ξημέρωμα είδα τα χίλια πρόσωπα της θάλασσας να χτίζουν την ελευθερία τους, κοιτάζοντας το μέλλον με χίλια λαμπερά μάτια.

Thursday, July 18, 2019


Ναυτικό ημερολόγιο - 3/3/ έτος άγνωστο / πορεία κόντρα στο ρεύμα
Της Χριστίνας Κοντούλη



Τα κατά συνθήκη ψεύδη ή ψέματα: αυτά που λέγονται εν γνώσει μας ότι είναι ψέματα, για να μη θίξουμε ή προκαλέσουμε τον άλλον. 333 Αλήθειες. 333 φορές, τέσσερις είπα πως δεν είμαι ψεύτης και είπα ψέματα.
                 …………………………………………………..



Ψέματα μέσα στη μούρη του άλλου, ψέματα για αποφυγή, ψέματα  για εντυπωσιασμό ,ψέματα από φόβο, ψέματα γιατί ποτέ δεν μας ρώτησαν το σωστό πράγμα τη σωστή στιγμή. Ψέματα.           Το πρώτο πράγμα που μαθαίνουμε. Η πρώτη μορφή απώλειας που συναντούμε είναι το ψέμα.
-Σ’ αγαπώ μα δεν στο είπα ποτέ γιατί φοβόμουν, σ ’αγαπώ μα ήθελα να κρατήσουμε την φιλία μας σ’ αγαπώ, θα έκανα τα πάντα για σένα, σ’ αγαπώ γιατί αυτό  έμαθα πως πρέπει να ακούσεις σ’ αγαπώ γιατί αυτό έμαθα να θέλω να ακούσω κι εγώ. Σ’ αγαπώ γιατί δεν αγάπησα ποτέ μου. Σ’ αγαπώ γιατί ευτυχώς δε θα με αγαπήσεις ποτέ. Σ αγαπώ γιατί δεν θέλησα να γίνω κάτι μα προτιμώ να είσαι εσύ αυτό το. Σ’ αγαπώ γιατί δεν χρειάζεται να το αποδείξω.

                  ………………………………………………….


Η Κρύνη άπλωσε το κορμί της στο πέτρινο κρεβάτι. Λεπτά φύλλα υφάσματος τύλιγαν  ένα κορμί που θα’ λέγε κανείς πως δεν είχε γνωρίσει ψεγάδια. Τα χάλκινα μαλλιά της απλώνονταν στα μαξιλάρια, όπου παραφουσκωμένα με πούπουλα χήνας της έκρυβαν ελαφρώς το πρόσωπο. Στο όμορφο σκηνικό η δύση του ήλιου έδινε μια νότα απορίας στην εικόνα καθώς ήταν πολύ νωρίς για τον βραδινό ύπνο κι ίσως πολύ αργά για τον απογευματινό. Ο Τζουζέπε και η Ζοσελίν δυο άγρια κοράκια συνόδευαν τον ύπνο της. Η Ρους απαρηγόρητη μα αποφασισμένη με χούφτες γεμάτες από τσαλακωμένα χαρτιά παραμόνευε σαν αλεπού το ρολόι της ώρας. 333 χτύποι. Η Κρύνη ανέπνεε απήγανο. Οι επαναστάτες συνόδευαν τον τσάρο στην τελευταία ανάσα  με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα και μάτια που έλαμπαν κάτω από τη ρεκλάμα της ελευθερίας. Κόκκινα λάβαρα όμοια με τις τρίχες των μαλλιών της συνόδευαν το ποδοβολητό όλων εκείνων που ξέχασαν τις διαφορές τους για τον αγώνα, μερικές δεκαετίες αργότερα τα αγνά ιδανικά τους  αγκομαχούσαν πάνω σε φθηνά ναρκωμένα κρεβάτια με μάτια θολά και κοντές φουστίτσες των 3 ευρώ έτσι που οι γέροι λεφτάδες αλλά κι οι τίμιοι βιοπαλαιστές να πιάνουν πιο εύκολα τον κώλο.
Η Κρύνη χυμένη στην άκρη του όμορφου κρεβατιού αντάμωνε το μοιραίο όνομά της. Δίπλα ο Μπαστέτ σκεπτικός πηγαινοέρχονταν χαμένος μέσα σε μια διαρκή πράξη αμηχανίας ενώ τα βιολιά του δρόμου βάδιζαν στο πένθιμο εμβατήριο. Τα μαλλιά του κακοκουρεμένα κι η ανάσα του σαν σκωτσέζικος βάλτος παραγεμισμένος με τσιγάρα πάλλονταν απαλά κάθε φορά που άλλαζε ο άνεμος. Είχε μέρες να πάει στο καράβι, φαντάζονταν τα τρόφιμα σάπια και τα τζάμια που κρατούσε καθαρά καλύτερα από τα μυωπικά γυαλιά του τώρα να πάλλονταν κι εκείνα κάτω από τις μπότες των εξουσιαστών. Εκείνη τη στιγμή μια ντουζίνα μπάτσοι μπούκαραν στη κάμαρα, κόβοντας την αγρυπνία στη μέση..- δεν σέβονταν τίποτα πια-, έσφιξαν τα χέρια της Ρους πίσω από το ώμο και με δυο περιβαλλοντικά ελεγμένες χειροπέδες της διάβασαν τη επικείμενη μοίρα της.
-Σταθείτε ρε παιδιά, περιμένετε, να σβήσει ο ήλιος, έστω να σβήσει το κερί.
Το “έγκλημα” όμως δε μπορούσε να περιμένει!Τέσσερις ψευδορκίες απόγνωσης, 333 μαρτυρίες ελπίδας μα η Κρύνη δεν γινόταν να σηκωθεί. Ο Μπαστέτ είπε πως θα μιλούσε αύριο με το δικηγόρο. Τέσσερις ζωντανοί νεκροί ξήλωσαν τα παράσημα της Ρους από το στήθος κι άλλοι 333 ζωντανοί της φόρεσαν το φωτοστέφανο. 4 άντρες την έκριναν, 4 γυναίκες την κατηγόρησαν, 3 παιδιά δεν έμαθαν ποτέ την ιστορία. Σε λίγο ακολούθησε την Κρύνη με συνοπτικές διαδικασίες ωστόσο δεν υπήρξε σ’ αυτό το σκηνικό κανένα πουπουλένιο μαξιλάρι, κανέναν ακριβό ύφασμα μα το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Η Κρύνη κατάγονταν από πλούσια οικογένεια, οι γονείς τις είχαν βάλει λυτούς και δεμένους ωστόσο εκείνη παρέμεινε πιστή στον αγώνα μέχρι τελευταία στιγμή, οι γονείς μας δεν υπήρχαν πια παρά μόνο σε αναμνήσεις κι οι γονείς του Μπαστέτ, δυο μικρομεσαίοι μεσήλικες αποκήρυξαν τον γιο την πρώτη μέρα που πάτησε στο καράβι.  Εκείνη τη μέρα εντελώς τυχαία παρατηρήσαμε πως ο δικηγόρος του είχε πάει για μπάνιο κι η δικογραφία του ήταν αδύνατο να βρεθεί . Το κράτος τον έκρινε ένοχο για κλεφτοπόλεμο κι ο άλλοτε άκαμπτος   Μπαστέτ πάλευε πια χωρίς κανένα σκληρό εαυτό, χωρίς καμιά αμηχανία να δει για τελευταία φορά τον ήλιο να δύει.
Στις 4 και 33 τα ξημερώματα το πλήρωμα του Φτερωτού Ναβάχο εκτελέστηκε κι έπειτα σβήστηκε από τον χάρτη σαν τον τελευταίο ινδιάνο αντάρτη «εν μέσω διαταραχών» .Η κυβέρνηση δήλωσε τον αποστάτη σε 4 καρτέλες κι η εκκλησία αφόρισε τους άπιστους. Η δικαιοσύνη απάντησε χαμογελαστά στον γιατρό πως τα νέα μυωπικά γυαλιά της τω 6 βαθμών ήταν η σωτηρία. Τα μάτια της αλληθώριζαν ευχαριστημένα μέσα από ραδιόφωνα κι εφημερίδες ενώ η τηλεόραση αποδοκίμαζε όσους έβλεπαν καθαρά καθώς εκείνη αδυνατούσε να παραδεχτεί πως έκανε λέϊζερ κι είχε ξανά τη δυνατότητα να βλέπει.
Μέσα σε μια θαλασσινή ποντικοφωλιά ορκίστηκαν απιστία οι προλετάριοι.  Πίσω από τις ρωγμές ενός σταυρού οι άθεοι ορκίστηκαν πίστη στην ιδέα. Στις 3 και 44 τα ξημερώματα είχαν ήδη τραπεί σε φυγή. Οι πρώτες βόμβες συνθηκολόγησης είχα πέσει στο τραπέζι. Τα στόματα φώναζαν ΥΠΟΤΑΓΗ κι οι συνειδήσεις είχαν κιόλας βολευτεί σε μια μόνιμη θέση στο δημόσιο  ενώ οι αρχηγοί λούφαζαν τώρα πίσω από τους τελευταίους. ΟΙ αναλώσιμοι αναφώνησαν «θάνατος για τους αναλώσιμους» κι ύστερα δάκρυσαν ευχαριστημένοι καθώς οι θηλιές γίνονταν ένα με το σπάσιμο του σβέρκου των δικών τους.
Το τελευταίο τραγούδι που τραγούδησαν οι σιωπηλοί ανυπότακτοι ήταν το strange fruits της Billy Holiday. Την άλλη μέρα έγινε πράξη.
Η Μυρσίνη και η Φαίδρα ήταν ένα ζευγάρι Ελληνοδανών καπετανέων. Έκρυβαν τις προκηρύξεις κάτω από τα ρούχα τους στο σουλάτσο ενώ ο Φίοντορ Μπεργκμαν περνούσε τους πρόσφυγες στο κατώι κατά τις τρεις τα ξημερώματα.  Καθώς έβλεπα τις ορδές των ανθρώπων να κατεβαίνουν τη σκάλα θυμόμουν τον παππού μου να ακούει ένα περίεργο τραγούδι στο ραδιόφωνο, μιλούσε για ένα ‘μυστικό κατώι, τότε δεν ήξερα καν τι σήμαινε η λέξη μα σήμερα στα δεκαεφτά μου χρόνια ένιωθα μια παράξενη, μια διεγερτική περηφάνια λες και μοιραζόμουν μαζί του κάποιο κοινωφελές μυστικό κάθε φορά που έφερνα το ριγανόψωμο κάτω από το ξύλινο πορτάκι. Ο άντρας μου ο Μπελαρούς, ένας κοντός ανθρωπάκος μόλις 4 χρόνια μεγαλύτερος, με καστανά κι άγρια βουνίσια μάτια, μαύρα μαλλιά και κόκκινα φρύδια, στρογγυλοπρόσωπος κι ακραία φιλομαθής, απροσάρμοστος γιος της σελήνης, με καθησύχαζε κάθε τόσο χαϊδεύοντας μου το σβέρκο σαν να’ θελε να απαλύνει τη θηλιά όταν θα έσπαγε τα κόκαλά μου.
Οι πρόσφυγες πολέμου είχαν μια ονομασία στη εποχή μας, «ΑΝΕΠΙΘΗΜΙΤΟΙ». Οι αντάρτες είχαν κι εκείνο την ίδια, όποιος δεν συμβάδιζε με τις επιταγές της νέας σύμπραξης κυβερνήσεων δεν ήταν παρά ενοχλητικό μυγάκι στις διακοπές τους. Τα ανθρώπινα όντα, τα ζώα κι ό,τι άλλο στέκονταν εμπόδιο στα μεγαλεπήβολα σχέδια της τετράδας στιγματίζονταν υπό τον αριθμό 3 κι έφερε ένα μεγάλο Α στο μπράτσο με τατουάζ. Στο μπράτσο μου το τεράστιο Α δήλωνε την ταυτότητα που η κοινωνία μου είχε δώσει. Τζώρτζ Ζερό, μηδενικό υποκείμενο μιας αδύνατης, αηδιαστικής εξίσωσης, ένοχος για προδοσία φύλλου, ένοχος για προδοσία επιθυμητής επιλογής, ένοχος για προδοσία μη αποδεχτής αλληλεγγύης, ένοχος για προδοσία συμπάθειας κατωτέρων ειδών, ένοχος για προδοσία μιας ανύπαρκτης ανωτερότητας, ένοχος για ανθρωπιά. Ένα μικρό μηδενικό στο σύστημα, ένα μικρό μηδενικό που γεννήθηκε με σκοπό να το αλλάξει ή έστω να βγάλει τον θεμέλιο λίθο του, το όνομα που επέλεξα ήταν Τζωρτζ Ζερό κι ήμουν ο τελευταίος του πληρώματος του Φτερωτού Ναβάχο. Επέλεξα το Τζώρτζ γιατί στα μέρη μου ήταν το πιο διαδεδομένο όνομα, ήταν το όνομα του πλήθους και το μηδέν γιατί ήταν ο αριθμός του καμουφλάζ, μπορεί να έμοιαζες τίποτα μπορεί να ήσουν τα πάντα, μπορεί να μεγέθυνες κάτι ή να το εξαφάνιζες!
Ο Φίοντορ ήταν ο πρώτος που ήρθα σε επαφή, ένας καστανόξανθος πανύψηλος νεαρός με πλατύ χαμόγελο, έναν ελαφρύ αστιγματισμό στα χρυσαφένια του μάτια και πολλές βαριές ιδέες που χρησιμοποιούσε σαν «γυαλιά επαναφοράς της σωστής όρασης» όπως συνήθιζε να λέει. Η μικρότερη αδερφή μου τον είχε γνωρίσει τη μέρα της αποφοίτησης, στο λαιμό του έφερε ένα τατουάζ με το ζωδιακό σύμβολο του λέοντα και μια δισδιάστατη πυξίδα που του είχε χαρίσει η ίδια σαν ένδειξη γάμου. Τότε ήμουν περίπου δεκατεσσάρων χρονών, κάποιο βράδυ λίγο πριν πάρουν την γυναίκα του, έβγαλε τρομαγμένος από τα χείλη τον πιο σοβαρό του λόγο, ένα χαρτί κι ένα νούμερο. Μήνες είχε να βγάλει κουβέντα, το στόμα του ήταν πάντοτε σφαλιστό, εκείνο το βράδυ κατάλαβα γιατί. Το 4 ήταν το χαμένο κομμάτι. Ο πόλεμος κρατούσε ακόμα κ αυτή τη φορά η θρησκεία ήταν μια, η εξουσία ήταν μια, κανένας σύμμαχος, κανένα καταφύγιο, καμιά λογική μονάχα ένας άτακτος ανταρτοπόλεμος απέναντι στους τέλειους στρατιώτες, μια χούφτα άνθρωποι ανάμεσα σε χιλιάδες κρετίνους. Εκείνοι είχαν όπλα που έκαιγαν το κορμί, τα δικά μας ήταν πιο δύσκολα στο χειρισμό ,λιγότερα, μα πιο δυνατά, τα δικά μας έχτιζαν συνειδήσεις. Εκείνοι σκότωναν δέρματα, εμείς χτίζαμε ιδέες.
 Ήμουν δεκαπέντε χρονών όταν για πρώτη φορά κατάλαβα πως η ύπαρξη μου ήταν μια πολιτική πράξη. Γεννήθηκα αποτελώντας μέρος ενός συνόλου ωστόσο μεγαλώνοντας άρχισα να παρατηρώ την κόλα που κρατούσε αυτό το σύνολο ενωμένο, Πάνω στο κουτί έγραφε με κεφαλαία μυτερά γράμματα «ΨΈΜΑ» τότε αποφάσισα να είμαι συνειδητά ειλικρινής κι αποποιήθηκα το σύστημα.

-ΑΠΟΤΆΣΕΣΕ ΤΟ ΨΕΜΑ;
-ΑΠΕΤΑΞΑΜΗΝ

Πολλές φορές στο παρελθόν είχα διαβάσει για την αποτυχία της επανάστασης, ίσως γι’ αυτό να έφταιγε πως οι επαναστάτες έβγαιναν σε δυο μορφές, μου θύμισε για λίγο τις πρώτες εμφανίσεις του χριστιανισμού στην ιστορία, ο αγνός ιδεολόγος που δεν νοιάζονταν για τον θάνατο ούτε όμως και για την ζωή, με χαρά θυσιάζονταν για την ιδέα, κι ο άλλος εκείνος που γίνονταν ο επόμενος δικτάτορας, το συμπέρασμα ήταν το ίδιο κάθε φορά, ή θα πέθαινες για τους άλλους ή θα ζούσες εις βάρος τους. Εδώ συνάντησα το ψέμα. Μου έκανε εντύπωση η προθυμία θανάτου κι προθυμία της λήθης απέναντι στην αρχή του αγώνα, και οι δυο ντρόπιαζαν την επανάσταση. Ένας φαύλος κύκλος, ένα φίδι που μασουλούσε την ουρά του ως να χαθεί, η βάναυσα εγωιστική αγάπη για τη λήθη κι η φασιστική χρήση της. Δειλοί μοναχοί που προσεύχονται εν ώρα κίνδυνου, φασίστες στρατιώτες που χαλάνε την προσευχή. Στη μέση ο άνθρωπος, στη μέση η ζωή που της αφαιρούν κάθε σημασία. Παλεύαμε για ένα καλύτερο αύριο στη λήθη, πότε παλέψαμε για τη γνώση του σήμερα; Φορούσαμε σημαίες νεκρών αρχηγών, γδέρναμε τα πρόσωπά τους και τα κάναμε στρας και μπλουζάκια, κονκάρδες και βρακιά  ¾,  οι φωνές τους έπαιζαν μιξαρισμένες λούπες στα κλαμπ και τα γαρίφαλα ήταν μονάχα για τις πίστες. Πίστες υπέρ πίστεως.
Πατρίδες από συρματόπλεγμα, εκπαιδευμένα σκυλιά να μυρίζουν το πόνο, εκπαιδευμένα να προκαλούν περισσότερο. Πατρίδες από μουχλιασμένα αισθήματα ανωτερότητας για πράγματα και καταστάσεις χιλιομασημένες που άλλαζαν σε κάθε αναφορά σαν το τελευταίο κουτσομπολιό στην κίτρινη φυλλάδα.
- Διάλεξε τη φυλλάδα σου, διάλεξε τη απόχρωση του κίτρινου που σου ταιριάζει. Έχουμε κροκί, λεμονί, ξεθυμασμένο σκατουλί ίδιο με τη συνείδηση. 333 αρχηγοί για 4 ανθρώπους. 333 στέψεις θανάτου για μια συνείδηση βουβή χωρισμένη στα 4.
-άγνοια
-αίσθηση ανωτερότητας
-μίσος
-υποταγή.
Η χρυσή εποχή της 4τράδας.
Την χρυσή εποχή της 4τράδας, οι κυβερνήσεις ήταν τέσσερις: Η κυβέρνηση του βορά, η κυβέρνηση του νότου, η κυβέρνηση της δύσης κι η τελευταία της ανατολής. Στη μέση ήταν το σημείο αναφθοράς κι εμείς οι ΑΝΕΠΙΘΎΜΗΤΟΙ.
Ο πρώτος υπουργός ανήκει στην κυβέρνηση της Έρευνας, ο Δεύτερος στην κυβέρνηση του δημόσιου φυσικού και επίκτητου πλούτου, ο Τρίτος στην κυβέρνησης της ενημέρωσης και της δικαιοσύνης κι ο τέταρτος ήταν ο υπουργός Παιδείας και θρησκευμάτων. Η σύμπραξη των  ηνωμένων κυβερνήσεων είχε λάβει χώρα στη Νυρεμβέργη σαν φόρος τιμής στο μέρος που καταδικάστηκαν κάποτε οι φασίστες όπως συνήθιζαν να διαφημίζουν οι εκάστοτε προπαγάνδες με έμφαση στο δημοκρατικό πρόσωπο της τετράδας Εκεί που καταδικάστηκε  το μίσος  αρκετά χρόνια μετά στήθηκε η μεγαλύτερη και μαζικότερη ντροπή της ανθρωπότητας και νέοι φασίστες βρίσκονταν τώρα στο ίδιο μέρος, αυτή τη φορά όμως όχι σαν κατηγορούμενοι...
Μέσα σε λίγους μήνες ο στρατός οικειοποιήθηκε το  Υπουργείο Έρευνας. Οι ιδιωτικές μεγαλοεταιρίες «πάταξαν τον καπιταλισμό» δημιουργώντας τις «ελεύθερες μαζικές θέσεις ανθρωπίνου και ζωικού δυναμικού» καθώς οι φιλάνθρωποι οι κεφαλαιούχοι πρόσφεραν νεαρές και νεαρούς με λαδωμένα και ντοπαρισμένα μούσκουλα και βυζιά που έσπαγαν κεφάλια πλασάροντας στην αγορά τον «νέο επιθυμητό υπεράνθρωπο»: Παραφουσκωμένο με ροφήματα πρωτεΐνης, εμφυτεύματα σιλικόνης και λεύκανση πρωκτού όλα υπό την υπέροχη επικεφαλίδα της εταιρίας «Πυγμαλίων» ενώ οι “σπουδαιότεροι” και ευφραδέστεροι πολιτικοί κατέλαβαν το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων μετατρέποντάς το σε υπουργείο Αηδίας και Απορριμμάτων.  
Στο ολοκαίνουργιο «Ράιχ» τα βιβλία δεν απανθρακώνονταν στις πλατείες, στοίβες ολόκληρες προσφέρονταν σε κάδους ανακύκλωσης τελευταίας τεχνολογίας σταμπάροντας δαχτυλικά αποτυπώματα θέτοντας έτσι τους κύκλους των «ΕΠΙΘΥΜΗΤΏΝ».  Ο Μπρέχτ, ο Ουάϊλντ, ο Ουγκώ, ο Κάφκα, ο Καζαντζάκης, ήταν όλοι πεπαλαιωμένοι συνεργοί της αποτυχίας της ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ. Οτιδήποτε περιείχε ασχήμια διώκονταν, οτιδήποτε δεν συμβάδιζε με το καθεστώς καταστέλλονταν, οτιδήποτε δεν δημιουργούσε καινούς στρατιώτες και πειθήνια κοπάδια η προπαγάνδα το διέσυρε κι ύστερα το εξαφάνιζε από τα χέρια, τα μάτια, στο τέλος κι από τα στόματα.
Οι αντάρτες του αέρα καταρρίφθηκαν στα χρόνια του πατέρα μας. Οι αντάρτες της στεριάς κατεστάλησαν κι ύστερα υπέγραψαν θάνατο μετανοίας. Οι μόνοι που είχαν μείνει πια ήταν οι αντάρτες της θάλασσας που αρνούνταν να παραδώσουν τα πλοία. Ένα από αυτά μας παρέδωσε η Ρους τέσσερις μέρες πριν την πάρουν. Το τέσσερα ήταν το σύμβολο της «ανίερης συμμαχίας», το τρία ήταν το σύμβολο του αντάρτη, ένας για την ομάδα , δυο για την μονάδα, 3 μονάδες = τίποτα, 2 για έναν, ένας για την ομάδα. Αυτό το αριθμητικό σύνθημα υπήρχε πριν τα χρόνια της Κρήνης, λένε πως εκείνος που το εφηύρε ήταν ο Δουμάς. Ποτέ όμως δεν έμαθα πως έφτασε μέχρι τα δικά μου χρόνια.
Ένα βράδυ ο Φίοντορ μπήκε στο σπίτι από την πίσω πόρτα. Εγώ μαγείρευα, δεν τον άκουσα να μπαίνει. Όταν τον είδα έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Ο αριστερός του ώμος σφηνωμένος ανάμεσα σε ξηρό τομπάκο και αίματα εξείχε μ’ έναν παράξενο τρόπο στην άκρη του κορμιού του. Ο  Μπελαρούς έσπευσε να βοηθήσει, ωστόσο είχε δυο χρόνια που’ χε παρατήσει την ιατρική κι οι γνώσεις του ήταν περιορισμένες. Όποτε πήγαινα στο δωμάτιο τα μαλλιά του άντρα μου μου φαίνονταν όλο και πιο γκρίζα, τα χέρια του έτρεμαν περισσότερο.. Κατά τις πέντε το πρωί κι όταν πια σταθεροποιήθηκε κάπως η κατάστασή του, ο Φίοντορ μας είπε πως τον είχαν αρπάξει οι φασίστες. Η Φαίδρα η αδερφή του, ήταν ήδη νεκρή αν όχι αιχμάλωτη. Για μια στιγμή τα μάτια μας σφίχτηκαν , ήταν παράξενο να εύχεσαι  κάποιος αγαπημένος να έχει πεθάνει, έτσι κι αλλιώς η μοίρα που περίμενε τους ζωντανούς αποστάτες ήταν χειρότερη. Κάποιες οικογένειες διαδήλωναν έξω από την πρεσβεία της κυβέρνησης της Έρευνας κι όμως πήγαιναν χρόνια που καμία έρευνα δεν γίνονταν για τα παιδιά τους. Μονάχα στο τέλος οι μπάτσοι έλεγχαν τα αποτυπώματα των διαδηλωτών, την άλλη μέρα καμία έρευνα δεν γίνονταν για εκείνους.
Στις πέντε και είκοσι το ψωμί ήταν έτοιμο. Πήγα για το κατώι αφήνοντας τον Μπελαρούς, το Φίοντορ και την Μαντλέν να κατεβάζουν το τελευταίο ουίσκι -το ποτό έρεε άφθονο στην εποχή μας, ναρκωτικά κι ό,τι άλλο μπορούσε να σε καταστείλει χωρίς γκλομπ, χωρίς να ανοίξει ρουθούνι, άρτος και θεάματα. Μα για τους καραβοκύρηδες έρεαν πια μονάχα οι καρπαζιές. Εκείνο το μπουκάλι με το εξωτικό πουλί στο εξώφυλλο ήταν ό,τι είχε απομείνει από τον παππού μου όταν τον επισκέπτονταν ο αδερφός του. Η Μαντλέν, η ξαδέρφη μου έβγαλε το βιολί του θείου κι έπαιξε μια νότα. Την τελευταία φορά που είχε ανοίξει αυτή η θήκη μια είκοσι επτάχρονη Γαλλιδούλα από τη Λιόν έμεινε έγκυος αφήνοντας πίσω της δυο αγέρωχα, παντοδύναμα πράσινα μάτια και μια άγρια επαναστάτρια. Καμιά φορά χαιρόμουν που ο θείος δεν είχε βάλει καπότα εκείνο το βράδυ. Μπορεί η Μαντλέν να μην είχε κληρονομήσει τη φάτσα του ρομαντικού ασυμβίβαστου ξαδέρφου της μάνας μας μα σίγουρα κληρονόμησε το ελεύθερο ταμπεραμέντο μιας ολόκληρης γενιάς που έμοιαζε με αναβράζον χάπι. Περίμενε το νεράκι της….
Όταν ψήθηκε το ψωμί το τύλιξα σε μια πετσέτα κι άνοιξα την θλιβερή καταπακτή. Ο Μόμο, ένας πανύψηλος Νιγηριανός καπετάνιος  πήρε τα ψωμιά στα χέρια του κι έπειτα δίνοντάς μου τις προκηρύξεις με κοίταξε με αγωνία.
-Ο Μπαστέτ;
Κατέβασα τα μάτια μου. Ο Μόμο κατέβασε τα δικά του κι ύστερα έκλεισε το πορτάκι της καταπακτής. Γυαλιστερά, πεινασμένα, εξαθλιωμένα μάτια γλιστρούσαν από την άκρη του υπογείου κι απλώνονταν πάνω στα δάχτυλα των ποδιών μου ουρλιάζοντας σιωπηλά. Κανείς δεν έβγαλε άχνα.
Ακόμη ένας θάνατος.
 Καθώς ανέβαινα τη σκάλα, ένα αίσθημα θλίψης με πλημμύρισε. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό μου. Νοσταλγούσα τις εποχές που γέμιζα δάκρυα τα σεντόνια μου για τον έρωτα, τώρα γέμιζα σκατά τα βρακιά μου κάθε φορά που χτυπούσε η πόρτα τη νύχτα. Σκέφτηκα τη Νέλα. Η Νέλα ήταν η μεγάλη μας αδερφή, κάποτε ήμασταν τρεις τώρα μονάχα ένας. Η Νέλα σήμερα θα με περνούσε ακριβώς δώδεκα χρόνια. Η μεγάλη μου αδερφή πέθανε στη φυλακή. 43 άνθρωποι έζησαν χάρης εκείνη. 43 μαρτυρίες που θάφτηκαν μαζί με τις ελπίδες των ανθρώπων. 43 άνθρωποι ανακήρυξαν αγία το κορίτσι που μου έτρωγε τα δημητριακά, το κορίτσι που μου έφερε το πρώτο μου πλαστικό καραβάκι όταν έκανα μπάνιο. Στις 3 και 33 το πλοιάριο Ευδαίμων προσάραξε στη Σικελία αποβιβάζοντας 43 αποστάτες σε σώα κατάσταση. Οι εννιά  απελάθηκαν δυο μήνες αργότερα με άγνωστη κατεύθυνση , οι 34 βρίσκονταν στο κατώι του πλωτού σπιτιού μας εδώ και 3 μήνες. Τέσσερις μήνες μετά η Ρους άφησε την τελευταία της ανάσα για διαθήκη πάνω σε μια κακοπλεγμένη θηλιά. Το πολεμικό ναυτικό έσβησε το όνομά της από τα βιβλία, τα παράσημα της ξηλώθηκαν, ακόμα κι οι αφίσες της επικήρυξης της μαζεύτηκαν την ίδια μέρα, η πενιχρή περιουσία της δημεύτηκε κι εγώ κληρονόμησα  μια καρτέλα διαπόμπευσης από το σύστημα, ένα παράσημο που μύριζε τώρα ρίγανη, σιτάρι κι ελευθερία.
Το τελευταίο μου γεύμα στο σπίτι  είχε μια δόση ακατέργαστης σοσιαλιστικής ψευδαίσθησης. Ένιωθα το στομάχι μου δυνατό κι οι ήχοι που κάθε τόσο παρήγαγε από την πείνα δεν ήταν παρά παμπάλαια τσιτάτα που έβγαιναν στη μόδα ξανά, ή μάλλον ποτέ δεν είχαν φύγει. Στο πιάτο μου ένα κομμάτι μπαγιάτικο ψωμί και μερικά άγρια χόρτα. Το τελευταίο ποτήρι ουίσκι το μοιραστήκαμε στις 3 και 33 ακριβώς. Δεν έφτανε για να μεθύσουμε, δεν έφτανε για να ησυχάσουμε, ζέστανε τα λαρύγγια μας ξεκινώντας ένα παράξενο ταξίδι στον οισοφάγο. Ο άντρας μου σιωπηλός με την πλάτη στον τοίχο φορώντας την γδαρμένη ιατρική του ρόμπα σαν άσημο λάβαρο είδε για τελευταία φορά τη θάλασσα στις 4 τα ξημερώματα ακριβώς. Τότε ξεκίνησε ο πόλεμος, μα αυτός δεν είχε πια ιδέες, τσιτάτα, συμβάσεις, ήταν ένας αγνός ανταρτοπόλεμος με μόνο σύνθημα Ελευθερία, όχι θάνατο, κανένα θάνατο, ελευθερία και σεβασμό, ο θάνατος δεν ήταν αποδεκτός στη γενιά μας .
 Το σώμα της ελευθερίας  έπεσε στην κρεμάλα με κρότο. Ζαλισμένοι επαναστάτες παρακολουθούσαν από αμπάρια, καταστρώματα, στόματα και προκηρύξεις  Όταν ακούστηκε το κρακ ήξεραν πια στα σίγουρα πως ήταν μόνοι, η τελευταία καπετάνισσα της τρίτης γενιάς είχε πέσει, η τέταρτη γενιά ήταν απροστάτευτη. Η επανάσταση άφρισε μέσα τους, άρπαξαν τα λιγοστά τους όπλα και ξεχύθηκαν στους δρόμους ουρλιάζοντας. Η Μύριελ, η Νόρμα κι ο Αγαθοκλής , οι τρεις τελευταίοι στόλοι συσπειρώθηκαν στις ακτές της Νορμανδίας. Οι μπάτσοι έβγαλαν τα νεροπίστολα μπρος στο σχοινί και το ατσάλι μα η επανάσταση σαν ζαχαρένιος κύβος έλιωνε κι αναπλάθονταν κάτω από τα δάχτυλα ενός άτεγκτου φεουδάρχη θεού που αντάλλασσε ρόλους με την πολιτικοποιημένη σέκτα. Ο Φίοντορ κι ο Μπελαρούς άρπαξαν την εφήμερη φέτα του ψωμιού από τα δόντια μου φωνάζοντας να λύσουμε τα σχοινιά.
Δεν είχαν καν προλάβει τα αγριόχορτα να ριζώσουν στο ξενοδοχείο του στομαχιού μου όταν το σπίτι μου άρχισε να ξερνά πεταλίδες και κοχύλια. Ο Μόμο χτύπησε την πόρτα 3 φορές. Έσφιξα στο μπράτσο μου το πένθος και σήκωσα την καταπακτή. 34 οργισμένα ζευγάρια μάτια είχαν σπάσει την σιωπή τους. 34 στόματα φώναζαν ελευθερία. 4 κυβερνήσεις περικυκλωμένες από ανεπιθύμητους έχωναν στο πουγκί ό,τι προλάβαιναν καθώς οι επαναστάτες απαιτούσαν.
Οι επόμενοι 4 μήνες κύλισαν στο αίμα σαν δάχτυλα ανάμεσα σε τρίχες ποτισμένες σε κοντίσιονερ.   Οι κυβερνήσεις με στόματα νεογνών κοράκων απαιτούσαν καθώς βυθίζονταν . Οι επαναστάτες υπέγραφαν μόνο άρνηση.  Στο τέλος οι φεουδάρχες υπέκυψαν. Τα υπουργεία άλλαξαν ονόματα κι οι υπουργοί έχωσαν το χέρι στο τσουβάλι και έβγαλαν μέσα από τα γδαρμένα πρόσωπα τα νέα δημοφιλή προσωπεία. Τα ζώα του αρχοντικού κτήματος μπορούσαν να συνεχίσουν την εργασία άνευ αποδοχών, έτσι κι αλλιώς είχαν διώξει για τα καλά τον Τζόουνς. Μόνο ένα ερώτημα, ένα ερώτημα τους βασάνιζε που και που το μυαλό:
-Τζόουνς;
 Οι επαναστάτες με χαρά παρέδωσαν την “βίβλο”  του προφήτη Όργουελ στα νέα μηχανήματα ανακύκλωσης, τώρα πια δεν χρειάζονταν κανένα μυστικό όρκο στην ουτοπία, τώρα πια δεν χρειάζονταν να προσέχουν τίποτα, είχαν νικήσει, τώρα θα βασίλευε επιτέλους η ελευθερία κι εκείνοι ήταν έτοιμοι να κάνουν ό,τι χρειαζόταν γι’ αυτό…
33 χρόνια μετά η εταιρία της επανάστασης είχε τις δικές της μετοχές στο χρηματιστήριο, μερικά κανάλια και κάποια εργοστάσια. Οι ανεπιθύμητοι ήταν πλέον «ικανά εργάσιμα χέρια» με “ευπρεπή” εξοχική κατοικία, σκύλο και ελεγχόμενα έμβρυα , πλήρωναν φόρους και έτρωγαν οικογενειακά την Κυριακή. Με χαρά προσεύχονταν και πολυλογούσαν επαναλαμβάνοντας τέσσερις φορές τη μέρα την νέα φράση της Ελευθεριακής Γης : AKOY,  ΒΛΕΠΕ, ΣΩΠΑ!   Κι εγώ ήμουν πενήντα χρονών ορκισμένος ασυμβίβαστος πάνω σ ‘ένα “στοιχειωμένο”  καράβι, αρνητής του συστήματος και γραφικός μεσήλικας , μόνος με μοναδική παρέα στην νέα φεουδαρχία, 34 ζευγάρια μάτια που κάποτε  βγήκαν πεινασμένα από το κατώι του πλωτού μου σπιτιού ουρλιάζοντας «ελευθερία». Στις 3 και 44 το καράβι έμπασε νερά, ακριβώς σαν τη δημοκρατία... 4 πλοία ξεκίνησαν αργά ψάχνοντας ένα πομπώδες αφιέρωμα στην ανδρεία τους  στο επόμενο εβδομαδιαίο περιοδικό. Ήδη ποζάριζαν αναμοχλεύοντας σκονισμένα τσιτάτα και φλεγόμενες σελίδες που ξεσήκωσαν από κάποια τυχαία ομιλία , άνθρωποι με μάτια καινά, τυφλωμένα από τα φλας των νέων ελευθεριακών συσκευών που σου προσέφεραν την δυνατότητα ακόμη περισσότερης ελευθερίας αρκεί να πατούσες το κατάλληλο κουμπί.
 Όταν τα είδα να με πλησιάζουν φώναξα την τελευταία λέξη που θυμόμουν κι ύστερα έκλεισα τη μύτη μου πεισματικά κάνοντας το τελευταίο μου μακροβούτι . Στα 3 μέτρα οι φωνές τους είχαν πάψει πια να υπόσχονται κι εγώ έβαλα τα δυνατά μου να φτάσω ακόμα πιο μακριά έτσι που να μη  βεβηλώσει κανείς το άτυχο λείψανό μου αγιοποιώντας το, φτιάχνοντας από τα απομεινάρια μου τα θεμέλια μιας καινούργιας σκλαβωμένης εικόνας. 40 γουρούνια αναβόσβηναν τα φλας επιδεκτικά καθώς σκεφτόμουν στο βάθος του ωκεανού εκείνη τη νεανική απορία μου για την διττή φύση του επαναστάτη.
Τώρα στα πενήντα μου χρόνια, η ύπαρξή μου θέλοντας και μη έγινε μια πολιτική πράξη μα ο θάνατός μου, ας ήταν μια προσωπική αντίπραξη, σκληρή κι αμετανόητη, ασήμαντη κι άγρια, ένα ευτυχές μηδενικό που δεν θα κατέληγε να σέρνεται πίσω από τα ακριβά μηδενικά της μονάδας. Αν ήταν να είμαι μάρτυρας, ας ήμουν ο άγνωστος, αν έδωσα τη ζωή μου στον άνθρωπο  ήταν με  την ελπίδα ποτέ να μη ζητήσει κέρδος από αυτή, τώρα αφήνω το θάνατό μου στη θάλασσα καθώς τα κοράκια παραμονεύουν να κτίσουν από εκείνον άλλο ένα πρόγραμμα στην τηλεόραση με υπότιτλους  και ψαλιδίσματα, άλλο ένα λιθαράκι δηλαδή στον ύπνο των προβάτων. Ο Τζουζέπε κι Ζοσελίν αγέραστοι, με τα μικροαστικά κοστουμάκια τους και τα δήθεν κατανοητικά γελάκια τους κοίταζαν τώρα επίμονα τη θέση όπου είχα ξεκινήσει το ταξίδι μου για το απέραντο χάος. Μονάχα δυο μικροσκοπικές ολόιδιες φλέβες ανάμεσα στα μάτια τους πρόδιδαν την απορία και την απέχθεια τους, καθώς έπαιρναν το σχήμα από καινούργιες παντιέρες που θα έβλεπαν να γκρεμίζονται.  Οι μόνοι άλλωστε αγέραστοι και πάντα σταθεροί , μακριά από πολιτικές, κοινωνικές και άλλες βλέψεις στις επαναστάσεις μας ήτανε τα κοράκια, εκείνοι πάντοτε κέρδιζαν.




-Άλλη μια εκπομπή του προγράμματος της επανάστασης έφτασε στο τέλος, καληνύχτα από το ραδιόφωνο του αρχοντικού κτήματος αγαπητοί ακροατές, κι όπου κι αν είστε απόψε θα σας αποχαιρετήσουμε με ακόμη μια φράση ελευθερίας, ας σκύψουμε λοιπόν όλοι μπροστά στη σημαία κι ας αναφωνήσουμε :
Μπεεεεεεεεε

Sunday, June 30, 2019


 Ναυτικό ημερολόγιο -

Αγκαλιαζόμαστε για να ξεχνάμε την θνητότητά μας.

της Χριστίνας Κοντούλη







Όταν φτάσαμε στη Σιγκαπούρη ήταν χαράματα. Πολύβουο το λιμάνι έμοιαζε να συγκεντρώνει την ζωή ολόκληρης της πόλης , ένα κομμάτι συκωτιού πάπιας στο δρόμο κι ένας ξεθυμασμένος καφές μας συντρόφεψαν μέχρι το ξενοδοχείο. Ο Έρνεστ έβγαλε τα ρούχα του και ξάπλωσε, είχα συνηθίσει πια τη μυρωδιά του, το γυμνό σώμα του κι εκείνο το παράξενο τατουάζ με το κεφάλι της μέδουσας που του είχε κάνει κάποτε ένας καλλοτεχνίτης. Το μαξιλάρι γέμιζε υπομονετικά με τα σάλια του σαν κόλπος τροτέζας που περίμενε τα χίσια του πελάτη της στην Αβινιόν* και να σκεφτείς πως κάποτε ήταν η έδρα της παπικής εκκλησίας.
Ένας μικροσκοπικός προτεστάντης σφηνωμένος σ’ ένα καθολικό παρελθόν και τέσσερις γκέισες να μου δένουν τα χέρια. Στην τσέπη είχα μια χούφτα αλεύρι, λίγο κόλιανδρο και μια κιτρινισμένη Αθηναϊκή φυλλάδα. Ο πατέρας μου συνήθιζε να λέει πως όπου κι αν είσαι αν έχεις αλεύρι θα φτιάξεις ψωμί, ακόμη κι αν το ψωμί χρειάζονταν κι άλλα συστατικά καταλάβαινα την αλληγορική σημασία της φτωχικής παραβολής του, «όπου γης και πατρίς». Η μάνα μου ήταν μια ανήλικη μεξικάνα που βρέθηκε να ξεσκίζει μια μερίδα μπακαλιαράκια στην Χίο ενώ ο πατέρας μου ήταν ο γιος του ψαρά, δεκαεφτά χρονών, με ξανθά μαλλιά και μάτια στο χρώμα του ζαφειριού, συνήθιζαν να τον φωνάζουν «ο μπάσταρδος των σταυροφόρων». Ο έρωτάς τους κράτησε δεκατέσσερα χρόνια, μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος.
Στα χέρια της «γαλατένιας» γκέισας οι σταυροφόροι επέμεναν πως δεν ήμουν δικό τους παιδί. Παρά τα εικοσιπέντε μου χρόνια, η έκρηξη μιας μηχανής είχε αφήσει μια βαθιά ουλή στο αριστερό μου μάγουλο κι έτσι η ευγένεια ήταν η μόνη οδός να ανακτήσω τη χαμένη μου γοητεία. Σε κάθε λιμάνι που πιάναμε είχα αποφασίσει πως θα γινόμουν ο βασιλιά του, βλέπεις δεν είχα ιδιαίτερα όνειρα ούτε ιδανικές βλέψεις ρομαντικών καλλιτεχνών, έτσι αποφάσισα να γίνω ο «αλητέχνης» της ζωής μου. Ο Έρνεστ συνήθιζε να με κράζει για αυτές μου τις απόψεις φορώντας τα χρυσαφένια του μυωπικά γυαλιά και σιάζοντάς τα λίγο στην άκρη άπλωνε μπροστά μου τις σοφιστείες του κι ύστερα τις πουλούσε με το κιλό καθώς κατέβαζε μερικέ γουλιές τζιν για να συνδεθεί με το θείο.
Εκείνος προτιμούσε το τζιν, εγώ προτιμούσα τα χέρια. Καμιά γυναίκα δεν είχε δεχτεί τα χρήματά μου ως τώρα, καμιά τα κρίματά μου και καλά κάνανε, αν δέχονταν την ανέλπιδη, λυπητερή μου ανάγκη για συντροφιά, την αδιέξοδη ροπή μου προς τη θυσία της απορίας τότε θα έμενε στα χέρια μου μονάχα ένας θλιβερός εαυτός, κατακρεουργημένος από το φόβο της απώλειας του έλεγχου κι ένας άξεστος ηθοποιός που νόμιζε πως θα μπορούσε να ανεβάσει τη Μήδεια στο παζάρι. Φοβόμουν το θάνατο, ναι τον φοβόμουν μα πιο πολύ έτρεμα τη σκλαβιά. Έτσι προτιμούσα τα «κακά» κορίτσια, εκείνα που δεν ζητούσαν τίποτα, εκείνα που έδιναν τα πάντα, εκείνες που ξερνούσαν τον θάνατο μ’ ένα αληθινό γέλιο, τα κορίτσια που επέλεγαν κι όχι εκείνα που περίμεναν να επιλεγούν. Στον έρωτα δεν μπορούσε να σταθεί η επιστράτευση, τα χάδια δεν μπορούσαν να έχουν τη γεύση ενός τυράννου. Η μαντάμ Μίμι τσαν είχε την ίδια ιδεολογία μ’ εμένα. Διεύθυνε  το μπουρδέλο του μέλλοντος, εκεί ήσουν τυχερός αν σε επέλεγαν. Οι κοπέλες ημίγυμνες με κόκκινες σατέν ρόμπες, η κάθε μια είχε το δικό της δωμάτιο, αν είχες δει το δωμάτιο έστω μιας γινόσουν αυτόματα θρύλος. Μα ακόμη κι αν έφτανες στο δωμάτιο δεν ήταν σίγουρο πως θα παρέμενες εκεί, έπρεπε να κερδίσεις το ενδιαφέρον της, έπρεπε να αποδείξεις πως πριν γίνεις χώμα ήσουν κάποιος. Το όνομά μου ήταν Τειρεσίας Βασδέκης κι ήμουν υποπλοίαρχος στο εμπορικό Υάκινθος. Το όνομά μου ήταν Τειρεσίας κι ήμουν σίγουρα τυφλός μα δεν υπήρξα ποτέ μάντης Το όνομά μου ήταν ένα αριθμός ακόμη στα βιβλία της εταιρίας κι εγώ πάλευα να γίνω άνθρωπος στα αρχεία της λήθης.
Το βράδυ πήγαμε στο “μέρος”. Το “μέρος” είχε κατακόκκινους τοίχους κι έναν τυφλό μάγειρα. Λέγαν πως μαγείρευε με τη μυρωδιά. Ο Τάο Σι σέρβιρε πάντα ο ίδιος κι είχε τέτοια ακρίβεια στις μερίδες σαν τον καλύτερο χειρουργό ενώ τα πιάτα του διεκδικούσαν μια θέση ανάμεσα στα μεγαλύτερα έργα των δυτικών καλλιτεχνών Ο Τάο Σι σέρβιρε φιλοσοφία με καρυκεύματα αναζήτησης, ο Τάο Σι σέρβιρε ένα μοναδικό πιάτο για τον καθένα αναλύοντας τις φωνητικές του χορδές. Το πιάτο δεν επιστρέφονταν, δεν ανταλλάσσονταν, η τράμπα της μπουκιάς ήταν  έξω από το μενού. Έτρωγες τη γνώμη του, όχι την εργασία ή τη εξειδίκευση του.
Στον «κόκκινο κύκνο» μασούσες αργά, κάθε μπουκιά ήταν μια περιπέτεια, ένα στοίχημα μεταξύ μιας ανόητης ζωής κι ενός μυστικού θανάτου. Τα τραπέζια ανάκατα στοιβαγμένα κατά μήκος της μακρόστενης αίθουσας έμοιαζαν με το δωμάτιο ενός φοιτητή που γνώρισα κάποτε στη Λιόν. Απομεινάρια γονικής παροχής ανακατεμένα με τον κόσμο του αύριο. Ωστόσο η άτακτη αυτή διάταξη θύμιζε μια λέξη κάποιας αρχέγονης γλώσσας κι ακόμη δεν είμαι σίγουρος αν μασουλούσα τη θέση μου σε μια παγανιστική τελετή ή το χάος της σάλας απλά απάλυνε την τακτικότητα της κουζίνας. Καθώς  η τελευταία μπουκιά γλιστρούσε στον οισοφάγο  τα πρώτα τσιγάρα βρίσκονταν κιόλας στη μέση, η Λη Γιν, μια υπέροχη τρανσέξουαλ πεταλούδα έσυρε μια ουρά από φτερά φλαμίνγκο στα δέκα δάχτυλα των ποδιών μας. Το κορμί της ήταν ψηλόλιγνο, λυγερό κι αδίστακτα στιβαρό, σαν τον Ερμή ψυχοπομπός, ταξιθέτης του ονείρου. Έπαιρνε τα  νομίσματα από τα χείλια και τα μάτια μας κι έπειτα χαμογελώντας έπαιρνε και τις τελευταίες μας σκέψεις. Κάπως έτσι σκεφτόμουν πως θα έμοιαζε ο θάνατος, στις άκρες των δαχτύλων της σαν νόμισμα να περιφέρεται η ύπαρξη ζυγίζοντας τα υπέρ και τα κατά, όσα έγιναν κι όσα δεν θελήσαμε αρκετά για να γίνουν,  όσα μας σκότωσαν πριν έρθει η ημερομηνία της λήξης κι όσα επιθυμούσαμε να μας καθορίσουν στη μετάβαση, οι αποσκευές που χάνονταν σ’ ένα γεμάτο αεροδρόμιο, οι φωνές από τα control panels, μηχανικές, ζωτικές, αναγκαστικές, σε λίγο άγνωστες, μονάχα η σιωπή , απαραίτητη προϋπόθεση σκηνικού η επικείμενη λήθη.
Ανάμεσα στα τραπέζια υπήρχαν μικρά αναμμένα κεριά, η Λη Γιν αποκαθήλωνε τη φλόγα με τα μακριά της νύχια ύστερα η νύχτα έπεφτε παγωμένη, άγρια κι αδυσώπητη  μέχρι να αρχίσει το τραγούδι. Η μουσική λένε πως εξημέρωνε τα θηρία κι εκείνη σαν άξιος θηριοδαμαστής ζητούσε να αφήσουμε πίσω τους εαυτούς μας για μια μοναδική παράσταση, ολόιδια κάθε βράδυ. Ανήλικοι «κατεργάτες» του θεάματος, με πρόσωπα σκαμμένα από την  υγρασία του ημιυπόγειου και χέρια τραχιά, απρόσωποι στρατιώτες της νύχτας, τραβούσαν τα σχοινιά της αυλαίας επιστρέφοντας στις άγνωστες ζωές τους κι εμείς με μισοφωτισμένο δέρμα, παραδομένοι στην εικόνα περιμέναμε να χάσει η πεταλούδα τα φτερά της και να πεθάνει άλλη μια νύχτα παρασύροντας μας σε παράξενα ερωτήματα.
Εικοσιπέντε μαχαίρια στον τοίχο, ένα για κάθε βλέμμα της. Εικοσιπέντε μαχαίρια βγαλμένα από τα χείλια μας, εικοσιπέντε μαχαίρια όρθια, έτοιμα να πουν γλυκά ψέματα στις τρυφερές τους γυναικούλες που βύζαιναν προεκτάσεις στο σπίτι. Εικοσιπέντε παιδιά, παράδοξα, tabula rasa με βλέμμα απλανές και στόμα μισάνοιχτο, με φτερουγίσματα κάτω από το τραγελαφικό ένδυμα της κοινωνίας. Εικοσιπέντε Πίτερ Παν παντρεμένοι με συμβατικές Γουέντι,  κρυφά ερωτευμένοι με την Τινκερ Μπελ. Εικοσιπέντε χαμένες υποθέσεις στην άκρη μιας μαζικής γλώσσας.
Το πρωί θα την μισούσαν, το πρωί θα της έσκιζαν τα ρούχα στην αγορά, το πρωί θα έκαναν ανώνυμα τηλεφωνήματα στο σπίτι, το βράδυ όλα τα χαμένα αγόρια θα την αποθέωναν.
Η Λη Γιν με κάλεσε στο σπίτι για τσάι την άλλη μέρα. Τα μάτια της ήταν πρησμένη από το ξενύχτι, τα μαλλιά της πλεγμένα σε ρόλεϊ κι η ρόμπα της μισάνοιχτη. Στις άκρες των σατέν ανοιγμάτων διέκρινα ένα πέτρινο στήθος και μια αγουροξυπνημένη λίμπιντο ενώ μια καθαρή, ατσάλινη θέληση γλιστρούσε κάτω από τη γλώσσα. Μου θύμισε τον πρώτο μου έρωτα, μια παράξενη Τίνκερ Μπελ που ήθελε να γυρίσει τον κόσμο. Τα φθηνά φώτα της Χώρας του Ποτέ και τα «αγνά» της σοκάκια την τρόμαζαν, τα μαραμένα αδηφάγα πρόσωπα των χαμένων παιδιών κι οι συμβατικές Γουέντι με τα λευκά νυχτικά και τους «δουλεμπόρους» πατέρες… Οι πειρατές της υποσχέθηκαν την ελευθερία, το καράβι τους, δεν έπλευσε εικοσιπέντε μέτρα από τη στεριά, τώρα ελεύθερη κοιμόταν κάτω από το σπέρμα του ουρανού περιμένοντας μια άλλη ζωή, μέχρι τότε ταξίδευε στο χρόνο αγέραστη ποζάροντας που και που για τον Botticelli.
Κάπου εκεί ανάμεσα στην Ουράνια και στην Γενέτειρα Αφροδίτη  η φυσική ανάγκη του έρωτα κι η αναγωγή του σε φιλοσοφική Ερινύα περιστρέφονταν γύρω από το στόμιο της τσαγιέρας και προσγειώνονταν στα τοιχώματα του επιχρυσωμένου φλιτζανιού αντίκα σαν καταρράκτης ανυπόταχτων στοχασμών. Η Λη Γιν με διαβεβαίωσε  για την νίκη του θεού ανάβοντας ένα κερί στον κρυφό  νεκρικό βωμό του Μαρσσία. Ήταν παράξενο μα το όνομα αυτό μου θύμιζε τη λέξη μεσσίας.
Χιλιάδες άγνωστοι επαναστάτες ύψωσαν το σώμα προς τα αστέρια, χιλιάδες φεουδάρχες θεοί έμειναν απροσκύνητοι. Δίπλα στη λέξη θρήσκευμα θυμωμένοι πιστοί έξυναν το μελάνι της μουτζούρας καθώς συμφιλιωμένοι άπιστοι έψαχναν νέους τρόπους να εκφράσουν το θυμό τους, καινούργιες στάσεις να γδέρνουν τα γόνατα ενώ γίνονταν ένα με το χώμα. Η πεταλούδα με φίλησε στο μέτωπο φιλικά και χάιδεψε τα μαλλιά μου, άπλωσε τα εξαίσια φτερά των στοχασμών της γύρω μου κι ύστερα πήγε να κατουρίσει. Εγώ μουτζούρωνα προστάγματα περιμένοντας υπομονετικά τα τριάντα ένα χρόνια του πατέρα να σφραγίσουν τη θάλασσα. Η μάνα μου γονατιστή ανάμεσα σε πολύχρωμα καντηλάκια σίγουρα μουρμούριζε προσευχές στους θεούς του ουρανού κι ύστερα ψάχνοντας πρόσφορη θυσία για τους δαίμονες της θάλασσας θα τεντώνονταν καθησυχασμένη πως θα γυρίσω, μπροστά στην τηλεόραση προσμένοντας το λευκό ή το μαύρο πανί για να δεχτεί ή να αποκηρύξει τη δοξασία.  Η Λη Γιν επέστρεψε κρατώντας ένα τσίγκινο κουτί με ζωγραφιστά μπισκότα στο καπάκι.
-Άνοιξέ το. Είπε χαμογελαστά κι αφήνοντας το κουτί στα χέρια μου κάθισε αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα από σκονισμένο πράσινο βελούδο.
Εγώ της έριξα μια ματιά κι έπειτα ανοίγοντας το κουτί βρέθηκα μπροστά σ’ ένα κύμα απογοήτευσης. Μέσα υπήρχαν μονάχα μασούρια κλωστή και μια ξεθωριασμένη μπελότα με καρφίτσες. Η Λη Γιν χαμογέλασε ευχαριστημένη.
-Όλοι ξέρουμε τι έχει αυτό το κουτί μα για κάποιο λόγο συνεχίζουμε να ανοίγουμε το καπάκι, ξέρεις γιατί;
-Για την ελπίδα. Είπα χαμηλόφωνα καθώς εκείνη έγνεφε καταφατικά. Εκείνη τη στιγμή σιγουρεύτηκα πως ένα τέτοιο κουτί είχε δώσει κι ο Δίας στην Πανδώρα, κάπου ανάμεσα σε φιλντισένιες μασέλες και θυμιάματα μια αρχαία γριά συναντήθηκε με τις γριές όλου του κόσμου όταν έμοιαζαν ακόμη με σπέρματα και πέρασε την σκληρή πληροφορία στον κώδικα της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι θεοί , οι πολιτικοί κι οι εραστές κρατούσαν πάντα ένα τέτοιο κουτάκι. Την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, την ελπίδα για ένα τσίγκινο κουτί με ζωγραφιστά κουλουράκια που μέσα κρύβει μια ντουζίνα εγκλέζικα μπράουνις ή μια ντουζίνα ξεχασμένα μασούρια.
Στο ταξίδι της επιστροφής το μόνο που είχα πάρει μαζί μου ήταν αυτό το κουτί. Η Λη Γιν κράτησε το σακούλι με το αλεύρι. Στους χάρτες μου είχε προστεθεί πια μια πατρίδα στον τέταρτο όροφο, σε μια παρακμάζουσα γωνιά της Σιγκαπούρης, ανάμεσα στα χασάπικα και τα αχνιστά συκώτια πάπιας φανταζόμουν τη νέα μου φίλη να φορά τις κορακίσιες βλεφαρίδες της. Μια μέρα σκέφτηκα πως θα επιστρέψω, τότε θα έχω ράψει έναν καλύτερο κόσμο κι εκείνη θα έχει φτιάξει αχνιστά κουλουράκια για το κουτί. Μια μέρα σκέφτηκα πως θα γεμίζαμε αυτό το τσίγκι με πραγματοποιημένες ελπίδες. Εγώ θα έραβα τον δρόμο μου κι εκείνη θα έπλαθε τον δικό της.
Την άλλη μέρα έπαθα τέτανο από μια σκουριασμένη αιχμή στο κουτί, ο Έρνεστ έσπρωξε το άψυχο κορμί μου στην αγκαλιά της πρώτης αγάπης μου κι εκείνη γυμνή, πιτσιλισμένη με χρώματα υποσχέθηκε να με κρατήσει κοντά της. Η πεταλούδα ακούστηκε πως πέθανε ένα μήνα μετά άγρια ξυλοκοπημένη από κάποιον φασίστα. Κι η μάνα μου τώρα πενήντα δύο χρονών ακόμη τάζει θυσίες σε θεούς και δαίμονες περιμένοντας να γυρίσω.




















….Κι ονειρευτήκαμε έναν καλύτερο κόσμο, χωρίς να γνωρίζουμε το αύριο, αποφασίσαμε την επανάστασή μας, κι ήμασταν τέλειοι κι αγνοί επαναστάτες γι’ αυτό πεθάναμε στην πρώτη γραμμή, θεοί, πολιτικοί, εραστές και άνθρωποι δεν πρόλαβαν να μας δουν να γινόμαστε δέντρα, άγρια, παράδοξα δέντρα στη μέση της θάλασσας, δεν πρόσεξαν όμως πως ήμασταν σπόροι κι εκεί μια μέρα θα βασιστεί η νίκη μας…….