Wednesday, July 31, 2019


Ναυτικό ημερολόγιο – Τα δαχτυλίδια του βαφτιστή κι ο αβάφτιστος που κράτησε το όνομά του.

Της Χριστίνας Κοντούλη









-Οι όμορφοι άνθρωποι είναι όμορφοι όπως και να ‘χει, δεν χρειάζονται στολίδια. Το μεγαλύτερο στολίδι σ’ ένα σώμα  ή ένα πρόσωπο είναι ο χαρακτήρας. Ναι τα σώματα είναι όμορφα, ναι τα πρόσωπα είναι όμορφα κι αυτό είναι κάτι ελκυστικό, σε έναν κόσμο όπου το διαφορετικό είναι άσχημο, μήπως είμαστε όλοι άσχημοι; Έτσι κι αλλιώς είμαστε όλοι διαφορετικοί.



Πάνω στη γαλάζια ερημιά γράψαμε το όνομά της, από όταν γεννήθηκε μας έμαθαν να τη λέμε θάλασσα, εμείς την λέγαμε ελευθερία. Όταν μιλούσαμε για εκείνη κι όταν τη φανταζόμασταν, όταν τη σιχτιρίζαμε κι όταν κλαίγαμε να την μεγαλώσουμε κι άλλο, πάντα τότε μόνο της δίναμε το πρόσωπό της. Κυρά με τα χίλια πρόσωπα, τα χίλια φύλλα, χίλια έθνη και μια γλώσσα συρτή γεμάτη υγρασία, σκληρή κι αμείλικτη, υπομονετική, χρόνια έγλυφε την πέτρα μέχρι να λιώσει να περάσει κι άλλες φορές ανυπόμονη κι άγρια ανέβαινε πάνω από τα βράχια να ηρεμήσει τα δίκια της. Εμείς θυσιάζαμε σ’ εκείνη πριν το ταξίδι και τη γεμίζαμε με άχρηστα δώρα και φυλακτά, άλλοι φορώντας το πρόσωπο της Αγαύης κι άλλοι σοφότεροι κέρδιζαν την εύνοια της δένοντας τα μάτια τους μ’ ένα μαντίλι κι αποτυφλώνονταν, παραδίνονταν στη θέλησή της και περπατούσαν στο κύμα αφήνοντας πίσω τους πατημασιές χρησμούς για τους μύστες. Κάποιοι στάθηκαν μπροστά της ντυμένοι αλαζονικοί Πενθέες μα σαν το ρούχο τους, σχίστηκαν κι εκείνοι κι έμεινε μονάχα το θλιβερό, το κακόηχο προσωπείο…
Κι εμείς νεοσσοί κι ασχημάτιστοι, αφύλαχτοι, ανεβήκαμε στο καράβι, με σώματα τρυφερά κι ανέγγιχτα, γυμνά, ντροπιασμένα για την άγνοιά μας, να κάνουμε την πρώτη μας θυσία.
-Αφήστε τα γούρια των γονιών σας, τα πορτοφόλια σας κι όσα έχετε ντυθεί, αφήστε ό,τι κουβαλάτε μαζί σας, αφήστε τις φωτογραφίες των φίλων και των ερώτων σας, αφήστε τους λογαριασμούς σας, άμα θα συναντήσετε την θάλασσα , άμα θα συναντήσετε την ελευθερία θα’ χετε μαζί ό,τι θα είχατε στο θάνατο. Τίποτα από όλα αυτά δεν θα ’ρθει μαζί σας στην ελευθερία παρά μόνο ό,τι χωράει στο κεφάλι σας, ακόμα και το ίδιο σας το σώμα, σήμερα μένει εδώ.
Ένας ψηλός γέρος βγήκε από την καμπίνα. Τα μάτια του ήταν παράξενα, θολά. Το πρόσωπό του είχε κάτι ακόμη πιο περίεργο, σε κάθε έναν μας έμοιαζε αλλιώς, κανένας δεν μπορούσε να τον περιγράψει κι όμως για όλους είχε κάτι γνώριμο. Στα δάχτυλά του φορούσε δώδεκα δαχτυλίδια. Κάποια από αυτά ήταν γυρισμένα ανάποδα κι είχανε πάνω μια μικρή σκαλιστή άγκυρα, τα άλλα δεν μπορούσα να τα δω καλά μα είχα την αίσθηση πως κάποιο από αυτά έγραφε τα ονόματά μας… Ο καπετάνιος ήρθε προς το μέρος μας και πιάνοντας έναν από το σβέρκο του βούτηξε το κεφάλι στο νερό.
Έπειτα από λίγο κι ενώ εμείς κοιτούσαμε με αγωνία, ο άνθρωπος έπαψε να κουνιέται. Τότε ο καπετάνιος τράβηξε τα χέρια του κι ο άνθρωπος σηκώθηκε με το νέο του δέρμα. Στο σώμα του είχαν σχηματιστεί τα όπλα του. Ένα ασημένιο μελάνι έβγαινε από τη θάλασσα κι απλώνονταν απάνω του παίρνοντας σχήματα που έμοιαζαν με αστερισμούς.
-Τώρα ανήκεις στη σκέψη σου, τώρα ανήκεις στην κρίση σου, τώρα ανήκεις σ’ εσένα. Πάνω σου να γράφονται οι επιλογές σου, πάνω σου να γράφονται οι πράξεις σου, βαφτίζεται ελεύθερο το σώμα σου, πάρε τα χρώματα και το όνομα που διάλεξες, ας είναι δυνατά τα μάτια σου να βλέπουν την αλήθεια, ας είναι δυνατά τα αυτιά σου να την βρίσκουν μέσα στα ψέματα, ας είναι δυνατή η μύτη σου να βρίσκεις τα χνάρια της, ας είναι δυνατή η γλώσσα κι ας είναι δυνατά τα χέρια σου να την πουν, να την κρατήσουν, σε παραδίνω στην σκέψη σου, ας σε παραδώσει κι η ελευθερία σ’ εσένα. Είπε ο καπετάνιος και ντύνοντας τον άνθρωπο με πορφυρά και μοβ του ψιθύρισε το όνομά του. 
Όταν έφταναν οι βαφτίσεις στους τελευταίους, στο κατάστρωμα είχαν συγκεντρωθεί λογιών λογιών πλάσματα και μας κοιτούσαν από ψηλά, κάθε βαφτισμένος είχε πάρει τη θέση του ανάμεσα στις κάστες, τη μορφή, τα αστέρια και το όνομά του. Κάποτε έφτασε και σ’ εμάς η ώρα. Πήγα πρώτος μπροστά στον καπετάνιο και του έδηξα τα υπάρχοντά μου. Δεν είχα φωτογραφίες αγαπημένων, ούτε φυλαχτά, δεν είχα χρήματα, ούτε λογαριασμούς, δεν είχα τίποτα. Ο καπετάνιος με κοίταξε καλά από πάνω μέχρι κάτω.
-Πως σε λένε;
-Όπως θέλεις, του είπα χωρίς να ξέρω γιατί, κάτι μέσα μου με έσπρωχνε να αντιδράσω. Ο καπετάνιος με κοίταξε ξανά κι ύστερα έστρεψε τα μάτια του στα δικά μου. Το βλέμμα του είχε και πάλι κάτι απροσδιόριστα παράξενο, διαφορετικό αυτή τη φορά, σαν μια μικρή φλεγόμενη ύπαρξη να μου χαμογελούσε μέσα από τα ομιχλώδη του μάτια.
-Μισός στεριανός… μισός θαλασσινός…. Το όνομα που θα έχεις είναι αυτό που έχεις ήδη. Εσύ δε θα βαφτιστείς σήμερα. Ή  θα κρατήσεις το όνομά που έχεις σε όλο το ταξίδι ή θα διαλέξεις το καινούργιο σου όνομα μονάχος σου, εμείς δε θα σου δώσουμε κανένα. Ούτε ρούχο θα πάρεις ούτε χρώμα, αν θέλεις ρούχα θα τα φτιάξεις μόνος σου κι αν θέλεις χρώμα θα δημιουργήσεις ένα καινούργιο, ούτε όπλα θα σου δώσουμε , ούτε αστέρια να προσευχηθείς. Δεν έφερες πρόσφορο για την ελευθερία, το πρόσφορο θα είσαι εσύ. Μα θα έχεις μια επιλογή κι αυτή θα είναι η προσφορά μας, κανείς από όσους βαφτίστηκαν σήμερα δεν θα κατέβει από το πλοίο, εσύ όμως θα μπορείς, μα αν κατέβεις δε θα ξαναγυρίσεις. Έκανε ο καπετάνιος κι έπειτα στάθηκε σιωπηλός απέναντί μου περιμένοντας την απάντηση. Αισθάνθηκα ξαφνικά μια δυσφορία, όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω μου κι ήταν παράξενο πως όλοι περίμεναν την απάντησή μου, άλλοι έβλεπαν ήδη την πλάτη μου καθώς έβγαινα από τη θάλασσα και εξαφανιζόμουν ανάμεσα στα χορτάρια κι άλλοι περίμεναν να βάλω τα κλάματα και να ικετέψω. Κοίταξα δίπλα εκείνους που ακόμη περίμεναν τη βάφτιση κι εκείνους που είχαν βαφτιστεί, ένας από τη σειρά μας χαμογέλασε κι έστρεψε τα μάτια του προς τα πάνω. Τότε γύρισα και κοίταξα τον ουρανό, πίσω από την αχνή πάχνη  των σύννεφων ξεχώριζε ο αστερισμός του Ωρίωνα…
Ανάμεσα στους βαφτισμένους και σ’ εκείνους που περίμεναν , υπήρχε μια πλωτή ξύλινη  γέφυρα που ένωνε τη στεριά με το πλοίο. Χτύπησα τη χούφτα μου όσο πιο δυνατά μπορούσα κι ύστερα παίρνοντας ένα από τα σανίδια της γέφυρας χάραξα στο χέρι μου τ’ αστέρια της ζώνης. Όταν τελείωσα το άφησα στα χέρια του βαφτιστή.
-Αφού το πρόσφορο είμαι εγώ, δίνω σαν πρόσφορο τον πόνο μου, το ξύλο σας και την επιλογή μου. Κι από δω και μπρος αυτά θα είναι τα όπλα μου στο ταξίδι. Κι αν θέλω να ταξιδέψω στη στεριά θα το κάνω κι αν θέλω να ταξιδέψω στη θάλασσα θα πάρω ξύλα από τη γη και θα φτιάξω καράβι κι αν το όνομά μου είναι σήμερα Δούλος κι αύριο Δούλος θα’ ναι μα θα ‘με ελεύθερος όχι γιατί με βάφτισαν έτσι, όχι γιατί εσύ επέλεξες να μου δώσεις την ελευθερία μου αλλά γιατί την έχτισα με τον πόνο μου, το ξύλο σας και την επιλογή μου. Είπα και πηγαίνοντας κοντά στον βαφτιστή πήρα το ξύλο από τα χέρια του και το έμπηξα στην άμμο εκεί που συναντιόνταν η ξηρά κι η θάλασσα.
-Το χρώμα μου θα ‘ναι το χρώμα του αίματος κι αυτό το ξύλο θα ‘ναι το πρώτο κομμάτι του καραβιού μου. Δεν τάζω στη γη ούτε στη θάλασσα τίποτα, δεν τάζω τίποτα στην ελευθερία, παρά μονάχα τάζω αυτά τα τρία πράγματα σ’ εμένα κι αυτά ας με περάσουν στη γη, στη θάλασσα και στην ελευθερία.
Οι βαφτιστές ψιθύριζαν μεταξύ τους ρίχνοντας μου άγριες ματιές, μπροστά στη φωτιά της θυσίας που πάλλονταν από τον άνεμο οι μορφές τους άρχιζαν να αλλοιώνονται κι οι περίτεχνες στολές τους να θυμίζουν φτερά από μαύρες κότες ενώ μικρές τσιριχτές αποδοκιμασίες  έπεφταν από τις γλώσσες τους. Οι βαφτισμένοι τώρα άρχιζαν κι εκείνοι να τους μοιάζουν. Κοίταξα ψηλά: Η απαλή πάχνη που σέρνονταν νωχελικά στον ουρανό είχε δώσει τη θέση της σε γκρίζα παραφουσκωμένα σφουγγάρια   ενώ η θάλασσα ακολουθούσε το παράδειγμα τους χτυπώντας ολοένα και πιο δυνατά το αραγμένο σκαρί. Τα κύματα έρχονταν σε τριάδες που όσο πήγαινε και δυνάμωναν ορμώντας με μανία πάνω στο κατάστρωμα ξεπλένοντας τα στολίδια από τους ανόητους βαφτιστικούς.
Οι βαφτιστές στρίγκλιζαν ανάμεσα στα δόντια τους τις λέξεις «ύβρης», «βλασφημία» , «τιμωρία». Κι οι «απελευθερωμένοι δούλοι» έτρεχαν τώρα πάνω κάτω στο κατάστρωμα ψάχνοντας τους ψιθύρους με τα ονόματά τους που είχαν πέσει στις τρύπες του ξύλου. Ο άνεμος έκανε τα κύματα να ψηλώνουν όλο και πιο πολύ γλείφοντας βιαστικά το καράβι ενώ η φωτιά τίναζε τη χαίτη της παραμιλώντας νανουρίσματα για τους ναυαγιστές που έσερναν τα βήματά τους στη βυθισμένη έρημο. Οι αβάφτιστοι  ανάμεσα σε στεριά και θάλασσα τραβούσαμε όσους από τους βαφτισμένους προλαβαίναμε, μα τα ρούχα τους ήταν βαριά και οι ψίθυροι τριγύριζαν σαν σφήκες πάνω από τα κεφάλια τους κάνοντας όλο και πιο δύσκολο να τους τραβήξουμε έξω. Κάποιοι πάλι ξεγυμνώνονταν για άλλη μια φορά κι έτσι γυμνοί κι ανώνυμοι ήταν πιο εύκολο να κολυμπήσουν.
Ξάφνου  το βλέμμα μου έπεσε στο γέρο καπετάνιο. Στέκονταν καταμεσής του  χάους κοιτώντας πότε γύρω του πότε τα ρούχα του. Έμοιαζε σκεπτικός. Πήγα προς το μέρος του πιστεύοντας πως είχε σοκαριστεί από την καταιγίδα, εκείνη τη στιγμή όμως πρόσεξα πως δεν ήταν η καταιγίδα ούτε οι βαφτιστές , ούτε οι βαφτιστικοί , ούτε κι εγώ αυτό που είχε προκαλέσει το σοκ. Ήταν η αντανάκλαση του. Τώρα φορούσε δυο πρόσωπα, κι είχε χάσει τα μάτια της Κασσάνδρας. Ο Πενθέας έριξε τις εντολές κι Αγαύη τις μάζεψε με κακή πίστη. Μέσα στα νερά δέκα μικροί Πενθέες και Αγαύες φώναζαν ντυμένοι με ψιθυριστά ονόματα, πολύχρωμους χιτώνες και μπαλωμένα μεσοφόρια γεμάτα πρόσφορα ανόητων δούλων που πίστευαν πως πλήρωναν αντίτιμο για την ελευθερία τους μα στην ουσία πλήρωναν ενοικίαση έξτρα χεριών κι αιώνια υποταγή. Κι εμένα που δεν ήμουν διόλου εξυπνότερος , ούτε ομορφότερος, ούτε δυνατότερος, ούτε πιο ικανός με είχε γλιτώσει αυτή η μικρή μέλισσα μέσα στο κεφάλι μου που αντιδρούσε στους προκάτ όρκους. Τώρα αυτή η μέλισσα τσιμπούσε τον γέρο βαφτιστή που νόμιζε ή που ήθελε να νομίζει πως υπηρετούσε την μεγάλη ιδέα.
Εκείνη τη στιγμή κάτι μέσα μου με έκανε να σηκώσω το χέρι και να χώσω ένα γερό πάτημα στον βαφτιστή μέσα στην κολυμπήθρα. Όταν έβγαλε το κεφάλι του από το νερό το πρόσωπό του είχε καθαρίσει.
-Είσαι ακόμα καπετάνιος, τι θα γίνει με το καράβι, πρέπει να το βγάλουμε έξω.
-Όχι, πρέπει να το σπάσουμε, έκανε και μπαίνοντας πιο βαθιά μέσα στα αγριεμένα νερά άρπαξε το πρώτο ξύλο.
-Εμπρός σύντροφοι! Φώναξε κάποιος μέσα στο πλήθος. Οι λέξεις όπλισαν τα χέρια κι όλοι έτρεξαν προς τη θάλασσα. Μα κάποιος άλλος είχε μια καλύτερη ιδέα. Την ίδια στιγμή που αβάφτιστοι κι ξεβαφτισμένοι ετοιμάζονταν να ρίξουν το άδειο σκαρί κάποιος στο βάθος σκέφτηκε να το γεμίσει. Κρατούσε στο χέρι μια φωτογραφία, την κράταγε από το πίσω μέρος χαμηλά κι έτσι δεν είδαμε τη έδειχνε μα καθώς περνούσε ανάμεσά μας κάτι μας έκανε να σταματήσουμε. Έφτασε κοντά στο τρύπιο σκαρί, που τώρα έμοιαζε περισσότερο με  Ελβετική γραβιέρα παρά με καράβι και βούλωσε μια τρύπα με τη φωτογραφία του.
-Δεν θα ξεχάσουμε, ούτε θα χαρίσουμε αυτό που μας κάνει να ζητάμε ελευθερία, δεν θα το θυσιάσουμε σε κανένα βωμό, ό,τι είχαμε το είχαμε για να μας θυμίζει κάποιο μέρος που λέγαμε σπίτι, κι ό,τι δεν είχαμε ήρθαμε να το βρούμε εδώ, είπε ρίχνοντας μου μια χαμογελαστή ματιά. Αυτό σημαίνει να είσαι ελεύθερος, να θυμάσαι, ό,τι σε έκανε να προχωράς, καλό ή κακό, ό,τι σε έκανε να είσαι αυτός που είσαι, ό,τι θα σαι κάνει αύριο αυτόν που θα γίνεις! Ελευθερία δεν είναι να ξεχνάς, είναι να θυμάσαι, σε πείσμα όσων ξεχνούν , σε πείσμα όσων θέλουν να ξεχάσουμε τους λόγους που παλεύουμε για την ελευθερία, αυτοί οι λόγοι δεν είναι πρόσφορο, αυτοί οι λόγοι είναι ο λόγος.  Γεννηθήκαμε γυμνοί μα σήμερα εδώ δεν ήρθαμε έτσι, ήρθαμε φορώντας τα βάρη μας, ήρθαμε φορώντας τα ρούχα του εαυτού μας, ήρθαμε για να επιλέξουμε όχι για να επιλέγουμε. Κι εσύ, γύρισε προς το μέρος μου, που δεν έφερες τίποτα, σήμερα έφερες την αλλαγή, έφερες την ελευθερία.
Οι άνθρωποι χαμογέλασαν. Κανείς δεν είχε προσέξει πως η καταιγίδα είχε περάσει. Τώρα κρατούσαν στα χέρια τους τα όπλα τους, τώρα κρατούσαν στα χέρια τους τους λόγους. Το πλαγκτόν που λαμπύριζε στα σώματά τους ζωγραφίζοντας τυχαίους αστερισμούς είχε κι εκείνο χαθεί μέσα στην ταραχή και τα νερά, τώρα λαμπύριζαν μόνο δυνατά βλέμματα. Τότε κατάλαβα τι εννοούσε εκείνο το παραμύθι που μας έλεγαν μικρούς γιατί εκείνο το ξημέρωμα είδα τα χίλια πρόσωπα της θάλασσας να χτίζουν την ελευθερία τους, κοιτάζοντας το μέλλον με χίλια λαμπερά μάτια.

Thursday, July 18, 2019


Ναυτικό ημερολόγιο - 3/3/ έτος άγνωστο / πορεία κόντρα στο ρεύμα
Της Χριστίνας Κοντούλη



Τα κατά συνθήκη ψεύδη ή ψέματα: αυτά που λέγονται εν γνώσει μας ότι είναι ψέματα, για να μη θίξουμε ή προκαλέσουμε τον άλλον. 333 Αλήθειες. 333 φορές, τέσσερις είπα πως δεν είμαι ψεύτης και είπα ψέματα.
                 …………………………………………………..



Ψέματα μέσα στη μούρη του άλλου, ψέματα για αποφυγή, ψέματα  για εντυπωσιασμό ,ψέματα από φόβο, ψέματα γιατί ποτέ δεν μας ρώτησαν το σωστό πράγμα τη σωστή στιγμή. Ψέματα.           Το πρώτο πράγμα που μαθαίνουμε. Η πρώτη μορφή απώλειας που συναντούμε είναι το ψέμα.
-Σ’ αγαπώ μα δεν στο είπα ποτέ γιατί φοβόμουν, σ ’αγαπώ μα ήθελα να κρατήσουμε την φιλία μας σ’ αγαπώ, θα έκανα τα πάντα για σένα, σ’ αγαπώ γιατί αυτό  έμαθα πως πρέπει να ακούσεις σ’ αγαπώ γιατί αυτό έμαθα να θέλω να ακούσω κι εγώ. Σ’ αγαπώ γιατί δεν αγάπησα ποτέ μου. Σ’ αγαπώ γιατί ευτυχώς δε θα με αγαπήσεις ποτέ. Σ αγαπώ γιατί δεν θέλησα να γίνω κάτι μα προτιμώ να είσαι εσύ αυτό το. Σ’ αγαπώ γιατί δεν χρειάζεται να το αποδείξω.

                  ………………………………………………….


Η Κρύνη άπλωσε το κορμί της στο πέτρινο κρεβάτι. Λεπτά φύλλα υφάσματος τύλιγαν  ένα κορμί που θα’ λέγε κανείς πως δεν είχε γνωρίσει ψεγάδια. Τα χάλκινα μαλλιά της απλώνονταν στα μαξιλάρια, όπου παραφουσκωμένα με πούπουλα χήνας της έκρυβαν ελαφρώς το πρόσωπο. Στο όμορφο σκηνικό η δύση του ήλιου έδινε μια νότα απορίας στην εικόνα καθώς ήταν πολύ νωρίς για τον βραδινό ύπνο κι ίσως πολύ αργά για τον απογευματινό. Ο Τζουζέπε και η Ζοσελίν δυο άγρια κοράκια συνόδευαν τον ύπνο της. Η Ρους απαρηγόρητη μα αποφασισμένη με χούφτες γεμάτες από τσαλακωμένα χαρτιά παραμόνευε σαν αλεπού το ρολόι της ώρας. 333 χτύποι. Η Κρύνη ανέπνεε απήγανο. Οι επαναστάτες συνόδευαν τον τσάρο στην τελευταία ανάσα  με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα και μάτια που έλαμπαν κάτω από τη ρεκλάμα της ελευθερίας. Κόκκινα λάβαρα όμοια με τις τρίχες των μαλλιών της συνόδευαν το ποδοβολητό όλων εκείνων που ξέχασαν τις διαφορές τους για τον αγώνα, μερικές δεκαετίες αργότερα τα αγνά ιδανικά τους  αγκομαχούσαν πάνω σε φθηνά ναρκωμένα κρεβάτια με μάτια θολά και κοντές φουστίτσες των 3 ευρώ έτσι που οι γέροι λεφτάδες αλλά κι οι τίμιοι βιοπαλαιστές να πιάνουν πιο εύκολα τον κώλο.
Η Κρύνη χυμένη στην άκρη του όμορφου κρεβατιού αντάμωνε το μοιραίο όνομά της. Δίπλα ο Μπαστέτ σκεπτικός πηγαινοέρχονταν χαμένος μέσα σε μια διαρκή πράξη αμηχανίας ενώ τα βιολιά του δρόμου βάδιζαν στο πένθιμο εμβατήριο. Τα μαλλιά του κακοκουρεμένα κι η ανάσα του σαν σκωτσέζικος βάλτος παραγεμισμένος με τσιγάρα πάλλονταν απαλά κάθε φορά που άλλαζε ο άνεμος. Είχε μέρες να πάει στο καράβι, φαντάζονταν τα τρόφιμα σάπια και τα τζάμια που κρατούσε καθαρά καλύτερα από τα μυωπικά γυαλιά του τώρα να πάλλονταν κι εκείνα κάτω από τις μπότες των εξουσιαστών. Εκείνη τη στιγμή μια ντουζίνα μπάτσοι μπούκαραν στη κάμαρα, κόβοντας την αγρυπνία στη μέση..- δεν σέβονταν τίποτα πια-, έσφιξαν τα χέρια της Ρους πίσω από το ώμο και με δυο περιβαλλοντικά ελεγμένες χειροπέδες της διάβασαν τη επικείμενη μοίρα της.
-Σταθείτε ρε παιδιά, περιμένετε, να σβήσει ο ήλιος, έστω να σβήσει το κερί.
Το “έγκλημα” όμως δε μπορούσε να περιμένει!Τέσσερις ψευδορκίες απόγνωσης, 333 μαρτυρίες ελπίδας μα η Κρύνη δεν γινόταν να σηκωθεί. Ο Μπαστέτ είπε πως θα μιλούσε αύριο με το δικηγόρο. Τέσσερις ζωντανοί νεκροί ξήλωσαν τα παράσημα της Ρους από το στήθος κι άλλοι 333 ζωντανοί της φόρεσαν το φωτοστέφανο. 4 άντρες την έκριναν, 4 γυναίκες την κατηγόρησαν, 3 παιδιά δεν έμαθαν ποτέ την ιστορία. Σε λίγο ακολούθησε την Κρύνη με συνοπτικές διαδικασίες ωστόσο δεν υπήρξε σ’ αυτό το σκηνικό κανένα πουπουλένιο μαξιλάρι, κανέναν ακριβό ύφασμα μα το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Η Κρύνη κατάγονταν από πλούσια οικογένεια, οι γονείς τις είχαν βάλει λυτούς και δεμένους ωστόσο εκείνη παρέμεινε πιστή στον αγώνα μέχρι τελευταία στιγμή, οι γονείς μας δεν υπήρχαν πια παρά μόνο σε αναμνήσεις κι οι γονείς του Μπαστέτ, δυο μικρομεσαίοι μεσήλικες αποκήρυξαν τον γιο την πρώτη μέρα που πάτησε στο καράβι.  Εκείνη τη μέρα εντελώς τυχαία παρατηρήσαμε πως ο δικηγόρος του είχε πάει για μπάνιο κι η δικογραφία του ήταν αδύνατο να βρεθεί . Το κράτος τον έκρινε ένοχο για κλεφτοπόλεμο κι ο άλλοτε άκαμπτος   Μπαστέτ πάλευε πια χωρίς κανένα σκληρό εαυτό, χωρίς καμιά αμηχανία να δει για τελευταία φορά τον ήλιο να δύει.
Στις 4 και 33 τα ξημερώματα το πλήρωμα του Φτερωτού Ναβάχο εκτελέστηκε κι έπειτα σβήστηκε από τον χάρτη σαν τον τελευταίο ινδιάνο αντάρτη «εν μέσω διαταραχών» .Η κυβέρνηση δήλωσε τον αποστάτη σε 4 καρτέλες κι η εκκλησία αφόρισε τους άπιστους. Η δικαιοσύνη απάντησε χαμογελαστά στον γιατρό πως τα νέα μυωπικά γυαλιά της τω 6 βαθμών ήταν η σωτηρία. Τα μάτια της αλληθώριζαν ευχαριστημένα μέσα από ραδιόφωνα κι εφημερίδες ενώ η τηλεόραση αποδοκίμαζε όσους έβλεπαν καθαρά καθώς εκείνη αδυνατούσε να παραδεχτεί πως έκανε λέϊζερ κι είχε ξανά τη δυνατότητα να βλέπει.
Μέσα σε μια θαλασσινή ποντικοφωλιά ορκίστηκαν απιστία οι προλετάριοι.  Πίσω από τις ρωγμές ενός σταυρού οι άθεοι ορκίστηκαν πίστη στην ιδέα. Στις 3 και 44 τα ξημερώματα είχαν ήδη τραπεί σε φυγή. Οι πρώτες βόμβες συνθηκολόγησης είχα πέσει στο τραπέζι. Τα στόματα φώναζαν ΥΠΟΤΑΓΗ κι οι συνειδήσεις είχαν κιόλας βολευτεί σε μια μόνιμη θέση στο δημόσιο  ενώ οι αρχηγοί λούφαζαν τώρα πίσω από τους τελευταίους. ΟΙ αναλώσιμοι αναφώνησαν «θάνατος για τους αναλώσιμους» κι ύστερα δάκρυσαν ευχαριστημένοι καθώς οι θηλιές γίνονταν ένα με το σπάσιμο του σβέρκου των δικών τους.
Το τελευταίο τραγούδι που τραγούδησαν οι σιωπηλοί ανυπότακτοι ήταν το strange fruits της Billy Holiday. Την άλλη μέρα έγινε πράξη.
Η Μυρσίνη και η Φαίδρα ήταν ένα ζευγάρι Ελληνοδανών καπετανέων. Έκρυβαν τις προκηρύξεις κάτω από τα ρούχα τους στο σουλάτσο ενώ ο Φίοντορ Μπεργκμαν περνούσε τους πρόσφυγες στο κατώι κατά τις τρεις τα ξημερώματα.  Καθώς έβλεπα τις ορδές των ανθρώπων να κατεβαίνουν τη σκάλα θυμόμουν τον παππού μου να ακούει ένα περίεργο τραγούδι στο ραδιόφωνο, μιλούσε για ένα ‘μυστικό κατώι, τότε δεν ήξερα καν τι σήμαινε η λέξη μα σήμερα στα δεκαεφτά μου χρόνια ένιωθα μια παράξενη, μια διεγερτική περηφάνια λες και μοιραζόμουν μαζί του κάποιο κοινωφελές μυστικό κάθε φορά που έφερνα το ριγανόψωμο κάτω από το ξύλινο πορτάκι. Ο άντρας μου ο Μπελαρούς, ένας κοντός ανθρωπάκος μόλις 4 χρόνια μεγαλύτερος, με καστανά κι άγρια βουνίσια μάτια, μαύρα μαλλιά και κόκκινα φρύδια, στρογγυλοπρόσωπος κι ακραία φιλομαθής, απροσάρμοστος γιος της σελήνης, με καθησύχαζε κάθε τόσο χαϊδεύοντας μου το σβέρκο σαν να’ θελε να απαλύνει τη θηλιά όταν θα έσπαγε τα κόκαλά μου.
Οι πρόσφυγες πολέμου είχαν μια ονομασία στη εποχή μας, «ΑΝΕΠΙΘΗΜΙΤΟΙ». Οι αντάρτες είχαν κι εκείνο την ίδια, όποιος δεν συμβάδιζε με τις επιταγές της νέας σύμπραξης κυβερνήσεων δεν ήταν παρά ενοχλητικό μυγάκι στις διακοπές τους. Τα ανθρώπινα όντα, τα ζώα κι ό,τι άλλο στέκονταν εμπόδιο στα μεγαλεπήβολα σχέδια της τετράδας στιγματίζονταν υπό τον αριθμό 3 κι έφερε ένα μεγάλο Α στο μπράτσο με τατουάζ. Στο μπράτσο μου το τεράστιο Α δήλωνε την ταυτότητα που η κοινωνία μου είχε δώσει. Τζώρτζ Ζερό, μηδενικό υποκείμενο μιας αδύνατης, αηδιαστικής εξίσωσης, ένοχος για προδοσία φύλλου, ένοχος για προδοσία επιθυμητής επιλογής, ένοχος για προδοσία μη αποδεχτής αλληλεγγύης, ένοχος για προδοσία συμπάθειας κατωτέρων ειδών, ένοχος για προδοσία μιας ανύπαρκτης ανωτερότητας, ένοχος για ανθρωπιά. Ένα μικρό μηδενικό στο σύστημα, ένα μικρό μηδενικό που γεννήθηκε με σκοπό να το αλλάξει ή έστω να βγάλει τον θεμέλιο λίθο του, το όνομα που επέλεξα ήταν Τζωρτζ Ζερό κι ήμουν ο τελευταίος του πληρώματος του Φτερωτού Ναβάχο. Επέλεξα το Τζώρτζ γιατί στα μέρη μου ήταν το πιο διαδεδομένο όνομα, ήταν το όνομα του πλήθους και το μηδέν γιατί ήταν ο αριθμός του καμουφλάζ, μπορεί να έμοιαζες τίποτα μπορεί να ήσουν τα πάντα, μπορεί να μεγέθυνες κάτι ή να το εξαφάνιζες!
Ο Φίοντορ ήταν ο πρώτος που ήρθα σε επαφή, ένας καστανόξανθος πανύψηλος νεαρός με πλατύ χαμόγελο, έναν ελαφρύ αστιγματισμό στα χρυσαφένια του μάτια και πολλές βαριές ιδέες που χρησιμοποιούσε σαν «γυαλιά επαναφοράς της σωστής όρασης» όπως συνήθιζε να λέει. Η μικρότερη αδερφή μου τον είχε γνωρίσει τη μέρα της αποφοίτησης, στο λαιμό του έφερε ένα τατουάζ με το ζωδιακό σύμβολο του λέοντα και μια δισδιάστατη πυξίδα που του είχε χαρίσει η ίδια σαν ένδειξη γάμου. Τότε ήμουν περίπου δεκατεσσάρων χρονών, κάποιο βράδυ λίγο πριν πάρουν την γυναίκα του, έβγαλε τρομαγμένος από τα χείλη τον πιο σοβαρό του λόγο, ένα χαρτί κι ένα νούμερο. Μήνες είχε να βγάλει κουβέντα, το στόμα του ήταν πάντοτε σφαλιστό, εκείνο το βράδυ κατάλαβα γιατί. Το 4 ήταν το χαμένο κομμάτι. Ο πόλεμος κρατούσε ακόμα κ αυτή τη φορά η θρησκεία ήταν μια, η εξουσία ήταν μια, κανένας σύμμαχος, κανένα καταφύγιο, καμιά λογική μονάχα ένας άτακτος ανταρτοπόλεμος απέναντι στους τέλειους στρατιώτες, μια χούφτα άνθρωποι ανάμεσα σε χιλιάδες κρετίνους. Εκείνοι είχαν όπλα που έκαιγαν το κορμί, τα δικά μας ήταν πιο δύσκολα στο χειρισμό ,λιγότερα, μα πιο δυνατά, τα δικά μας έχτιζαν συνειδήσεις. Εκείνοι σκότωναν δέρματα, εμείς χτίζαμε ιδέες.
 Ήμουν δεκαπέντε χρονών όταν για πρώτη φορά κατάλαβα πως η ύπαρξη μου ήταν μια πολιτική πράξη. Γεννήθηκα αποτελώντας μέρος ενός συνόλου ωστόσο μεγαλώνοντας άρχισα να παρατηρώ την κόλα που κρατούσε αυτό το σύνολο ενωμένο, Πάνω στο κουτί έγραφε με κεφαλαία μυτερά γράμματα «ΨΈΜΑ» τότε αποφάσισα να είμαι συνειδητά ειλικρινής κι αποποιήθηκα το σύστημα.

-ΑΠΟΤΆΣΕΣΕ ΤΟ ΨΕΜΑ;
-ΑΠΕΤΑΞΑΜΗΝ

Πολλές φορές στο παρελθόν είχα διαβάσει για την αποτυχία της επανάστασης, ίσως γι’ αυτό να έφταιγε πως οι επαναστάτες έβγαιναν σε δυο μορφές, μου θύμισε για λίγο τις πρώτες εμφανίσεις του χριστιανισμού στην ιστορία, ο αγνός ιδεολόγος που δεν νοιάζονταν για τον θάνατο ούτε όμως και για την ζωή, με χαρά θυσιάζονταν για την ιδέα, κι ο άλλος εκείνος που γίνονταν ο επόμενος δικτάτορας, το συμπέρασμα ήταν το ίδιο κάθε φορά, ή θα πέθαινες για τους άλλους ή θα ζούσες εις βάρος τους. Εδώ συνάντησα το ψέμα. Μου έκανε εντύπωση η προθυμία θανάτου κι προθυμία της λήθης απέναντι στην αρχή του αγώνα, και οι δυο ντρόπιαζαν την επανάσταση. Ένας φαύλος κύκλος, ένα φίδι που μασουλούσε την ουρά του ως να χαθεί, η βάναυσα εγωιστική αγάπη για τη λήθη κι η φασιστική χρήση της. Δειλοί μοναχοί που προσεύχονται εν ώρα κίνδυνου, φασίστες στρατιώτες που χαλάνε την προσευχή. Στη μέση ο άνθρωπος, στη μέση η ζωή που της αφαιρούν κάθε σημασία. Παλεύαμε για ένα καλύτερο αύριο στη λήθη, πότε παλέψαμε για τη γνώση του σήμερα; Φορούσαμε σημαίες νεκρών αρχηγών, γδέρναμε τα πρόσωπά τους και τα κάναμε στρας και μπλουζάκια, κονκάρδες και βρακιά  ¾,  οι φωνές τους έπαιζαν μιξαρισμένες λούπες στα κλαμπ και τα γαρίφαλα ήταν μονάχα για τις πίστες. Πίστες υπέρ πίστεως.
Πατρίδες από συρματόπλεγμα, εκπαιδευμένα σκυλιά να μυρίζουν το πόνο, εκπαιδευμένα να προκαλούν περισσότερο. Πατρίδες από μουχλιασμένα αισθήματα ανωτερότητας για πράγματα και καταστάσεις χιλιομασημένες που άλλαζαν σε κάθε αναφορά σαν το τελευταίο κουτσομπολιό στην κίτρινη φυλλάδα.
- Διάλεξε τη φυλλάδα σου, διάλεξε τη απόχρωση του κίτρινου που σου ταιριάζει. Έχουμε κροκί, λεμονί, ξεθυμασμένο σκατουλί ίδιο με τη συνείδηση. 333 αρχηγοί για 4 ανθρώπους. 333 στέψεις θανάτου για μια συνείδηση βουβή χωρισμένη στα 4.
-άγνοια
-αίσθηση ανωτερότητας
-μίσος
-υποταγή.
Η χρυσή εποχή της 4τράδας.
Την χρυσή εποχή της 4τράδας, οι κυβερνήσεις ήταν τέσσερις: Η κυβέρνηση του βορά, η κυβέρνηση του νότου, η κυβέρνηση της δύσης κι η τελευταία της ανατολής. Στη μέση ήταν το σημείο αναφθοράς κι εμείς οι ΑΝΕΠΙΘΎΜΗΤΟΙ.
Ο πρώτος υπουργός ανήκει στην κυβέρνηση της Έρευνας, ο Δεύτερος στην κυβέρνηση του δημόσιου φυσικού και επίκτητου πλούτου, ο Τρίτος στην κυβέρνησης της ενημέρωσης και της δικαιοσύνης κι ο τέταρτος ήταν ο υπουργός Παιδείας και θρησκευμάτων. Η σύμπραξη των  ηνωμένων κυβερνήσεων είχε λάβει χώρα στη Νυρεμβέργη σαν φόρος τιμής στο μέρος που καταδικάστηκαν κάποτε οι φασίστες όπως συνήθιζαν να διαφημίζουν οι εκάστοτε προπαγάνδες με έμφαση στο δημοκρατικό πρόσωπο της τετράδας Εκεί που καταδικάστηκε  το μίσος  αρκετά χρόνια μετά στήθηκε η μεγαλύτερη και μαζικότερη ντροπή της ανθρωπότητας και νέοι φασίστες βρίσκονταν τώρα στο ίδιο μέρος, αυτή τη φορά όμως όχι σαν κατηγορούμενοι...
Μέσα σε λίγους μήνες ο στρατός οικειοποιήθηκε το  Υπουργείο Έρευνας. Οι ιδιωτικές μεγαλοεταιρίες «πάταξαν τον καπιταλισμό» δημιουργώντας τις «ελεύθερες μαζικές θέσεις ανθρωπίνου και ζωικού δυναμικού» καθώς οι φιλάνθρωποι οι κεφαλαιούχοι πρόσφεραν νεαρές και νεαρούς με λαδωμένα και ντοπαρισμένα μούσκουλα και βυζιά που έσπαγαν κεφάλια πλασάροντας στην αγορά τον «νέο επιθυμητό υπεράνθρωπο»: Παραφουσκωμένο με ροφήματα πρωτεΐνης, εμφυτεύματα σιλικόνης και λεύκανση πρωκτού όλα υπό την υπέροχη επικεφαλίδα της εταιρίας «Πυγμαλίων» ενώ οι “σπουδαιότεροι” και ευφραδέστεροι πολιτικοί κατέλαβαν το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων μετατρέποντάς το σε υπουργείο Αηδίας και Απορριμμάτων.  
Στο ολοκαίνουργιο «Ράιχ» τα βιβλία δεν απανθρακώνονταν στις πλατείες, στοίβες ολόκληρες προσφέρονταν σε κάδους ανακύκλωσης τελευταίας τεχνολογίας σταμπάροντας δαχτυλικά αποτυπώματα θέτοντας έτσι τους κύκλους των «ΕΠΙΘΥΜΗΤΏΝ».  Ο Μπρέχτ, ο Ουάϊλντ, ο Ουγκώ, ο Κάφκα, ο Καζαντζάκης, ήταν όλοι πεπαλαιωμένοι συνεργοί της αποτυχίας της ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ. Οτιδήποτε περιείχε ασχήμια διώκονταν, οτιδήποτε δεν συμβάδιζε με το καθεστώς καταστέλλονταν, οτιδήποτε δεν δημιουργούσε καινούς στρατιώτες και πειθήνια κοπάδια η προπαγάνδα το διέσυρε κι ύστερα το εξαφάνιζε από τα χέρια, τα μάτια, στο τέλος κι από τα στόματα.
Οι αντάρτες του αέρα καταρρίφθηκαν στα χρόνια του πατέρα μας. Οι αντάρτες της στεριάς κατεστάλησαν κι ύστερα υπέγραψαν θάνατο μετανοίας. Οι μόνοι που είχαν μείνει πια ήταν οι αντάρτες της θάλασσας που αρνούνταν να παραδώσουν τα πλοία. Ένα από αυτά μας παρέδωσε η Ρους τέσσερις μέρες πριν την πάρουν. Το τέσσερα ήταν το σύμβολο της «ανίερης συμμαχίας», το τρία ήταν το σύμβολο του αντάρτη, ένας για την ομάδα , δυο για την μονάδα, 3 μονάδες = τίποτα, 2 για έναν, ένας για την ομάδα. Αυτό το αριθμητικό σύνθημα υπήρχε πριν τα χρόνια της Κρήνης, λένε πως εκείνος που το εφηύρε ήταν ο Δουμάς. Ποτέ όμως δεν έμαθα πως έφτασε μέχρι τα δικά μου χρόνια.
Ένα βράδυ ο Φίοντορ μπήκε στο σπίτι από την πίσω πόρτα. Εγώ μαγείρευα, δεν τον άκουσα να μπαίνει. Όταν τον είδα έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Ο αριστερός του ώμος σφηνωμένος ανάμεσα σε ξηρό τομπάκο και αίματα εξείχε μ’ έναν παράξενο τρόπο στην άκρη του κορμιού του. Ο  Μπελαρούς έσπευσε να βοηθήσει, ωστόσο είχε δυο χρόνια που’ χε παρατήσει την ιατρική κι οι γνώσεις του ήταν περιορισμένες. Όποτε πήγαινα στο δωμάτιο τα μαλλιά του άντρα μου μου φαίνονταν όλο και πιο γκρίζα, τα χέρια του έτρεμαν περισσότερο.. Κατά τις πέντε το πρωί κι όταν πια σταθεροποιήθηκε κάπως η κατάστασή του, ο Φίοντορ μας είπε πως τον είχαν αρπάξει οι φασίστες. Η Φαίδρα η αδερφή του, ήταν ήδη νεκρή αν όχι αιχμάλωτη. Για μια στιγμή τα μάτια μας σφίχτηκαν , ήταν παράξενο να εύχεσαι  κάποιος αγαπημένος να έχει πεθάνει, έτσι κι αλλιώς η μοίρα που περίμενε τους ζωντανούς αποστάτες ήταν χειρότερη. Κάποιες οικογένειες διαδήλωναν έξω από την πρεσβεία της κυβέρνησης της Έρευνας κι όμως πήγαιναν χρόνια που καμία έρευνα δεν γίνονταν για τα παιδιά τους. Μονάχα στο τέλος οι μπάτσοι έλεγχαν τα αποτυπώματα των διαδηλωτών, την άλλη μέρα καμία έρευνα δεν γίνονταν για εκείνους.
Στις πέντε και είκοσι το ψωμί ήταν έτοιμο. Πήγα για το κατώι αφήνοντας τον Μπελαρούς, το Φίοντορ και την Μαντλέν να κατεβάζουν το τελευταίο ουίσκι -το ποτό έρεε άφθονο στην εποχή μας, ναρκωτικά κι ό,τι άλλο μπορούσε να σε καταστείλει χωρίς γκλομπ, χωρίς να ανοίξει ρουθούνι, άρτος και θεάματα. Μα για τους καραβοκύρηδες έρεαν πια μονάχα οι καρπαζιές. Εκείνο το μπουκάλι με το εξωτικό πουλί στο εξώφυλλο ήταν ό,τι είχε απομείνει από τον παππού μου όταν τον επισκέπτονταν ο αδερφός του. Η Μαντλέν, η ξαδέρφη μου έβγαλε το βιολί του θείου κι έπαιξε μια νότα. Την τελευταία φορά που είχε ανοίξει αυτή η θήκη μια είκοσι επτάχρονη Γαλλιδούλα από τη Λιόν έμεινε έγκυος αφήνοντας πίσω της δυο αγέρωχα, παντοδύναμα πράσινα μάτια και μια άγρια επαναστάτρια. Καμιά φορά χαιρόμουν που ο θείος δεν είχε βάλει καπότα εκείνο το βράδυ. Μπορεί η Μαντλέν να μην είχε κληρονομήσει τη φάτσα του ρομαντικού ασυμβίβαστου ξαδέρφου της μάνας μας μα σίγουρα κληρονόμησε το ελεύθερο ταμπεραμέντο μιας ολόκληρης γενιάς που έμοιαζε με αναβράζον χάπι. Περίμενε το νεράκι της….
Όταν ψήθηκε το ψωμί το τύλιξα σε μια πετσέτα κι άνοιξα την θλιβερή καταπακτή. Ο Μόμο, ένας πανύψηλος Νιγηριανός καπετάνιος  πήρε τα ψωμιά στα χέρια του κι έπειτα δίνοντάς μου τις προκηρύξεις με κοίταξε με αγωνία.
-Ο Μπαστέτ;
Κατέβασα τα μάτια μου. Ο Μόμο κατέβασε τα δικά του κι ύστερα έκλεισε το πορτάκι της καταπακτής. Γυαλιστερά, πεινασμένα, εξαθλιωμένα μάτια γλιστρούσαν από την άκρη του υπογείου κι απλώνονταν πάνω στα δάχτυλα των ποδιών μου ουρλιάζοντας σιωπηλά. Κανείς δεν έβγαλε άχνα.
Ακόμη ένας θάνατος.
 Καθώς ανέβαινα τη σκάλα, ένα αίσθημα θλίψης με πλημμύρισε. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό μου. Νοσταλγούσα τις εποχές που γέμιζα δάκρυα τα σεντόνια μου για τον έρωτα, τώρα γέμιζα σκατά τα βρακιά μου κάθε φορά που χτυπούσε η πόρτα τη νύχτα. Σκέφτηκα τη Νέλα. Η Νέλα ήταν η μεγάλη μας αδερφή, κάποτε ήμασταν τρεις τώρα μονάχα ένας. Η Νέλα σήμερα θα με περνούσε ακριβώς δώδεκα χρόνια. Η μεγάλη μου αδερφή πέθανε στη φυλακή. 43 άνθρωποι έζησαν χάρης εκείνη. 43 μαρτυρίες που θάφτηκαν μαζί με τις ελπίδες των ανθρώπων. 43 άνθρωποι ανακήρυξαν αγία το κορίτσι που μου έτρωγε τα δημητριακά, το κορίτσι που μου έφερε το πρώτο μου πλαστικό καραβάκι όταν έκανα μπάνιο. Στις 3 και 33 το πλοιάριο Ευδαίμων προσάραξε στη Σικελία αποβιβάζοντας 43 αποστάτες σε σώα κατάσταση. Οι εννιά  απελάθηκαν δυο μήνες αργότερα με άγνωστη κατεύθυνση , οι 34 βρίσκονταν στο κατώι του πλωτού σπιτιού μας εδώ και 3 μήνες. Τέσσερις μήνες μετά η Ρους άφησε την τελευταία της ανάσα για διαθήκη πάνω σε μια κακοπλεγμένη θηλιά. Το πολεμικό ναυτικό έσβησε το όνομά της από τα βιβλία, τα παράσημα της ξηλώθηκαν, ακόμα κι οι αφίσες της επικήρυξης της μαζεύτηκαν την ίδια μέρα, η πενιχρή περιουσία της δημεύτηκε κι εγώ κληρονόμησα  μια καρτέλα διαπόμπευσης από το σύστημα, ένα παράσημο που μύριζε τώρα ρίγανη, σιτάρι κι ελευθερία.
Το τελευταίο μου γεύμα στο σπίτι  είχε μια δόση ακατέργαστης σοσιαλιστικής ψευδαίσθησης. Ένιωθα το στομάχι μου δυνατό κι οι ήχοι που κάθε τόσο παρήγαγε από την πείνα δεν ήταν παρά παμπάλαια τσιτάτα που έβγαιναν στη μόδα ξανά, ή μάλλον ποτέ δεν είχαν φύγει. Στο πιάτο μου ένα κομμάτι μπαγιάτικο ψωμί και μερικά άγρια χόρτα. Το τελευταίο ποτήρι ουίσκι το μοιραστήκαμε στις 3 και 33 ακριβώς. Δεν έφτανε για να μεθύσουμε, δεν έφτανε για να ησυχάσουμε, ζέστανε τα λαρύγγια μας ξεκινώντας ένα παράξενο ταξίδι στον οισοφάγο. Ο άντρας μου σιωπηλός με την πλάτη στον τοίχο φορώντας την γδαρμένη ιατρική του ρόμπα σαν άσημο λάβαρο είδε για τελευταία φορά τη θάλασσα στις 4 τα ξημερώματα ακριβώς. Τότε ξεκίνησε ο πόλεμος, μα αυτός δεν είχε πια ιδέες, τσιτάτα, συμβάσεις, ήταν ένας αγνός ανταρτοπόλεμος με μόνο σύνθημα Ελευθερία, όχι θάνατο, κανένα θάνατο, ελευθερία και σεβασμό, ο θάνατος δεν ήταν αποδεκτός στη γενιά μας .
 Το σώμα της ελευθερίας  έπεσε στην κρεμάλα με κρότο. Ζαλισμένοι επαναστάτες παρακολουθούσαν από αμπάρια, καταστρώματα, στόματα και προκηρύξεις  Όταν ακούστηκε το κρακ ήξεραν πια στα σίγουρα πως ήταν μόνοι, η τελευταία καπετάνισσα της τρίτης γενιάς είχε πέσει, η τέταρτη γενιά ήταν απροστάτευτη. Η επανάσταση άφρισε μέσα τους, άρπαξαν τα λιγοστά τους όπλα και ξεχύθηκαν στους δρόμους ουρλιάζοντας. Η Μύριελ, η Νόρμα κι ο Αγαθοκλής , οι τρεις τελευταίοι στόλοι συσπειρώθηκαν στις ακτές της Νορμανδίας. Οι μπάτσοι έβγαλαν τα νεροπίστολα μπρος στο σχοινί και το ατσάλι μα η επανάσταση σαν ζαχαρένιος κύβος έλιωνε κι αναπλάθονταν κάτω από τα δάχτυλα ενός άτεγκτου φεουδάρχη θεού που αντάλλασσε ρόλους με την πολιτικοποιημένη σέκτα. Ο Φίοντορ κι ο Μπελαρούς άρπαξαν την εφήμερη φέτα του ψωμιού από τα δόντια μου φωνάζοντας να λύσουμε τα σχοινιά.
Δεν είχαν καν προλάβει τα αγριόχορτα να ριζώσουν στο ξενοδοχείο του στομαχιού μου όταν το σπίτι μου άρχισε να ξερνά πεταλίδες και κοχύλια. Ο Μόμο χτύπησε την πόρτα 3 φορές. Έσφιξα στο μπράτσο μου το πένθος και σήκωσα την καταπακτή. 34 οργισμένα ζευγάρια μάτια είχαν σπάσει την σιωπή τους. 34 στόματα φώναζαν ελευθερία. 4 κυβερνήσεις περικυκλωμένες από ανεπιθύμητους έχωναν στο πουγκί ό,τι προλάβαιναν καθώς οι επαναστάτες απαιτούσαν.
Οι επόμενοι 4 μήνες κύλισαν στο αίμα σαν δάχτυλα ανάμεσα σε τρίχες ποτισμένες σε κοντίσιονερ.   Οι κυβερνήσεις με στόματα νεογνών κοράκων απαιτούσαν καθώς βυθίζονταν . Οι επαναστάτες υπέγραφαν μόνο άρνηση.  Στο τέλος οι φεουδάρχες υπέκυψαν. Τα υπουργεία άλλαξαν ονόματα κι οι υπουργοί έχωσαν το χέρι στο τσουβάλι και έβγαλαν μέσα από τα γδαρμένα πρόσωπα τα νέα δημοφιλή προσωπεία. Τα ζώα του αρχοντικού κτήματος μπορούσαν να συνεχίσουν την εργασία άνευ αποδοχών, έτσι κι αλλιώς είχαν διώξει για τα καλά τον Τζόουνς. Μόνο ένα ερώτημα, ένα ερώτημα τους βασάνιζε που και που το μυαλό:
-Τζόουνς;
 Οι επαναστάτες με χαρά παρέδωσαν την “βίβλο”  του προφήτη Όργουελ στα νέα μηχανήματα ανακύκλωσης, τώρα πια δεν χρειάζονταν κανένα μυστικό όρκο στην ουτοπία, τώρα πια δεν χρειάζονταν να προσέχουν τίποτα, είχαν νικήσει, τώρα θα βασίλευε επιτέλους η ελευθερία κι εκείνοι ήταν έτοιμοι να κάνουν ό,τι χρειαζόταν γι’ αυτό…
33 χρόνια μετά η εταιρία της επανάστασης είχε τις δικές της μετοχές στο χρηματιστήριο, μερικά κανάλια και κάποια εργοστάσια. Οι ανεπιθύμητοι ήταν πλέον «ικανά εργάσιμα χέρια» με “ευπρεπή” εξοχική κατοικία, σκύλο και ελεγχόμενα έμβρυα , πλήρωναν φόρους και έτρωγαν οικογενειακά την Κυριακή. Με χαρά προσεύχονταν και πολυλογούσαν επαναλαμβάνοντας τέσσερις φορές τη μέρα την νέα φράση της Ελευθεριακής Γης : AKOY,  ΒΛΕΠΕ, ΣΩΠΑ!   Κι εγώ ήμουν πενήντα χρονών ορκισμένος ασυμβίβαστος πάνω σ ‘ένα “στοιχειωμένο”  καράβι, αρνητής του συστήματος και γραφικός μεσήλικας , μόνος με μοναδική παρέα στην νέα φεουδαρχία, 34 ζευγάρια μάτια που κάποτε  βγήκαν πεινασμένα από το κατώι του πλωτού μου σπιτιού ουρλιάζοντας «ελευθερία». Στις 3 και 44 το καράβι έμπασε νερά, ακριβώς σαν τη δημοκρατία... 4 πλοία ξεκίνησαν αργά ψάχνοντας ένα πομπώδες αφιέρωμα στην ανδρεία τους  στο επόμενο εβδομαδιαίο περιοδικό. Ήδη ποζάριζαν αναμοχλεύοντας σκονισμένα τσιτάτα και φλεγόμενες σελίδες που ξεσήκωσαν από κάποια τυχαία ομιλία , άνθρωποι με μάτια καινά, τυφλωμένα από τα φλας των νέων ελευθεριακών συσκευών που σου προσέφεραν την δυνατότητα ακόμη περισσότερης ελευθερίας αρκεί να πατούσες το κατάλληλο κουμπί.
 Όταν τα είδα να με πλησιάζουν φώναξα την τελευταία λέξη που θυμόμουν κι ύστερα έκλεισα τη μύτη μου πεισματικά κάνοντας το τελευταίο μου μακροβούτι . Στα 3 μέτρα οι φωνές τους είχαν πάψει πια να υπόσχονται κι εγώ έβαλα τα δυνατά μου να φτάσω ακόμα πιο μακριά έτσι που να μη  βεβηλώσει κανείς το άτυχο λείψανό μου αγιοποιώντας το, φτιάχνοντας από τα απομεινάρια μου τα θεμέλια μιας καινούργιας σκλαβωμένης εικόνας. 40 γουρούνια αναβόσβηναν τα φλας επιδεκτικά καθώς σκεφτόμουν στο βάθος του ωκεανού εκείνη τη νεανική απορία μου για την διττή φύση του επαναστάτη.
Τώρα στα πενήντα μου χρόνια, η ύπαρξή μου θέλοντας και μη έγινε μια πολιτική πράξη μα ο θάνατός μου, ας ήταν μια προσωπική αντίπραξη, σκληρή κι αμετανόητη, ασήμαντη κι άγρια, ένα ευτυχές μηδενικό που δεν θα κατέληγε να σέρνεται πίσω από τα ακριβά μηδενικά της μονάδας. Αν ήταν να είμαι μάρτυρας, ας ήμουν ο άγνωστος, αν έδωσα τη ζωή μου στον άνθρωπο  ήταν με  την ελπίδα ποτέ να μη ζητήσει κέρδος από αυτή, τώρα αφήνω το θάνατό μου στη θάλασσα καθώς τα κοράκια παραμονεύουν να κτίσουν από εκείνον άλλο ένα πρόγραμμα στην τηλεόραση με υπότιτλους  και ψαλιδίσματα, άλλο ένα λιθαράκι δηλαδή στον ύπνο των προβάτων. Ο Τζουζέπε κι Ζοσελίν αγέραστοι, με τα μικροαστικά κοστουμάκια τους και τα δήθεν κατανοητικά γελάκια τους κοίταζαν τώρα επίμονα τη θέση όπου είχα ξεκινήσει το ταξίδι μου για το απέραντο χάος. Μονάχα δυο μικροσκοπικές ολόιδιες φλέβες ανάμεσα στα μάτια τους πρόδιδαν την απορία και την απέχθεια τους, καθώς έπαιρναν το σχήμα από καινούργιες παντιέρες που θα έβλεπαν να γκρεμίζονται.  Οι μόνοι άλλωστε αγέραστοι και πάντα σταθεροί , μακριά από πολιτικές, κοινωνικές και άλλες βλέψεις στις επαναστάσεις μας ήτανε τα κοράκια, εκείνοι πάντοτε κέρδιζαν.




-Άλλη μια εκπομπή του προγράμματος της επανάστασης έφτασε στο τέλος, καληνύχτα από το ραδιόφωνο του αρχοντικού κτήματος αγαπητοί ακροατές, κι όπου κι αν είστε απόψε θα σας αποχαιρετήσουμε με ακόμη μια φράση ελευθερίας, ας σκύψουμε λοιπόν όλοι μπροστά στη σημαία κι ας αναφωνήσουμε :
Μπεεεεεεεεε

Sunday, June 30, 2019


 Ναυτικό ημερολόγιο -

Αγκαλιαζόμαστε για να ξεχνάμε την θνητότητά μας.

της Χριστίνας Κοντούλη







Όταν φτάσαμε στη Σιγκαπούρη ήταν χαράματα. Πολύβουο το λιμάνι έμοιαζε να συγκεντρώνει την ζωή ολόκληρης της πόλης , ένα κομμάτι συκωτιού πάπιας στο δρόμο κι ένας ξεθυμασμένος καφές μας συντρόφεψαν μέχρι το ξενοδοχείο. Ο Έρνεστ έβγαλε τα ρούχα του και ξάπλωσε, είχα συνηθίσει πια τη μυρωδιά του, το γυμνό σώμα του κι εκείνο το παράξενο τατουάζ με το κεφάλι της μέδουσας που του είχε κάνει κάποτε ένας καλλοτεχνίτης. Το μαξιλάρι γέμιζε υπομονετικά με τα σάλια του σαν κόλπος τροτέζας που περίμενε τα χίσια του πελάτη της στην Αβινιόν* και να σκεφτείς πως κάποτε ήταν η έδρα της παπικής εκκλησίας.
Ένας μικροσκοπικός προτεστάντης σφηνωμένος σ’ ένα καθολικό παρελθόν και τέσσερις γκέισες να μου δένουν τα χέρια. Στην τσέπη είχα μια χούφτα αλεύρι, λίγο κόλιανδρο και μια κιτρινισμένη Αθηναϊκή φυλλάδα. Ο πατέρας μου συνήθιζε να λέει πως όπου κι αν είσαι αν έχεις αλεύρι θα φτιάξεις ψωμί, ακόμη κι αν το ψωμί χρειάζονταν κι άλλα συστατικά καταλάβαινα την αλληγορική σημασία της φτωχικής παραβολής του, «όπου γης και πατρίς». Η μάνα μου ήταν μια ανήλικη μεξικάνα που βρέθηκε να ξεσκίζει μια μερίδα μπακαλιαράκια στην Χίο ενώ ο πατέρας μου ήταν ο γιος του ψαρά, δεκαεφτά χρονών, με ξανθά μαλλιά και μάτια στο χρώμα του ζαφειριού, συνήθιζαν να τον φωνάζουν «ο μπάσταρδος των σταυροφόρων». Ο έρωτάς τους κράτησε δεκατέσσερα χρόνια, μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος.
Στα χέρια της «γαλατένιας» γκέισας οι σταυροφόροι επέμεναν πως δεν ήμουν δικό τους παιδί. Παρά τα εικοσιπέντε μου χρόνια, η έκρηξη μιας μηχανής είχε αφήσει μια βαθιά ουλή στο αριστερό μου μάγουλο κι έτσι η ευγένεια ήταν η μόνη οδός να ανακτήσω τη χαμένη μου γοητεία. Σε κάθε λιμάνι που πιάναμε είχα αποφασίσει πως θα γινόμουν ο βασιλιά του, βλέπεις δεν είχα ιδιαίτερα όνειρα ούτε ιδανικές βλέψεις ρομαντικών καλλιτεχνών, έτσι αποφάσισα να γίνω ο «αλητέχνης» της ζωής μου. Ο Έρνεστ συνήθιζε να με κράζει για αυτές μου τις απόψεις φορώντας τα χρυσαφένια του μυωπικά γυαλιά και σιάζοντάς τα λίγο στην άκρη άπλωνε μπροστά μου τις σοφιστείες του κι ύστερα τις πουλούσε με το κιλό καθώς κατέβαζε μερικέ γουλιές τζιν για να συνδεθεί με το θείο.
Εκείνος προτιμούσε το τζιν, εγώ προτιμούσα τα χέρια. Καμιά γυναίκα δεν είχε δεχτεί τα χρήματά μου ως τώρα, καμιά τα κρίματά μου και καλά κάνανε, αν δέχονταν την ανέλπιδη, λυπητερή μου ανάγκη για συντροφιά, την αδιέξοδη ροπή μου προς τη θυσία της απορίας τότε θα έμενε στα χέρια μου μονάχα ένας θλιβερός εαυτός, κατακρεουργημένος από το φόβο της απώλειας του έλεγχου κι ένας άξεστος ηθοποιός που νόμιζε πως θα μπορούσε να ανεβάσει τη Μήδεια στο παζάρι. Φοβόμουν το θάνατο, ναι τον φοβόμουν μα πιο πολύ έτρεμα τη σκλαβιά. Έτσι προτιμούσα τα «κακά» κορίτσια, εκείνα που δεν ζητούσαν τίποτα, εκείνα που έδιναν τα πάντα, εκείνες που ξερνούσαν τον θάνατο μ’ ένα αληθινό γέλιο, τα κορίτσια που επέλεγαν κι όχι εκείνα που περίμεναν να επιλεγούν. Στον έρωτα δεν μπορούσε να σταθεί η επιστράτευση, τα χάδια δεν μπορούσαν να έχουν τη γεύση ενός τυράννου. Η μαντάμ Μίμι τσαν είχε την ίδια ιδεολογία μ’ εμένα. Διεύθυνε  το μπουρδέλο του μέλλοντος, εκεί ήσουν τυχερός αν σε επέλεγαν. Οι κοπέλες ημίγυμνες με κόκκινες σατέν ρόμπες, η κάθε μια είχε το δικό της δωμάτιο, αν είχες δει το δωμάτιο έστω μιας γινόσουν αυτόματα θρύλος. Μα ακόμη κι αν έφτανες στο δωμάτιο δεν ήταν σίγουρο πως θα παρέμενες εκεί, έπρεπε να κερδίσεις το ενδιαφέρον της, έπρεπε να αποδείξεις πως πριν γίνεις χώμα ήσουν κάποιος. Το όνομά μου ήταν Τειρεσίας Βασδέκης κι ήμουν υποπλοίαρχος στο εμπορικό Υάκινθος. Το όνομά μου ήταν Τειρεσίας κι ήμουν σίγουρα τυφλός μα δεν υπήρξα ποτέ μάντης Το όνομά μου ήταν ένα αριθμός ακόμη στα βιβλία της εταιρίας κι εγώ πάλευα να γίνω άνθρωπος στα αρχεία της λήθης.
Το βράδυ πήγαμε στο “μέρος”. Το “μέρος” είχε κατακόκκινους τοίχους κι έναν τυφλό μάγειρα. Λέγαν πως μαγείρευε με τη μυρωδιά. Ο Τάο Σι σέρβιρε πάντα ο ίδιος κι είχε τέτοια ακρίβεια στις μερίδες σαν τον καλύτερο χειρουργό ενώ τα πιάτα του διεκδικούσαν μια θέση ανάμεσα στα μεγαλύτερα έργα των δυτικών καλλιτεχνών Ο Τάο Σι σέρβιρε φιλοσοφία με καρυκεύματα αναζήτησης, ο Τάο Σι σέρβιρε ένα μοναδικό πιάτο για τον καθένα αναλύοντας τις φωνητικές του χορδές. Το πιάτο δεν επιστρέφονταν, δεν ανταλλάσσονταν, η τράμπα της μπουκιάς ήταν  έξω από το μενού. Έτρωγες τη γνώμη του, όχι την εργασία ή τη εξειδίκευση του.
Στον «κόκκινο κύκνο» μασούσες αργά, κάθε μπουκιά ήταν μια περιπέτεια, ένα στοίχημα μεταξύ μιας ανόητης ζωής κι ενός μυστικού θανάτου. Τα τραπέζια ανάκατα στοιβαγμένα κατά μήκος της μακρόστενης αίθουσας έμοιαζαν με το δωμάτιο ενός φοιτητή που γνώρισα κάποτε στη Λιόν. Απομεινάρια γονικής παροχής ανακατεμένα με τον κόσμο του αύριο. Ωστόσο η άτακτη αυτή διάταξη θύμιζε μια λέξη κάποιας αρχέγονης γλώσσας κι ακόμη δεν είμαι σίγουρος αν μασουλούσα τη θέση μου σε μια παγανιστική τελετή ή το χάος της σάλας απλά απάλυνε την τακτικότητα της κουζίνας. Καθώς  η τελευταία μπουκιά γλιστρούσε στον οισοφάγο  τα πρώτα τσιγάρα βρίσκονταν κιόλας στη μέση, η Λη Γιν, μια υπέροχη τρανσέξουαλ πεταλούδα έσυρε μια ουρά από φτερά φλαμίνγκο στα δέκα δάχτυλα των ποδιών μας. Το κορμί της ήταν ψηλόλιγνο, λυγερό κι αδίστακτα στιβαρό, σαν τον Ερμή ψυχοπομπός, ταξιθέτης του ονείρου. Έπαιρνε τα  νομίσματα από τα χείλια και τα μάτια μας κι έπειτα χαμογελώντας έπαιρνε και τις τελευταίες μας σκέψεις. Κάπως έτσι σκεφτόμουν πως θα έμοιαζε ο θάνατος, στις άκρες των δαχτύλων της σαν νόμισμα να περιφέρεται η ύπαρξη ζυγίζοντας τα υπέρ και τα κατά, όσα έγιναν κι όσα δεν θελήσαμε αρκετά για να γίνουν,  όσα μας σκότωσαν πριν έρθει η ημερομηνία της λήξης κι όσα επιθυμούσαμε να μας καθορίσουν στη μετάβαση, οι αποσκευές που χάνονταν σ’ ένα γεμάτο αεροδρόμιο, οι φωνές από τα control panels, μηχανικές, ζωτικές, αναγκαστικές, σε λίγο άγνωστες, μονάχα η σιωπή , απαραίτητη προϋπόθεση σκηνικού η επικείμενη λήθη.
Ανάμεσα στα τραπέζια υπήρχαν μικρά αναμμένα κεριά, η Λη Γιν αποκαθήλωνε τη φλόγα με τα μακριά της νύχια ύστερα η νύχτα έπεφτε παγωμένη, άγρια κι αδυσώπητη  μέχρι να αρχίσει το τραγούδι. Η μουσική λένε πως εξημέρωνε τα θηρία κι εκείνη σαν άξιος θηριοδαμαστής ζητούσε να αφήσουμε πίσω τους εαυτούς μας για μια μοναδική παράσταση, ολόιδια κάθε βράδυ. Ανήλικοι «κατεργάτες» του θεάματος, με πρόσωπα σκαμμένα από την  υγρασία του ημιυπόγειου και χέρια τραχιά, απρόσωποι στρατιώτες της νύχτας, τραβούσαν τα σχοινιά της αυλαίας επιστρέφοντας στις άγνωστες ζωές τους κι εμείς με μισοφωτισμένο δέρμα, παραδομένοι στην εικόνα περιμέναμε να χάσει η πεταλούδα τα φτερά της και να πεθάνει άλλη μια νύχτα παρασύροντας μας σε παράξενα ερωτήματα.
Εικοσιπέντε μαχαίρια στον τοίχο, ένα για κάθε βλέμμα της. Εικοσιπέντε μαχαίρια βγαλμένα από τα χείλια μας, εικοσιπέντε μαχαίρια όρθια, έτοιμα να πουν γλυκά ψέματα στις τρυφερές τους γυναικούλες που βύζαιναν προεκτάσεις στο σπίτι. Εικοσιπέντε παιδιά, παράδοξα, tabula rasa με βλέμμα απλανές και στόμα μισάνοιχτο, με φτερουγίσματα κάτω από το τραγελαφικό ένδυμα της κοινωνίας. Εικοσιπέντε Πίτερ Παν παντρεμένοι με συμβατικές Γουέντι,  κρυφά ερωτευμένοι με την Τινκερ Μπελ. Εικοσιπέντε χαμένες υποθέσεις στην άκρη μιας μαζικής γλώσσας.
Το πρωί θα την μισούσαν, το πρωί θα της έσκιζαν τα ρούχα στην αγορά, το πρωί θα έκαναν ανώνυμα τηλεφωνήματα στο σπίτι, το βράδυ όλα τα χαμένα αγόρια θα την αποθέωναν.
Η Λη Γιν με κάλεσε στο σπίτι για τσάι την άλλη μέρα. Τα μάτια της ήταν πρησμένη από το ξενύχτι, τα μαλλιά της πλεγμένα σε ρόλεϊ κι η ρόμπα της μισάνοιχτη. Στις άκρες των σατέν ανοιγμάτων διέκρινα ένα πέτρινο στήθος και μια αγουροξυπνημένη λίμπιντο ενώ μια καθαρή, ατσάλινη θέληση γλιστρούσε κάτω από τη γλώσσα. Μου θύμισε τον πρώτο μου έρωτα, μια παράξενη Τίνκερ Μπελ που ήθελε να γυρίσει τον κόσμο. Τα φθηνά φώτα της Χώρας του Ποτέ και τα «αγνά» της σοκάκια την τρόμαζαν, τα μαραμένα αδηφάγα πρόσωπα των χαμένων παιδιών κι οι συμβατικές Γουέντι με τα λευκά νυχτικά και τους «δουλεμπόρους» πατέρες… Οι πειρατές της υποσχέθηκαν την ελευθερία, το καράβι τους, δεν έπλευσε εικοσιπέντε μέτρα από τη στεριά, τώρα ελεύθερη κοιμόταν κάτω από το σπέρμα του ουρανού περιμένοντας μια άλλη ζωή, μέχρι τότε ταξίδευε στο χρόνο αγέραστη ποζάροντας που και που για τον Botticelli.
Κάπου εκεί ανάμεσα στην Ουράνια και στην Γενέτειρα Αφροδίτη  η φυσική ανάγκη του έρωτα κι η αναγωγή του σε φιλοσοφική Ερινύα περιστρέφονταν γύρω από το στόμιο της τσαγιέρας και προσγειώνονταν στα τοιχώματα του επιχρυσωμένου φλιτζανιού αντίκα σαν καταρράκτης ανυπόταχτων στοχασμών. Η Λη Γιν με διαβεβαίωσε  για την νίκη του θεού ανάβοντας ένα κερί στον κρυφό  νεκρικό βωμό του Μαρσσία. Ήταν παράξενο μα το όνομα αυτό μου θύμιζε τη λέξη μεσσίας.
Χιλιάδες άγνωστοι επαναστάτες ύψωσαν το σώμα προς τα αστέρια, χιλιάδες φεουδάρχες θεοί έμειναν απροσκύνητοι. Δίπλα στη λέξη θρήσκευμα θυμωμένοι πιστοί έξυναν το μελάνι της μουτζούρας καθώς συμφιλιωμένοι άπιστοι έψαχναν νέους τρόπους να εκφράσουν το θυμό τους, καινούργιες στάσεις να γδέρνουν τα γόνατα ενώ γίνονταν ένα με το χώμα. Η πεταλούδα με φίλησε στο μέτωπο φιλικά και χάιδεψε τα μαλλιά μου, άπλωσε τα εξαίσια φτερά των στοχασμών της γύρω μου κι ύστερα πήγε να κατουρίσει. Εγώ μουτζούρωνα προστάγματα περιμένοντας υπομονετικά τα τριάντα ένα χρόνια του πατέρα να σφραγίσουν τη θάλασσα. Η μάνα μου γονατιστή ανάμεσα σε πολύχρωμα καντηλάκια σίγουρα μουρμούριζε προσευχές στους θεούς του ουρανού κι ύστερα ψάχνοντας πρόσφορη θυσία για τους δαίμονες της θάλασσας θα τεντώνονταν καθησυχασμένη πως θα γυρίσω, μπροστά στην τηλεόραση προσμένοντας το λευκό ή το μαύρο πανί για να δεχτεί ή να αποκηρύξει τη δοξασία.  Η Λη Γιν επέστρεψε κρατώντας ένα τσίγκινο κουτί με ζωγραφιστά μπισκότα στο καπάκι.
-Άνοιξέ το. Είπε χαμογελαστά κι αφήνοντας το κουτί στα χέρια μου κάθισε αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα από σκονισμένο πράσινο βελούδο.
Εγώ της έριξα μια ματιά κι έπειτα ανοίγοντας το κουτί βρέθηκα μπροστά σ’ ένα κύμα απογοήτευσης. Μέσα υπήρχαν μονάχα μασούρια κλωστή και μια ξεθωριασμένη μπελότα με καρφίτσες. Η Λη Γιν χαμογέλασε ευχαριστημένη.
-Όλοι ξέρουμε τι έχει αυτό το κουτί μα για κάποιο λόγο συνεχίζουμε να ανοίγουμε το καπάκι, ξέρεις γιατί;
-Για την ελπίδα. Είπα χαμηλόφωνα καθώς εκείνη έγνεφε καταφατικά. Εκείνη τη στιγμή σιγουρεύτηκα πως ένα τέτοιο κουτί είχε δώσει κι ο Δίας στην Πανδώρα, κάπου ανάμεσα σε φιλντισένιες μασέλες και θυμιάματα μια αρχαία γριά συναντήθηκε με τις γριές όλου του κόσμου όταν έμοιαζαν ακόμη με σπέρματα και πέρασε την σκληρή πληροφορία στον κώδικα της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι θεοί , οι πολιτικοί κι οι εραστές κρατούσαν πάντα ένα τέτοιο κουτάκι. Την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, την ελπίδα για ένα τσίγκινο κουτί με ζωγραφιστά κουλουράκια που μέσα κρύβει μια ντουζίνα εγκλέζικα μπράουνις ή μια ντουζίνα ξεχασμένα μασούρια.
Στο ταξίδι της επιστροφής το μόνο που είχα πάρει μαζί μου ήταν αυτό το κουτί. Η Λη Γιν κράτησε το σακούλι με το αλεύρι. Στους χάρτες μου είχε προστεθεί πια μια πατρίδα στον τέταρτο όροφο, σε μια παρακμάζουσα γωνιά της Σιγκαπούρης, ανάμεσα στα χασάπικα και τα αχνιστά συκώτια πάπιας φανταζόμουν τη νέα μου φίλη να φορά τις κορακίσιες βλεφαρίδες της. Μια μέρα σκέφτηκα πως θα επιστρέψω, τότε θα έχω ράψει έναν καλύτερο κόσμο κι εκείνη θα έχει φτιάξει αχνιστά κουλουράκια για το κουτί. Μια μέρα σκέφτηκα πως θα γεμίζαμε αυτό το τσίγκι με πραγματοποιημένες ελπίδες. Εγώ θα έραβα τον δρόμο μου κι εκείνη θα έπλαθε τον δικό της.
Την άλλη μέρα έπαθα τέτανο από μια σκουριασμένη αιχμή στο κουτί, ο Έρνεστ έσπρωξε το άψυχο κορμί μου στην αγκαλιά της πρώτης αγάπης μου κι εκείνη γυμνή, πιτσιλισμένη με χρώματα υποσχέθηκε να με κρατήσει κοντά της. Η πεταλούδα ακούστηκε πως πέθανε ένα μήνα μετά άγρια ξυλοκοπημένη από κάποιον φασίστα. Κι η μάνα μου τώρα πενήντα δύο χρονών ακόμη τάζει θυσίες σε θεούς και δαίμονες περιμένοντας να γυρίσω.




















….Κι ονειρευτήκαμε έναν καλύτερο κόσμο, χωρίς να γνωρίζουμε το αύριο, αποφασίσαμε την επανάστασή μας, κι ήμασταν τέλειοι κι αγνοί επαναστάτες γι’ αυτό πεθάναμε στην πρώτη γραμμή, θεοί, πολιτικοί, εραστές και άνθρωποι δεν πρόλαβαν να μας δουν να γινόμαστε δέντρα, άγρια, παράδοξα δέντρα στη μέση της θάλασσας, δεν πρόσεξαν όμως πως ήμασταν σπόροι κι εκεί μια μέρα θα βασιστεί η νίκη μας…….

Tuesday, May 28, 2019








                                               Δεν σταματούσαν ποτέ. 


                                                 της Χριστίνας Κοντούλη


Δεν σταματούσαν ποτέ, έγραφαν στους τοίχους αισθήματα. Πολύχρωμες χαίτες, παράξενα κοσμήματα, χέρια σφιγμένα γερά, πρόσωπα όμοια πίσω από τη λάμψη της φλόγας. Ανάμεσα στις νεανικές τους γλώσσες καταδίκαζαν, φυλάκιζαν κι αποδοκίμαζαν το κατεστημένο, γκρέμιζαν τις φυλακές και τις αντικαθιστούσαν με τα σίδερα που έβγαιναν μέσα από τα μυαλά των αρχηγών, τώρα ήταν πιο ευκρινής η εικόνα, το μήνυμα πιο άμεσο, εμείς δεν είχαμε μάθει να επεξεργαζόμαστε, συνήθως βουλώναμε τα αισθήματά μας όπως βουλώναμε τα αυτιά αφήνοντας μικρές χαραμάδες για να περάσει ό,τι μας συμφέρει.
Αυτοί δεν είχαν να χάσουν τίποτα, οι άλλοι χάνοντας την ανθρωπιά τους, εκείνοι, εκείνοι ήταν που είχαν χάσει μαζί της τα πάντα, όσο υπάρχει ανθρωπιά υπάρχει ο άνθρωπος,  Αυτοί είχαν να πουν με βλέμματα, με χέρια, με πόδια, με σκέψεις, αναστεναγμούς, αυτοί είχαν να πουν με τα πρόσωπά τους , τότε δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως δεν θα τους άκουγαν, δεν θα τους έβλεπαν, δεν θα τους άγγιζαν, δεν θα τους σκέφτονταν οι άλλοι, είχαν συνηθίσει βλέπεις να βλέπουνε πρόσωπα κι ήταν πολύ γι’ αυτούς να σκεφτούν πως οι άλλοι είχαν πάψει πια να αισθάνονται, είχαν χάσει ό,τι ανθρώπινο, το μόνο που είχε μείνει από τα πρόσωπά τους ήταν χλωμές αποσυντεθημένες μορφές που θύμιζαν τις μορφές που υπήρξαν κάποτε. Τώρα παραφουσκωμένες αχόρταγες σκιές καλούσαν συμβούλιο θανάτου.
Ποιος θα φοβόταν μια σκιά; Αυτοί όχι. Δεν είχαν μάθει ακόμη πως δεν είναι η σκιά που προκαλεί ρίγος αλλά αυτό που κρύβεται μέσα της… Ίσως αυτή η άγνοια κινδύνου να ήταν τελικά αυτό που μας έσωσε. Εμείς λουφάξαμε, κλείσαμε πόρτες και παράθυρα, βάλαμε μπλόκα στις χαραμάδες κι αφού βολευτήκαμε ήσυχα στις νέες μας φυλακές, τότε σκίσαμε τα ρούχα μας και φτιάξαμε πανιά, αρκετά μακριά ώστε να κλείσουμε τα μάτια, τα χείλια, τα αυτιά και τη μύτη κι όταν τελειώσαμε καθίσαμε γυμνοί στο τραπέζι και προσποιηθήκαμε μια όμορφη οικογενειακή συνάθροιση. Έξω από τις νέες μας φυλακές, δεν υπήρχε τίποτα, μέσα τους δεν υπήρχε πάλι τίποτα, το μόνο που ξέραμε εκείνον τον καιρό ήταν το σκοτάδι. Ίσως γι’ αυτό να επαναλαμβάνεται η ιστορία σαν επετειακή “γιορτή” γιατί πάντα υπάρχουμε εμείς που προτιμήσαμε μια άλλη άγνοια, την εσκεμμένη.
Το σπίτι έτριζε κάθε τόσο μα καθησύχαζα τα παιδιά λέγοντάς τους πως οι άνθρωποι χόρευαν κι όχι οι σφαίρες. Τρώγαμε σε κενά πορσελάνινα πιάτα κι όταν έλεγαν τα παιδιά πως πεινούσαν εμείς απαντούσαμε «βαρυστομάχιασες και δεν ξέρεις τι λες, πιες λίγη σόδα να χωνέψεις».
Η εταιρία «ΕΚΠΕΔΕΥΣΗ» παρήγαγε την δυνατότερη σόδα. Ήταν τόσο δυνατή όσο ένα ισχυρό ψυχεδελικό ναρκωτικό , ήταν το ισχυρότερο ναρκωτικό που μπορούσες να πάρεις κι αυτό μάλιστα δωρεάν, διανέμονταν καθημερινά τουλάχιστον 10 φορές τη μέρα, από το σχολείο, τους γονείς, τους φίλους, τους συγγενείς, τους γείτονες, το αφεντικό, από το ίδιο το κράτος. Τα μέσα μαζικής εξημέρωσης προσέφεραν καθημερινά άφθονες ποσότητες σε μορφή τηλεοπτικών σποτ, σήριαλ, εκπομπών , πολιτικών τοποθετήσεων κ.ο.κ. (και ούτω καθ’ εξής). Αρκούσαν λίγα λεπτά για να χωνέψεις τα πάντα. Εμείς σαν πειθήνιοι και ταπεινοί συνεχιστές της κληρονομιάς μας είχαμε μάθει πια να καταπίνουμε χωρίς απορίες, ωστόσο το πρόβλημα ήταν αυτοί, αυτοί είχαν πάντα ερωτήσεις κι αφού δεν είχαμε απαντήσεις, πίναμε λίγη ακόμη σόδα κ ξεχνούσαμε την ερώτηση. Οι ερωτήσεις ήταν κακές, δύσκολες, οι ερωτήσεις μας απομάκρυναν από το πολυπόθητο σύστημα κι εμείς που εκπαιδευτήκαμε να  το συντηρούμε δεν μπορούσαμε να κατανοήσουμε τίποτα παρεκκλίνον. Τότε πίναμε λίγη ακόμη σόδα για να χωνέψουμε τις παράξενες σκέψεις που μας δημιούργησε η απορία τους.
Μια μέρα γύρισα στο σπίτι, η κόρη είπε πως ήρθε η άνοιξη, στον δρόμο μύριζε γιασεμιά.. Το βράδυ έμεινε νηστική, έπρεπε να καταλάβει το λάθος. Η τηλεόραση είπε πως ακόμη ήταν χειμώνας, το βράδυ σκεπαστήκαμε με διπλές κουβέρτες σε περίπτωση που η θερμοκρασία έπεφτε κάτω από το μηδέν…
Οι άλλοι μου έδωσαν σημαντική θέση, φαντάστηκα αμέσως την τσέπη μου φουσκωμένη από τα χάρτινα μέσα αγοράς, ένιωσα όμορφα. Φαντάστηκα πιο γερά πορσελάνινα πιάτα, σατέν μαντίλια στα μάτια και στα χείλια όλης της οικογένειας, ωτοασπίδες από βαμβάκι, φιλντισένια καλύμματα μύτης κι ίσως ένα σπίτι στην εξοχή, να μην τρέμει όταν «χόρευαν» αυτοί με τους άλλους. Γύρισα σπίτι, η γυναίκα είπε πως η κόρη ήταν άρρωστη.
-Μου είπε πως άκουσε τα πουλιά να τραγουδάν.
Ήθελα να κλάψω. Η κόρη έχανε το μυαλό της, όλοι ήξεραν πως τα πουλιά δεν τραγουδούσαν! Όλο το βράδυ έμεινα στο προσκεφάλι της προσπαθώντας να την πείσω, της έδινα σόδα με το κουταλάκι όπως όταν ήταν μικρή, μα εκείνη την έφτυνε στα σκεπάσματα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Εκείνο το βράδυ έμεινε νηστική κι εγώ δεν έκλεισα μάτι.
Όταν πήγα στη δουλειά ήμουν κατάκοπος, οι άλλοι ρωτούσαν μα είπα πως απλά είχα στρεσαριστεί με το καινούργιο μου πόστο και δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Δεν έπρεπε να μάθουν, κανείς δεν έπρεπε να μάθει τίποτα.. Δεν άντεχα τις απαντήσεις τους.. Άφησα τον καιρό να περάσει, σκέφτηκα πως μαζί του θα περνούσε κι αυτή η κατάσταση.
-Η κόρη δεν είναι καλά, φοβάμαι.
-Τι έχει;
-είπε πως φίλησε κάποιον κι είχαν τα χείλια του τη γεύση της καυτερή πιπεριάς. Όλοι ξέρουμε πως δεν υπάρχει φιλί , όλοι ξέρουμε πως η πιπεριά δεν έχει γεύση. Φοβάμαι, η κόρη πεθαίνει, τι θα κάνουμε.
Η κόρη σηκώθηκε από το κρεβάτι κι έπιασε το πρόσωπό μου. Για πρώτη φορά ένιωσα μια περίεργη αίσθηση, μια αίσθηση χαράς μέσα στη λίπη. Γρήγορα όμως η χαρά μου έγινε βάσανο. Η κόρη έσκυψε κοντά στο αυτί μου, τράβηξε το πανί και ψιθύρισε:
-Tα μάτια μου είναι πράσινα.
Γύρισα τρέμοντας στη γυναίκα.
-Η κόρη πέθανε. Η κόρη πήγε μαζί τους
-Με ποιους;
-Με αυτούς.
Η γυναίκα σωριάστηκε. Άκουσα την κόρη να κλαίει. Για πρώτη φορά στη ζωή μου άκουσα κλάμα τόσο καθαρά, ήταν σπαραχτικό, σχεδόν όμορφο, είχε κάτι που έμοιαζε λογικό, αληθινό ,κάτι που δεν μπορούσα να εξηγήσω.
-Τι είναι αυτό; Τι κάνεις;
-Αυτό είναι το κλάμα.
-Γιατί είναι έτσι; Τι είναι αυτό;
-Αυτό είναι η ερώτηση. Είπε η κόρη δίνοντάς μου ένα φιλί στο μάγουλο. Έπειτα έφυγε κι εγώ έμεινα μόνος. Το σκοτάδι είχε αρχίσει να αλλάζει, δεν ήμουν πια μέσα του, εκείνο έμοιαζε να είναι μπροστά μου. Δεν είπα τίποτα στη γυναίκα, τίποτα στο γιο, τίποτα σε κανέναν, αυτή ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα μόνος, η πρώτη φορά που ο χρόνος φαίνονταν να έχει νόημα.
Πήγαιναν μέρες που δεν φορούσα πια το μαντίλι στ’ αυτιά μου, κανείς δεν είχε καταλάβει τίποτα όμως εγώ ένιωθα να καταλάβαινα πολλά.. Η φωνή της γυναίκας ήταν όμορφη. Η κόρη έλεγε αλήθεια ή ο χαμός της με είχε ταράξει τόσο που είχα αρχίσει κι εγώ να τρελαίνομε, μα τα πουλιά ήμουν σίγουρος πως τραγουδούσαν. Μια μέρα έκανα κάτι παράξενο, έβγαλα το μαντίλι από τα χείλια μου κι έγλειψα το πιάτο, πάλι κανείς δεν κατάλαβε τίποτα. Το πιάτο ήταν κρύο, άνοστο, έτσι δοκίμασα την χαρτοπετσέτα, όμως όσο την μασούσα κολλούσε στη γλώσσα μου σαν πολτός και με ενοχλούσε. Δεν μου άρεσε μα ήταν η τελειότερη αηδία της ζωής μου.. Έβαλα τα γέλια. Η γυναίκα ρώτησε τη συμβαίνει, δεν είχα καμία απάντηση, κι εγώ αναρωτιόμουν. Εκείνο το βράδυ δεν ήπια καθόλου σόδα, ούτε και τα επόμενα.
Ένα πρωινό, πήραν τηλέφωνο από τη δουλειά, η γυναίκα είπε πως ήμουν άρρωστος, ο διευθυντής ευχήθηκε περαστικά κι η εταιρία έστειλε ένα μπουκέτο λουλούδια. Η γυναίκα τα έβαλε δίπλα στο κρεβάτι κι έπειτα έφυγε για την αγορά. Εγώ περίμενα μέχρι να είμαι μόνος κι έβγαλα το πανί από τη μύτη. Η τηλεόραση είπε πως ο χειμώνας θα κρατήσει κι άλλο, μα πως ήταν δυνατόν; Εγώ μύριζα την άνοιξη, αυτή πρέπει να ήταν η μυρωδιά της! Έτρεξα γρήγορα στο ψυγείο, στα ράφια δεν υπήρχε τίποτα. Άρχισα να ψάχνω σαν μανιασμένος, μα δεν υπήρχε τίποτα να δοκιμάσω, έγλειψα τα λουλούδια, τα παπούτσια, τους τοίχους και τους πίνακες, έγλειψα τα τζάμια, τον καθρέφτη , τα δάχτυλά μου, όμως δεν ήταν αρκετά. Τότε θυμήθηκα μια μηλιά που έβγαινε στο παράθυρο της κόρης. Έτρεξα στο δωμάτιό της κι ανοίγοντάς το  άπλωσα το χέρι μου κι έκοψα ένα μήλο. Έφερα τον καρπό στα χείλια μου, ακόμη δεν μπορώ να περιγράψω τη μυρωδιά του, ούτε την γεύση του μα ήξερα πως αυτό ήταν η γεύση. Τότε μια καινούργια απορία γεννήθηκε μέσα μου κι έβγαλα το μαντίλι από τα μάτια.
Ήταν ένα στρόγγυλο κόκκινο, ναι έτσι πρέπει να έμοιαζε το κόκκινο. Τότε έβαλα τα κλάματα, έκλαψα για ώρες, για μέρες, για μήνες, ίσως και για χρόνια, δεν ξέρω σίγουρα, μα όταν γύρισε η γυναίκα είδα το πρόσωπό της για πρώτη φορά. Το πρόσωπό της με έκανε να νιώθω χαρά άρα έτσι πρέπει να έμοιαζε η ομορφιά. Το σκοτάδι είχε τελειώσει.
-Τι συμβαίνει ; ρώτησε η γυναίκα
- Είσαι όμορφη.
-Γιατί; Δεν έκανα κάτι.
- Το πρόσωπό σου είναι όμορφο, τα ξανθά μαλλιά σου που σου λούζουν τους ώμους, τα χέρια σου, τα μάγουλά σου που έχουν το χρώμα του μήλου.
-Συμφορά, ο άντρας πεθαίνει. Έκανε η γυναίκα τρομαγμένη.
- Όχι δεν είναι θάνατος, είναι χιλιάδες ερωτήσεις, είναι ζωή.
-Η ερώτηση είναι θάνατος. Η γνώση είναι τρέλα.  Ο άντρας είναι νεκρός. Έκανε η γυναίκα. Οι μυς του προσώπου της συσπάστηκαν.
-Η ερώτηση είναι ζωή, η γνώση είναι ελευθερία. Οι απαντήσεις χωρίς ερώτηση είναι ψέμα.
Η γυναίκα δάκρυσε. Το πανί στα μάτια της βράχηκε, άρχισε να γλιστρά, το πανί στα χείλια της χαλάρωσε κι εκείνο, τότε πήγα κοντά της και ελευθερώνοντας τα χείλια της έβαλα στο στόμα της το μήλο. Η γυναίκα δάγκωσε. Το σκοτάδι είχε τελειώσει.
-Τα μάτια σου έχουν το χρώμα του κορμού της μηλιάς, κοίτα, πιάσε τον, μύρισε, πως μπορεί αυτό να είναι θάνατος;
-Τα μάτια σου έχουν το χρώμα των φύλλων, πως μπορεί αυτό να είναι θάνατος;
Ύστερα θυμήθηκα το φιλί. Η γλώσσα της είχε τη γεύση της γνώσης.
Κανένας δεν έμαθε τίποτα, κανείς δεν είχε καταλάβει.
Ο γιός μας ανακοίνωσε, οι άλλοι τον είχαν δεχτεί. Στρώσαμε το τραπέζι. Ο γιος ύψωσε το ποτήρι κι ευχήθηκε. Έσφιξα το χέρι της γυναίκας με αγωνία, τα μάτια της  πλημύρισαν φόβο καθώς ο γιός άγγιζε το πιάτο του. Ζούλιξε τα κομμάτια του μήλου αηδιασμένος κι έπειτα τραβώντας ένα φλασκί από το κοστούμι του ήπιε μερικές γουλιές σόδας.
-Τι είναι αυτό; Ούρλιαξε
-Είναι η γνώση. Είπα χαϊδεύοντας του τα μαλλιά.
-Πως τολμάς να βάζεις στο πιάτο μου το φαγητό τους; Τρελαθήκατε κι εσείς όπως η αδερφή; Είμαι ευυπόληπτος πολίτης, τι θα έλεγαν οι άλλοι αν μ’ έβλεπαν με τούτο το αναρχικό πιάτο; Θα έχανα τα πάντα γιατί εσείς διαλέξατε τον θάνατο; Δεν ξέρω τι σας έκαναν αυτοί αλλά έννοια σας και μετρημένες οι μέρες τους, μετρημένες κι οι δικές σας αφού διαλέξατε να αψηφήσετε το σύστημα. Ο γιός κατέβασε μερικές γουλιές σόδα κι αφού χώνεψε σηκώθηκε αργά σφίγγοντας τα πανιά στο δέρμα του, έπειτα προχώρησε προς την πόρτα.
10 ένστολοι έφηβοι τυφλοί, μουγκοί, κουφοί, μας πέρασαν χειροπέδες στα χέρια. Το δέρμα τους είχε ενωθεί πια με τα πανιά τους κι οι όψεις τους είχαν μια αίσθηση αποσύνθεσης, κρύες παγωμένες μορφές, στυγνοί στυλοβάτες της αυριανής καταδίκης. Έτσι, σκέφτηκα, πως πρέπει να μοιάζει το άσχημο.
-Ήμουν σίγουρος πως κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ εσάς. Μέρες τώρα ήξερα πως είστε μ’ αυτούς. Πως μπορέσατε να μου το κάνετε αυτό;
-Όντως παιδί μου, είπε η γυναίκα, πως μπορέσαμε να στο κάνουμε…;
Έσφιξα το χέρι της. Ο γιος είχε πεθάνει. Η τελευταία ελπίδα ανθρωπιάς είχε χαθεί με την τελευταία γουλιά σόδας.
-Συγνώμη γιέ μας.
-Μετανοείς λοιπόν για τη βλακεία σου; Μετανοείς που με ντροπιάσατε;
-Μετανοώ γιε μας, που σε μάθαμε να ντροπιάζεις την ανθρωπιά, μετανοώ που δεν επαναστατήσαμε νωρίτερα, μετανοώ που δεν ανοίξαμε τα μάτια μας και τώρα έχεις κλειστά τα δικά σου. Μετανοώ που έγινα συντηρητής της ανθρώπινης βλακείας όπως μου έμαθαν, μετανοώ που δεν τόλμησα να αμφισβητήσω, μετανοώ και σου ζητώ συγνώμη για την ψυχή που σου στέρησα. Είπα και φιλώντας τον στο μέτωπο προχώρησα να αντιμετωπίσω τις ευθύνες της υποταγής μου. Η γυναίκα μου πενθούσε σιωπηλά το παιδί που είχε χάσει, πενθούσε σιωπηλά τα παιδιά που θα χάνονταν εξαιτίας μας, η γυναίκα μου πενθούσε για το χωνευτήρι που επισκευάζαμε, αυτό που θα μασουλούσε τώρα συνειδήσεις κι αύριο θα ξέρναγε θάνατο, η γυναίκα μου έμαθε το θάνατο πριν το απόσπασμα έμαθε το θάνατο που φέρνει η σόδα.
Στη φυλακή μάθαμε πως η κόρη ήταν νεκρή, στη φυλακή μάθαμε πως η κόρη ήταν αθάνατη, η κόρη μας έζησε χτυπώντας τα γρανάζια που παλεύαμε να επισκευάσουμε κι ο γιός μας πέθανε χτυπώντας εμάς, χτυπώντας αυτούς για τα γρανάζια. Όταν σταθήκαμε στη σειρά έσφιξα το βλέμμα της γυναίκας μου στο δικό μου, ο γιος μας σήκωσε το χέρι και περίμενε, το τελευταίο που άκουσα ήταν οι πυροβολισμοί μα έχω ακόμα μια ελπίδα γιατί το τελευταίο που είδα ήταν τα πανιά να πέφτουν από τα πρόσωπα. Έστω και τότε, έστω κι έτσι έδωσα την τελευταία μου επιθυμία, τα παγωμένα, τα σαστισμένα μάτια τους να γέμιζαν δάκρυα, δάκρυα εξιλέωσης για τα εγκλήματα που τους μάθαμε να κάνουν